Γράφει:

ΠΑΡΕ ΠΕΝΤΕ κοινώς ΜΟΥΝΤΖΑ

του Βάσου Φτωχόπουλου

O Κίβου είναι Ρουμάνος οικονομικός μετανάστης και ζει κι’ εργάζεται στην Κύπρο εδώ και δώδεκα χρόνια. Δούλεψε πολύ σκληρά στην Κύπρο, παράνομα στην αρχή, καταφέρνοντας να αγοράσει και σπίτι και να βολέψει γενικώς την οικογένειά του. Τα παιδιά του είναι πια σχεδόν κυπριόπουλα και ο ίδιος δεν είχε σχέδια για τον επαναπατρισμό του.

Την Κυριακή της εκλογής του Δημήτρη Χριστόφια τον είδα πεσμένο στη μέση του δρόμου έξω από το σπίτι μου. Ήταν μεθυσμένος και, από το πέσιμο προφανώς, έτρεχαν κι’ αίματα από το πρόσωπο του. Πρώτη φορά τον έβλεπα σε τέτοιο χάλι, και ας είναι γείτονας μου εδώ και πολλά χρόνια. Τον μετέφερα σπίτι μου και του έφτιαξα καφέ. Πλύθηκε και κάπως συνήλθε. Έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Στην αρχή νόμισα πως κάποιο κοντινό του πρόσωπο κάτι το κακό θα έπαθε, στη συνέχεια, όμως, έγινε ξεκάθαρο πως ο Κίβου έκλαιγε για την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια και την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία. Θυμήθηκε ο καημένος την πατρίδα του και όλα τα βάσανα που είχε υποστεί ο λαός του λόγω των Ρουμάνων Ακελικών και ούτε το ποτό δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Φοβόταν ο καημένος ότι θα ζούσε ξανά τον ίδιο εφιάλτη, ότι ξανά θα έπρεπε η αδελφή του και αυτός να συμμετέχουν στα όργια του Προεδρικού Μεγάρου, αυτή τη φορά όχι στο Βουκουρέστι, αλλά στη Λευκωσία. Μάταια προσπάθησα να του εξηγήσω πως ο Χριστόφιας και η Έρση δεν γουστάρουν όργια και χλιδάτες ζωές, μα πού να πείσω τον Κίβου. Ήξερε καλύτερα. Στην αρχή, μου έλεγε, πως σε κανένα δεν αρέσουν τάχατες αυτά τα πράγματα, μετά όμως συνηθίζει ο άνθρωπος στη χλιδή, όπως και ο κομμουνισμός στον καπιταλισμό.

Προσπάθησα να τον καλμάρω, να του εξηγήσω πως εδώ δεν κινδυνεύει, πως το σπίτι του θα είναι πάντα δικό του, πως άιντε ο Χριστόφιας ν’ αντέξει μόνο μια πενταετία κτλ κτλ, μα που αυτός, όλο και περισσότερο έκλαιγε: «…αυτό είναι το πρόβλημα κύριε Βάσο» έλεγε «άμα ππέσει ο κομμουνισμός στην Κύπρο εν να αναγκαστούμε να φύουμεν να πάμε να δουλέψουμε στες αραβικές χώρες ή, ακόμα χειρόττερα, στες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, κι εγώ θα αναγκαστώ να πλυνίσκω παράθυρα όπως έκαμα όταν ήρτα Κύπρο πρώτη φορά και να με περιπαίζουν οι συμπατριώτες μου τζιαι να λαλούν τούτοι οι Ρουμάνοι της Κύπρου εν πολλά ττεμπέληες, εν το αντέχω κύριε Βάσο, εν το αντέχω». Του εφτιαξα άλλο έναν καφέ. Κάπου βρήκε τα μίλια του. «Λυπούμαι σας τζιαι σας κύριε Βάσο, λυπούμαι τες Κυπραίες, που εν καλές γυναίκες, τζιαι άμα ππέσει ο κομμουνισμός τζιαι παν στην Ευρώπη να πουλήσουν το κορμί τους για να ζησουν ποιος έννα τες «ψουμνήσει» να ζήσουν τζιαι τζιείνες οι καημένες; Ποιος στην Ευρώπη έννα πει, όι ρε ηρταν κάτι κυπραίες δίμετρες!!!» Και κλάμα ξανά ο Κίβου. Σκέφτηκα για λίγο την τελευταία ατάκα του Κίβου κι ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει προς το μάγουλο μου. Σε λίγο κλαίγαμε κι οι δυο. Εγώ παραπάνω.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>