Γράφει:

Το ζωγραφικό εργαστήριο του Παύλου Ιερογράφου στην Κύπρο (17ος αιώνας)

Του Ιωάννη Α. Ηλιάδη

Το έργο του ζωγράφου Παύλου Ιερογράφου, που υπογράφει αρχικά ως «Παύλος Λουκιανού εκ Λευκωσίας» το 1622 και ως ιερέας το 1659, εκτείνεται σε μια χρονική περίοδο σαράντα έξι χρόνων (από το 1622 έως το 1668 σύμφωνα με τα υπογραμμένα έργα του) και περιλαμβάνει τόσο τοιχογραφίες όσο και εικόνες. Πρόκειται για μια προσωπικότητα, η οποία κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του παραγωγής επισκιάζει όλους τους άλλους ζωγράφους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι καλύτερος ποιοτικά από ομότεχνούς του, τουλάχιστον στο α΄ μισό του 17ου αιώνα.
Ο Παύλος ακολουθεί πρότυπα της Κρητικής Σχολής με καταφανείς σχέσεις και εξαρτήσεις από την τέχνη της «ιταλοβυζαντινής» σχολής της Κύπρου: την εικονογραφία της Παναγίας της Ποδίθου στη Γαλάτα, του Λατινικού Παρεκκλησίου στη Μονή Αγίου Ιωάννου Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη, της Παναγίας Καθολικής στο Πελένδρι, της Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στο Κούρδαλι, και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Παλαιχώρι. Επισημαίνεται επίσης η σχέση του καλλιτέχνη με το ζωγράφο Λούτζιο, ζωγράφο της πρώτης γενεάς μετά την οθωμανική κατάκτηση και συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον Παύλο και την ιταλοβυζαντινή σχολή.
Το έργο του Παύλου παρουσιάζει σχεδιαστικές αδυναμίες, όπως π.χ. οι μη φυσιολογικές αναλογίες των μορφών, οι οποίες αντισταθμίζονται με τη χρήση του χρώματος, των διακοσμητικών στοιχείων και των σκούρων περιγραμμάτων. Η χρωματική κλίμακα του Παύλου είναι λιτή και περιορισμένη σε λίγα χρώματα, όπως η κιννάβαρη, το χονδροκόκκινο, το κυανό, το πράσινο, η ώχρα και τα παράγωγά τους.
Η ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση των παραγγελιών και η όσο το δυνατόν μείωση του κόστους κατασκευής των έργων του είναι τα πιθανά αίτια των τραχέων και ανεπεξέργαστων σανιδιών των εικόνων του. Η ζωγραφική παρεμφερών στοιχείων της σύνθεσης, όπως τα κοσμήματα των ενδυμάτων και οι θρόνοι, αποκαλύπτουν το πλούσιο ταλέντο του Παύλου για τη δημιουργία συνθέσεων με το συνδυασμό διαφορετικών εικονογραφικών προτύπων, καθώς επίσης και τις πλούσιες τεχνικές επιχρύσωσης που εφαρμόζει για να συνδυάσει το φύλλο χρυσού με το χρώμα.
Η παραγωγή του Παύλου στα σαρανταέξι χρόνια της σταδιοδρομίας του, σύμφωνα με τα χρονολογημένα έργα, παρουσιάζει μια γενική ομοιομορφία. Κατά την τελευταία, όμως, δεκαετία της παραγωγής του, από το 1660 και έπειτα, παρουσιάζει κάποια διαφοροποίηση στην απεικόνιση των μορφών. Τα πρόσωπα αποστρογγυλεύονται και τα ζυγωματικά γίνονται πιο πλατιά με φουσκωμένες παρειές. Την περίοδο αυτή των γηρατειών του είναι πιο πιθανή η ενεργός συμμετοχή συνεργατών του στην ολοκλήρωση των έργων του: τότε παρουσιάζονται, άλλωστε, τα περισσότερα αμφιλεγόμενα έργα του.
Η έντονη προσωπικότητα του Κύπριου ζωγράφου φαίνεται να αναχαιτίζει αποτελεσματικά την τάση για εισαγόμενες εικόνες στις αρχές του 17ου αιώνα (λ.χ. εικόνες Τζανφουρνάρη και Μελετίου του Κρητός), που θα επαναρχίσει μετά την απόσυρση του ζωγράφου γύρω στο 1668 (λ.χ εικόνες του Τζάνε και του Πουλάκη).
Συμπερασματικά, παρατηρούμε ότι ο Παύλος είναι ένας ζωγράφος που ακολουθεί τις τάσεις της μεταβυζαντινής ζωγραφικής στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο, αναπλάθοντας τις παλιές παραδόσεις με τρόπο δημιουργικό. Με το έργο του κλείνει τη μεγάλη εποχή της ιταλοβυζαντινής ζωγραφικής και οδηγεί στην καθ’ αυτό μεταβυζαντινή ζωγραφική του 17ου αιώνα, επηρεάζοντας την καλλιτεχνική παραγωγή μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>