Γράφει:

Πάμε για Κραχ;

Από τα μέσα του 2007 άρχισαν να γίνονται έντονες συζητήσεις για αναμενόμενη κρίση στην οικονομία των ΗΠΑ. Η διορθωτική μείωση των τιμών στην αγοράς ακινήτων (ως επακόλουθο της πολυσυζητη-μένης φούσκας που άρχισε το 2005) και η κρίση που προκλήθηκε στον τραπεζικό τομέα από την κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subprime mortgage loans), είχε ως αποτέλεσμα την εντονότερη αναμονή ύφεσης στην αμερικανική οικονομία και την κρίση στα αμερικάνικα χρηματιστήρια. Σημειώνεται ότι η τελευταία οικονομική κρίση στις ΗΠΑ σημειώθηκε μεταξύ Μαρτίου και Νοεμβρίου του 2001, όπου παρατηρήθηκε μείωση Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) κατά 1.4%

Αν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι εμφανίζονται ιδιαίτερα σίγουροι για το ενδεχόμενο μιας νέας αμερικανικής ύφεσης, ορισμένοι θεωρούν ότι η παρατηρούμενη επιβράδυνση στην οικονομία θα είναι σύντομη σε διάρκεια και ότι θα υπάρξει σημαντική ανάκαμψη εντός του 2008. Ωστόσο, τα οικονομικά δεδομένα εξακολουθούν να είναι αποθαρρυντικά, εφόσον ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στις ΗΠΑ την τελευταία τριμηνία του 2007 ήταν μόλις 0.6%, από το 2.2% που προβλεπόταν αρχικά για ολόκληρο το έτος από το Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης των ΗΠΑ (Bureau of Economic Analysis). Επιπρόσθετα, τον περασμένο Φεβρουάριο έχασαν τις δουλειές τους 63,000 Αμερικανοί, ο ψηλότερος αριθμός που έχει σημειωθεί τα τελευταία πέντε χρόνια.

Τα δύο πιο σημαντικά όπλα μιας κυβέρνησης στην αντιμετώπιση μιας προσδοκούμενης οικονομικής κρίσης είναι η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική. Το πρώτο είδος οικονομικής πολιτικής εξασκείται από την Κεντρική Τράπεζα μέσω των επεμβάσεών της στην αγορά χρήματος, και το δεύτερο από την κεντρική κυβέρνηση μέσω των κρατικών δαπανών και της φορολογίας. Στις πρόσφατες δεκαετίες σημάδια επιβράδυνσης στην αμερικανική οικονομία συνοδεύονταν από επικλήσεις για μείωση των επιτοκίων από τη Fed (Ομοσπονδιακό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών των ΗΠΑ) ή/και έγκριση από το Κογκρέσο προγραμ-μάτων επεκτατικής οικονομικής πολιτικής για αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας (stimulus package). Τα σημάδια οικονομικής κάμψης έχουν επιστρατεύσει στην Αμερική και τα δύο αυτά μέτρα, με τη Fed να έχει αρχίσει σταδιακή μείωση των επιτοκίων (και άρα αύξηση της προσφοράς χρήματος) από τον περασμένο Σεπτέμβριο, και τον Πρόεδρο Μπους να υπογράφει τον περασμένο Φεβρουάριο ένα πρόγραμ-μα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ύψους $168, το οποίο περιλαμβάνει, εκτός από εκτεταμένες κρατικές δαπάνες, επιστροφές φόρων στα νοικοκυριά, και φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η κρίση φαίνεται να είναι αναπόφευκτη και εκτεταμένη, όπως επισήμανε πρόσφατα και ο Martin Feldstein, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Harvard και πρόεδρος του NBER (National Bureau of Economic Research). Στο μεταξύ, η ύφεση που παρατηρείται στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ άρχισε να μεταφέρεται και στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις οικονομίες της Ανατολικής Ασίας.

Επέκταση και στην Ευρώπη;

Αν και η ύφεση στις ΗΠΑ είναι πλέον αναμφισβήτητη, εντούτοις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, επικρατεί αισιοδοξία. Στη Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που έγινε στις 14 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός και υπουργός οικονομικών του Λουξεμβούργου, Jean-Claude Juncker (επικεφαλής του Eurogroup), δήλωσε ότι δεν υπάρχει φόβος για οικονομική ύφεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επισήμανε και τη συνεχή ανοδική πορεία του Ευρώ έναντι του αμερικανικού δολαρίου. Σε μια προσπάθεια στήριξης των ΗΠΑ, ο κος Juncker κάλεσε τους Ευρωπαίους επενδυτές να δώσουν περισσότερη σημασία στους μεσοπρόθεσμους δείκτες της αμερικανικής οικονομίας, που παρουσιάζουν μια πιο θετική εικόνα, παρά στους βραχυχρόνιους που χρωματίζουν την επικείμενη κρίση, που αναμένεται βραχύβια.

Την πιο πάνω άποψη φαίνεται να υποστηρίζει και η πρόσφατη αναφορά του EEAG (European Economic Advisory Group) που επισημαίνει ότι, αν και είναι πλέον δύσκολο να προβλεφθεί η απόδοση της Αμερικανικής οικονομίας για το 2008, οι τάσεις προς την αναμενόμενη ύφεση αναμένεται να αναχαιτιστούν από τα χαμηλά επιτόκια και την ιδιαίτερα αυξημένη δημοσιονομικής πολιτικής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το 2008 το ΑΕΠ των ΗΠΑ αναμένουν να σημειώσει αύξηση της τάξης του 1.7%.

Στην ίδια σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jose Manuel Barroso, προσπάθησε να εφησυχάσει τους φόβους για επέκταση της ύφεσης και στις ευρωπαϊκές αγορές, δηλώνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα πάρει όσα μέτρα χρειάζεται για να διατηρήσει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής έκανε επίσης έκκληση στα κράτη μέλη της ΕΕ να μην αρχίσουν επεκτατικές οικονομικές πολιτικές παρόμοιες με της Αμερικής, γιατί δεν αναμένεται να σημειωθεί κρίση στην ΕΕ, παρά μόνο μια αναμενόμενη επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης λόγω της επικείμενης αμερικάνικης ύφεσης και στην κρίση στην κεφαλαιαγορά. Ωστόσο, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Nicolas Sarkozy, αποφάσισε να μην ακολουθήσει αυτή τη γραμμή και προχώρησε σε εκτεταμένη αύξηση των κρατικών δαπανών.

Η μεγαλύτερη ανησυχία της ΕΚΤ, ωστόσο, ήταν και θα παραμείνουν οι ενδεχόμενες διαδοχικές αυξήσεις στα επίπεδα τιμών της Ευρωζώνης. Η άνοδος στην τιμή του πετρε-λαίου και η πτώση του δολαρίου έναντι του ευρώ ενέτειναν τις πληθωριστικές πιέσεις και ως αποτέλεσμα οι εκθέσεις της EUROSTAT το Φεβρουάριο παρουσιάζουν πληθωρισμό ύψους 3.3% στην Ευρωζώνη, μια πολύ σημαντική απόκλιση από τον αέναο στόχο της ΕΚΤ για διατήρησή του στο 2%. Ένα χρόνο προηγουμένως ο ρυθμός αύξησης των τιμών στην Ευρωζώνη ήταν μόλις 1.8% και το 3.3% αποτελεί την ψηλότερη παρατήρηση από την εισαγωγή του ευρώ ως λογιστική μονάδα το 1999. Ο κίνδυνος περαιτέρω επι-δείνωσης του πληθωρισμού αποτελεί και τον κύριο λόγο που η ΕΚΤ αποφεύγει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Fed και να προβεί σε μειώσεις των επιτοκίων, υιοθετώντας άλλους τρόπους ενθάρρυνσης των εμπορικών τραπεζών να παρέχουν επενδυτικά δάνεια και να αυξήσουν την ρευστότητα και οικονομική δραστηριότητα.

Οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό συνοδεύονται και από επιπρόσθετα αρνητικά σημεία, όπως και ότι το Δεκέμβριο η ΕΕ είχε για πρώτη φορά έλλειμμα στο εμπορικό της ισοζύγιο. Σε αυτήν την δυσμενή εξέλιξη ο κος Barroso αναφέρθηκε στη σθεναρότητα της Ευρωπαϊκής οικονομίας και στο άνοιγμά της σε ολοένα και περισσότερες αγορές.

Ενδεχόμενες επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία

Και τι γίνεται με την κυπριακή οικονομία; Η ανάλυση των προοπτικών της για το 2008, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, λαμβάνει υπόψη τη διαμόρφωση του εξωτερικού περιβάλλοντος, την οικονομική πολιτική, το κλίμα μεταξύ των καταναλωτών και των επιχειρηματιών, και την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών αγαθών και υπηρεσιών.

Οι πρόσφατες δημοσιεύσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας ωστόσο εξακολουθούν να δείχνουν μια θετική εικόνα για την κυπριακή οικονομία: Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ παραμένει σε ψηλά επίπεδα με αυτό να ανέρχεται σε 4.3% κατά την τελευταία τριμηνία του 2007. Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία η απόδοση αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο που παρουσίασαν ο χρηματοοικονομικός και κτηματο-μεσιτικός τομέας κατά 8%, ο κατα-σκευαστικός κατά 5% και οι τομείς του εμπορίου, τουρισμού (ξενοδοχεία και εστιατόρια) των μεταφορών και των επικοινωνιών κατά 4.1%, στον τομέα της εγχώριας προσφοράς. Από την πλευρά της εγχώριας ζήτησης η οικονομική μεγέθυνση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 6.2%. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για ολόκληρο το έτος ήταν 4.4%, ενώ το 2006 περιορίστηκε στο 3.8%.

Σύμφωνα με προβλέψεις Διεθνών Οργανισμών, το εξωτερικό περιβάλλον της Κύπρου για το 2008 φαίνεται να διαμορφώνεται θετικά: Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης για το επόμενο έτος προβλέπεται γύρω στο 4%, με τον τομέα των υπηρεσιών να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προσδοκού-μενη επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας αναμένεται να οδηγήσει σε μικρή μείωση της ανεργίας στο 4% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Οι επικείμενες αυξήσεις στο ΦΠΑ και οι αναμενόμενες αυξήσεις στην τιμή των πετρελαιοειδών αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθωρισμό στο 3%, ενώ εκτιμάται μείωση στο δημοσιονομικό έλλειμμα και βελτίωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Ωστόσο, το μικρό μέγεθος και η ανοικτή οικονομία της Κύπρου την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις αναφερθείσες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή οικονομία. Περαιτέρω αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου, αναταραχές στις διεθνείς αγορές και ενδεχόμενη ένταση της αστάθειας που παρουσιάζει ο χρηματοοικονομικός τομέας και η κεφαλαιαγορά θα αποτελέσουν κινδύνους προς τη θετική της πορεία.

Υπάρχουν όμως παράγοντες που επιδρούν θετικά για την κυπριακή οικονομία, όπως είναι και το θετικό κλίμα εμπιστοσύνης που δημιουργή-θηκε με την ένταξη της Κύπρου στη ζώνη του ευρώ. Το επενδυτικό περιβάλλον ενισχύθηκε από τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για σύγκλιση των επιτοκίων της Κύπρου με τα επιτόκια της ευρωζώνης, την εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου για συναλλαγές στο ευρώ και την εξάλειψη του κόστους της μετατροπής κυπριακών λιρών σε ευρώ.

Ως προς τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης, ο τέως Υπουργός Οικονομικών, Μιχάλης Σαρρής, σημείωσε ότι για την Κύπρο δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, λόγω της επίτευξης του στόχου για δημοσιο-νομικό πλεόνασμα που οφείλεται στο σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής που έγινε στη βάση των ρυθμών ανάπτυξης του 2006, (και όχι του 2007 που υπήρχαν μεγάλα έσοδα).

Όσον αφορά στο εξωτερικό περιβάλ-λον, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Αθανάσιος Ορφανίδης, σε πρόσφατες δηλώσεις του απέκλεισε το ενδεχόμενο οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη υιοθετώντας τις απόψεις των ομολόγων του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπογράμμισε τις πληθωριστικές πιέσεις από την άνοδο στην τιμή του πετρελαίου και για αυτό το λόγο εισηγήθηκε ορθολογική δημοσιονομική πολιτική. Όσον αφορά στην οικονομική πολιτική, ο πρόσφατα εκλεγείς Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, έχει υποσχεθεί στην προεκλογική του εκστρατεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μέσω κοινωνικών παροχών που μπορεί να ανέλθει σε τρία δισεκατομμύρια ευρώ.

Εγχώριοι και διεθνείς παράγοντες προειδοποιούν ότι η επιτυχία της αντιμετώπισης των επιπτώσεων της ενδεχόμενης κρίσης στην Κύπρο έγκειται στην υιοθέτηση προσεγμένης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Εφόσον με την ένταξή μας στην Ευρωζώνη η νομισματική πολιτική διέπεται από την ΕΚΤ, σε εμάς απομένει μόνον η ορθολογική και περιορισμένη χρήση των κρατικών δαπανών και η στενή παρακολούθηση του δημοσιο-νομικού ελλείμματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η νέα κυβέρνηση ίσως να προκαλέσει περισσότερο καλό με το να μην εφαρμόσει τις γενναιόδωρές της υποσχέσεις όσον αφορά στις κοινωνικές παροχές.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>