Γράφει:

Διάλεκτος ή Κοινή;

Η συνύπαρξη της Κυπριακής διαλέκτου με την Κοινή Ελληνική ήταν παλαιότερα απρόσκοπτη στην Κύπρο. Όπως γίνεται με όλες τις διαλέκτους, κάποια γλωσσικά περιβάλλοντα ήταν διαλεκτικά και άλλα κοινά και η μετάβαση από το ένα περιβάλλον στο άλλο ήταν φυσική και αβίαστη. Αυτό συνέβαινε μέχρι το 1878 και την κάθοδο των Άγγλων, οπότε χρησιμοποιήθηκαν τρεις άξονες γύρω από τους οποίους σχεδιάστηκαν ο υποβιβασμός της Κοινής και η ενδυνάμωση της διαλέκτου.

Πρώτον, οι Άγγλοι έδωσαν εντολή στους ‘μουχτάρηδες’ να γράφουν τα ονόματα και στους χωρομέτρες τα τοπωνύμια όπως προφέρονταν, δηλαδή στη διάλεκτο. Μέχρι τότε οι δάσκαλοι έγραφαν τα ονόματα και τα τοπωνύμια επισήμως στην Κοινή, παρόλο που προφέρονταν διαλεκτικά. Με την γραφή της σε επίσημα έγγραφα πια, η διάλεκτος αποκτά άλλην υπόσταση. Δεύτερον, με την αρχή της ραδιοφωνίας στην Κύπρο, οι Άγγλοι καθιερώνουν, πέρα από τις αναμενόμενες εκπομπές στην Κοινή, για πρώτη φορά το θεατρικό μονόπρακτο στην διάλεκτο: η επίσης αναμενόμενη επιστράτευση των ΜΜΕ. Τρίτον, επιδιώκουν συστηματικά τον έλεγχο και αφελληνισμό της παιδείας. Από το 1927 και έπειτα, ο έλεγχος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχει επιτευχθεί ενώ πολλές προσπάθειες γίνονται για να ελεγχθεί και η δευτεροβάθμια. Όλες οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό λόγω της αντίδρασης που συναντούν. Η προσπάθεια των Άγγλων, τέλος, να υπερτονίζεται η διαφοροποίηση της διαλέκτου και η απόκλιση της από την Κοινή, σε αντίθεση με την τακτική των Ελλήνων λογίων της εποχής που χρησιμοποιούσαν την διάλεκτο κατά τον αντίθετο τρόπο, για να διατρανώσουν την Ελληνικότητα της, είναι σκόπιμη. Ένα ακόμη ποτήρι που κατά το δοκούν, ή κατά το συμφέρον, είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια διακριτική μάχη επικράτησης ανάμεσα στις δύο πλευρές του ούτως ή άλλως σύνθετου Κυπριακού γλωσσικού προφίλ. Ήταν εμφανής, για όσους δεν κλείνουν τα μάτια, στο περιώνυμο ζήτημα της τυποποίησης των τοπωνυμίων, ένα παγκόσμιο πρόγραμμα που ανέλαβαν τα Ηνωμένα Έθνη και στο οποίο συμμετέχει και η Κύπρος. Στην περίπτωση εκείνη, ελλείψει επιχειρημάτων, επιστρατεύτηκε η γελοιοποίηση της επιστήμης και δημιουργήθηκαν αποδιοπομπαίοι τράγοι ενώ ταυτόχρονα μετατρέπαμε σε καθεστώς, κάποιοι ανύποπτοι αλλά άλλοι όχι, τις επαχθέστερες πολιτικές της Αγγλοκρατίας, κινούμενοι και εμείς γύρω από τους ίδιους τρεις άξονες. Η άρνηση για τυποποίηση των ονομάτων στην Κοινή ήταν ο πρώτος. Τον ίδιο καιρό αρχίζουν να ξεπηδούν σαν μανιτάρια σειρές στην τηλεόραση που μεταφέρουν την Κυπριακή διάλεκτο του Ίντα τζιαιρούς εφτάσαμεν στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, κακοποιημένη όμως και παραποιημένη. Άξονας δεύτερος: και πάλι, η επιστράτευση των ΜΜΕ. Τρίτος άξονας η παιδεία: ήδη οι ψυχολόγοι μας συμβουλεύουν να μην τραυματίζουμε στα σχολεία τα παιδιά με την αναγκαστική μετάβαση από την διάλεκτο στην Κοινή. Η άλλοτε απλή διαδικασία της μετάβασης που δεν προκάλεσε τραύματα στις παλαιότερες γενιές ξαφνικά παρουσιάζεται σαν κάτι δύσκολο, καταναγκαστικό και αφύσικο. Ως αποτέλεσμα, δεν νιώθουν πια όλοι εξίσου έντονα την ανάγκη μετάβασης στην Κοινή.

Με το πρόσχημα ότι κινδυνεύει, η διάλεκτος, στην πραγματικότητα, ολοένα και ισχυροποιείται. Πρόκειται, κατά τους γλωσσολόγους, για μια δυναμικά εξελισσόμενη διάλεκτο που βρίσκεται σε μια επιτυχή πορεία επικράτησης σε καινούργια περιβάλλοντα. Ας είμαστε ειλικρινείς, η Κυπριακή διάλεκτος αλώνει τα καινούργια περιβάλλοντα, τα έως χθες περιβάλλοντα της Κοινής. Έχουμε ήδη, λοιπόν, με επιτυχία αποσοβήσει τον κίνδυνο του να χαθεί η ντοπιολαλιά μας, κάτι που άλλες περιοχές της Ελλάδας δεν κατάφεραν. Το ερώτημα που πρέπει να μας προβληματίζει τώρα είναι μήπως και η Κοινή στην Κύπρο χρειάζεται προστασία και όχι απαξίωση;

Όσο είναι ταυτότητά μας η διάλεκτος άλλο τόσο είναι ταυτότητά μας η Κοινή και ίσως η ταυτότητα μας, τελικά, να ορίζεται από τη μετάβαση από τη διάλεκτο στην Κοινή και τούμπαλιν.

Για να μην βρεθούμε κάποια στιγμή προ απροόπτου, θα πρεπει να εξετάζουμε από τώρα όλα τα ενδεχόμενα που ανοίγονται με την ισχυροποίηση της διαλέκτου και τον μερικό εκτοπισμό της Κοινής. Η ιστορία της γλωσσολογίας έχει να παρουσιάσει παραδείγματα διαλέκτων που παραμέρισαν την Κοινή και, σταδιακά, μετατράπηκαν και, εν τέλει, αναγνωρίστηκαν ως αυτόνομες γλώσσες. Συχνά αυτό έχει να κάνει με κίνητρα και επιδιώξεις πολιτικής φύσης. Η Καταλανική διάλεκτος στην Ισπανία έγινε το λάβαρο για την ολοένα αυξανόμενη αυτονομία της Καταλωνίας, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την συνοχή του Ισπανικού κράτους.

Ίσως ένα τέτοιο ενδεχόμενο να φαντάζει μακρινό για την Κυπριακή πραγματικότητα. Σίγουρα, αυτό που κάποιοι ίσως αντιλαμβάνονται ως κίνδυνο, ενώ άλλοι ίσως θέτουν ως στόχο, δεν είναι άμεσο ενδεχόμενο αλλά, εξίσου σίγουρα, δεν είναι και ανύπαρκτο.

Ζούμε, άραγε, στα χρόνια που δημιουργείται η ‘γκρίζα ζώνη’ στη γλώσσα; Άλλη μια ‘γκρίζα ζώνη’ (και ο ελληνισμός έχει πείραν πικράν του τι οι ‘γκρίζες ζώνες’ δηλούσιν) τις βάσεις (άλλη λέξη κλειδί στην ιστορία της Κύπρου και τη συγκεκριμένη υπόθεση) της οποίας έβαλαν οι Άγγλοι, όπως έβαλαν τις βάσεις και για μια ‘πράσινη γραμμή’;

Κοινή γλώσσα δεν είναι παρά μια διάλεκτος που διαθέτει στρατό και στόλο.
Max Weinreich

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>