Γράφει:

Διεθνές σύστημα και το κυπριακό

Παναγιώτης Ήφαιστος

Το κυπριακό ζήτημα όπως και κάθε άλλη διένεξη συνδέεται άρρηκτα με το διεθνές σύστημα και τα προβλήματά του. Αν και δεν είναι του παρόντος, θα μπορούσε να σημειωθεί ότι πολλές πτυχές του κυπριακού ζητήματος στο παρελθόν θα εξελίσσονταν διαφορετικά αν η Κύπρος εκτιμούσε ορθά τα δεδομένα της ψυχροπολεμικής εποχής και τις επιλογές ενός μικρού περιφερειακού κράτους. Το ίδιο ισχύει στην φάση της μετάβασης από τον Ψυχρό Πόλεμο στην μεταψυχροπολεμική εποχή και τους σκοπούς των μεγάλων δυνάμεων τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αναφορικά με την τελευταία φάση θα θίξω – αναπόφευκτα συντομογραφικά – τρία μόνο ζητήματα που συνεχίζουν να επηρεάζουν την εξέλιξη του κυπριακού προβλήματος.

Διεθνές σύστημα και μεγάλες δυνάμεις

Η διπλωματία κάθε κράτους δοκιμάζεται και κρίνεται σε μεταβατικές ιστορικές στιγμές. Στην Ελλάδα, στην Κύπρο αλλά και ευρύτερα, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε βουνά ψευδαισθήσεων, αναρίθμητες λανθασμένες ανακουφιστικές θεωρήσεις περί «τέλους της ιστορίας», τερματισμού του πολέμου, εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, εκπλήρωσης των σκοπών των διεθνών θεσμών και περίπου εκκόλαψης ενός αλτρουιστικού διεθνούς περιβάλλοντος. Η σωστή ανάλυση, και κάποιοι την διατύπωσαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είναι ότι μια τέτοια μεγάλη ανακατανομή ισχύος αναπόδραστα προκαλεί κολοσσιαίες ανακατανομές ρόλων, συνόρων και πληθυσμών. Οι συμπληγάδες των υπερπόντιων εξισορροπήσεων στο πλαίσιο των ηγεμονικών ανταγωνισμών ή των καταχρηστικών κα άνομων στρατηγικών της εκάστοτε δεσπόζουσας δύναμης, επίσης, καθιστούν τις ασθενείς κοινωνίες και τα παραπαίοντα κράτη ευάλωτα και υποψήφια για κατάτμηση και διάλυση. Για να κατανοηθούν τέτοια πράγματα, όμως, απαιτείται να είναι κατανοητός ο ρόλος και η σημασία των εθνικών-κρατικών δομών, των εθνικών-κρατικών κοσμοθεωριών και του βαθμού επικινδυνότητας για τα λιγότερο ισχυρά κράτη όταν πιο ισχυρά κράτη συγκρούονται ή συναλλάσσονται. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα, επικράτησαν παντελώς ανορθολογικές θεωρήσεις που συνεχίζουν να θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση της Κύπρου και την ακεραιότητα του κράτους. Χωρίς να πω περισσότερα, υπενθυμίζω την επιπολαιότητα με την οποία την περίοδο 2002-2004 στο όνομα σάπιων μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων και θεωρημάτων διανοούμενοι και πολιτικοί στην Κύπρο υποδέχθηκαν την ιδέα της κατεδάφισης του θεσμού ελευθερίας των Κυπρίων, δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι πρόσφατες εκλογές, επίσης, δείχνουν ότι η πλειονότητα των πολιτικών ηγετών και ιδιαίτερα αυτών που επικράτησαν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών, δεν κατανοούν την σημασία του κράτους για την επιβίωση μιας κοινωνίας.

Εξαρτημένος χαρακτήρας των διεθνών θεσμών

Αν και μια ογκώδης μονογραφία δεν θα αρκούσε να αναλυθεί αυτό το ζήτημα, τηλεσκοπικά αναφέρω ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελλαδικής και κυπριακής διπλωματίας είναι οι παρανοήσεις για τον ρόλο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών. Η αποστολή τους είναι κυρίως να διαφυλάξουν την κυριαρχία των κρατών-μελών του ΟΗΕ. Οι υπάλληλοί τους συμπεριλαμβανομένου του ΓΓ του ΟΗΕ είναι εντολοδόχοι και όχι εντολείς, με αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας. Δυστυχώς κάποιοι δεν κατανοούν αυτόν τον σαφώς αντι-ηγεμονικό χαρακτήρα των διεθνών θεσμών και τους εκλαμβάνουν ως υπερεθνική εξουσία με νομιμοποιημένη δικαιοδοσία απόφασης επί ζητημάτων εσωτερικών καθεστωτικών δομών. Έτσι, αντί αμετάθετα και αδιάλλακτα να εμμένουμε σε εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας και παράλληλα να διασφαλίσουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ και εξωτερικά ερείσματα που θα στήριζαν την αξίωσή μας για εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας, περί άλλων τυρβάζαμε. Με την συναίνεσή μας το Συμβούλιο Ασφαλείας διολίσθησε σε αποφάσεις που αποτύπωναν την δική μας κατευναστική και υποχωρητική στάση στις ενδοκυπριακές συνομιλίες, αποδεχθήκαμε (και συνεχίζουμε να αποδεχόμαστε) διαπραγματεύσεις στην βάση παντελώς ανεφάρμοστων ιδεών για μια διζωνική-ρατσιστικού τύπου ομοσπονδία και αντί να απαιτούμε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αποκαταστήσει την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία του κυπριακού κράτους δεχόμαστε περιδεείς οτιδήποτε εκκολάπτεται στα υπόγεια της Νέας Υορκης, καθιστώντας έτσι τους εαυτούς μας έρμαιο των κυμάνσεων των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ευρωπαϊκή Πολιτική

Δύο δεκαετίες συζητήσεων και μετά από τέσσερα χρόνια ένταξης ελάχιστοι φαίνεται να έχουν κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους επιδιώξαμε την εισδοχή της ΚΔ στην ΕΕ. Κύριος σκοπός ήταν να ενσωματώσει η ΚΔ το Κοινοτικό Κεκτημένο, καθιστώντας έτσι εφικτή την επίλυση –μάλιστα αυτομάτως, αν εφαρμόζονταν – των καίριων πτυχών του κυπριακού προβλήματος. Κύριος σκοπός ήταν, επίσης – και όσοι ενεπλάκησαν σοβαρά με αυτή την στρατηγική, όπως ο υποφαινόμενος, το γνωρίζουν –, η δημιουργία των προϋποθέσεων για παράλληλες διεθνείς διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και της ΕΕ για την εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας. Διανοιγόταν έτσι η προοπτική κατοχύρωσης όλων των κυπρίων σε ένα κράτος δικαίου, μέλος της ΕΕ και, μέσω αυτής της προσέγγισης, ακύρωσης των ανεφάρμοστων ιδεών περί διζωνικής ομοσπονδίας. Κατά κάποιο τρόπο, η ένταξη δεν ήταν αυτοσκοπός. Στηρίχθηκε στην σωστή εκτίμηση αφενός της αδυναμίας της ΕΕ ως συλλογικού πολιτικού δρώντα (γεγονός που διευκόλυνε την ένταξη «ανεξαρτήτως λύσης») και στη εκτίμηση ότι η σημασία της ΕΕ για την Κύπρο δεν έγκειται τόσο στην πιθανότητα διαμεσολάβησής της όσο στο γεγονός ότι ως ισχυρή νομική κατασκευή, ενσωματωμένη στην εσωτερική δικαιοταξία των κρατών-μελών (κάτι που και η Τουρκία επιθυμούσε να ενσωματώσει με την υποβολή αίτησης ένταξης), η ένταξη θα δημιουργούσε μια δυναμική επιτυχούς διπλωματικής διαπραγμάτευσης για απαγκίστρωση της Τουρκίας, της Ελλάδας και της Βρετανίας. Επίσης, η επανένωση της Κύπρου θα καθίστατο ελκυστική αν προσφερόταν δυνατότητα κατοχύρωσης όλων των πολιτών σε ένα κράτος δικαίου υπό συνθήκες που δεν θα αμφισβητούν την εθνική και πολιτισμική ταυτότητα των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτές τις προοπτικές και δυνατότητες είναι που κυριολεκτικά ανατίναξε στον αέρα το σχέδιο Αναν.
Οι ίδιες λανθασμένες εκτιμήσεις των πολιτικών όψεων των διεθνών θεσμών και της ΕΕ, σε συνδυασμό με αδυναμίες και ρευστότητα στην Τουρκία και Ελλάδα, οδηγούν την Κύπρο ξανά σε αδιέξοδα. Πολύ περισσότερο αν λάβει κανείς υπόψη ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας επαυξάνει τους κινδύνους με το να αναζητά τις προοπτικές επίλυσης του κυπριακού ζητήματος όχι στα συμφέροντα και στις διαπραγματεύσεις υπό συνθήκες ισορροπίας, αλλά στην καλλιέργεια αστείων αντιλήψεων που αποδυναμώνουν εθνικά, συνειδησιακά και πνευματικά την κυπριακή κοινωνία.

Ο Παναγιώτης Ήφαιστος είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>