Γράφει: ,

Συνέντευξη με τον νομπελίστα ποιητή Seamus Heaney

Στην Κατερίνα Γκότση

Το 2004 το Abbey Theatre, το Εθνικό Θέατρο του Δουβλίνου, με την ευκαιρία της ανάληψης της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ιρλανδία, και με την παράλληλη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του επέλεξε να ανεβάσει μια εκδοχή σύγχρονη, Ιρλανδική, ενός κλασικού έργου που πηγαίνει πίσω στην κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού: την ‘Αντιγόνη’ του Σοφοκλή. Ως καταλληλότερος για την απόδοση της γνωστής τραγωδίας, επελέγη ο τιμημένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας ποιητής Σέημους Χήνυ (Seamus Heaney). Η ‘Ταφή στην Θήβα’, όπως τιτλοφορεί το έργο του ο Ιρλανδός λογοτέχνης, ανεβαίνει για δεύτερη φορά στο Δουβλίνο φέτος, τέσσερα χρόνια μετά, από τη σκηνή Ρeacock του ίδιου θεάτρου. Ο ίδιος ο Σέημους Χήνυ εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδέχτηκε την πρόσκληση παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του, που σχετίζονταν με το γεγονός ότι αρκετές νέες μεταφράσεις και διασκευές του παλαιού μύθου είχαν ήδη γραφτεί και παρασταθεί τα προηγούμενα χρόνια στην Ιρλανδία.

Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον μύθο της Αντιγόνης;

Μου προτάθηκε από το Abbey Theatre και όπως ίσως έχετε διαβάσει, σκέφτηκα τότε: «Ω Θεέ μου, άλλη μία ‘Αντιγόνη’, ποιος την θέλει…». Δεν θα είχα όμως ξεκινήσει χωρίς κάποιο είδος ευχαρίστησης, ή πρόκλησης, ή την ελάχιστη χαρά στη γραφή. Είτε φαίνεται είτε όχι στο τελικό κείμενο, κάθε φορά που καθόμουνα να γράψω με ενδιέφερε το μέτρο, η δημιουργία ρυθμού. Έτσι η γραφή μου έδινε χαρά, υπήρχε προσωπική ενασχόληση στίχο στίχο. Πρέπει να πω επομένως ότι η πρωταρχική απασχόληση για μένα ήταν το ίδιο το γράψιμο. Τα θέματα έχουν γίνει τόσο οικεία, που χρειαζόμουνα το ερέθισμα της ενασχόλησης με τη γλώσσα, της ίδιας της σύνθεσης.

Γιατί επιλέξατε να τιτλοφορήσετε τη δική σας μετάφραση ‘Η Ταφή στην Θήβα’;

Η αλλαγή του τίτλου μου έδωσε ενέργεια. Έδωσε στο έργο ανθρωπολογικό βάρος. Το έργο απομακρύνθηκε από την έκφραση απόψεων και διαφωνιών σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα και επέστρεψε σε κάτι αρχέγονο που έχει ακόμα σημασία: το ζήτημα της ταφής. Κάτι αντίστοιχο με την κεντρική διαμάχη του έργου συνέβη στη Βόρειο Ιρλανδία το 1981, κατά τη διάρκεια των απεργιών πείνας. Σε μία περίπτωση, ο Βρετανικός Στρατός κρατούσε το σώμα ενός νεκρού απεργού πείνας υπό στρατιωτική φρουρά και αρνιόταν να παραδώσει το φέρετρο στην οικογένεια μέχρι και λίγα μίλια από το σπίτι του. Υπήρχε μια γενική αίσθηση ανάμεσα στην Καθολική κοινότητα ότι μια απρέπεια είχε διαπραχθεί, ότι αυτό που στα Ιρλανδικά ονομάζεται «dúchas» είχε προσβληθεί. Το «dúchas» είναι μια Ιρλανδική λέξη που δηλώνει αυτό στο οποίο ανήκεις, αυτό που είναι ο θεμελιώδης πολιτισμός σου, η κληρονομιά σου, η προσωπική διαίσθηση σου για τα πράγματα, ό,τι σε κάνει πολιτιστικά αυτό που είσαι. Και από πολιτιστικής απόψεως, η ταφή και η κηδεία είναι σημαντικές για τους Ιρλανδούς σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η λέξη «ταφή» έχει ακόμα βαθιές ρίζες εδώ. Είναι μια λέξη που ούτε σε άλλα μέρη δεν έχει εκλογικευτεί τελείως. Ίσως στην Αμερική, αν πεις τη λέξη «ταφή», να μην έχει το ίδιο βάρος όπως έχει στην Ιρλανδία ή στην Ελλάδα, ή στην Κύπρο. Όπως και αν είναι η λέξη στα ελληνικά, είμαι σίγουρος ότι φέρνει στο νου την κοινότητα, το τελετουργικό και την οικογένεια και έτσι είναι και στην Ιρλανδία.

Δεν έχει όμως και πολιτικές προεκτάσεις; Υπάρχουν, για παράδειγμα στο έργο σας απόηχοι των θέσεων του Τζωρτζ Μπους.

Φυσικά, όλη η ιστορία με τον Μπους είναι τόσο εμφανής. Αλλά σκέφτηκα ότι ήταν μια γνήσια αναλογία. Εννοώ ότι ο Μπους, όπως κι ο Κρέων, είναι εκεί για να νοιαστεί για το θέμα της ασφάλειας, αλλά εκεί που βρήκα τον πραγματικό συσχετισμό ήταν στο Χορό. Αυτός βρίσκεται στην ίδια θέση με το Αμερικανικό εκλεκτορικό σώμα, γιατί είναι παγιδευμένος, ξέρετε, από τη χειραγώγηση με το θέμα της ασφάλειας. Αν οι Θηβαίοι γέροντες στραφούν ενάντια στον Κρέοντα, ή οι Αμερικανοί που ασκούν κριτκή στραφούν ενάντια στον Μπους, θεωρούνται προδότες. Εγώ όμως δεν ήθελα να παρουσιάσω τον Κρέοντα σαν καρικατούρα του Μπους. Nομίζω ότι είναι κατάχρηση του Σοφοκλή να κάνεις ένα έργο καρικατούρα, η ‘Αντιγόνη’ είναι ένα έργο που γράφτηκε από έναν άνθρωπο που κατείχε θέση πολιτική ευθύνης. Ο Σοφοκλής ήταν ενεργό μέλος της πόλης, και ήξερε από πρώτο χέρι τα προβλήματα των ανθρώπων της εξουσίας. Μπορούμε να διαβάσουμε αναλύσεις και να πούμε «ναι, η ‘Αντιγόνη’ είναι ένα έργο όπου οι ήρωες φτάνουν στα άκρα, ο Κρέοντας φτάνει στα άκρα, η Αντιγόνη φτάνει στα άκρα, είναι ένα έργο που πραγματεύεται το θέμα της ισχυρογνωμοσύνης», μια λέξη που χρησιμοποιώ συχνά. Αλλά περισσότερες από δυο χιλιετίες έχουν περάσει και στις μέρες μας οι υπερβολές του Κρέοντα θεωρούνται σε γενικές γραμμές πραγματικές υπερβολές, ενώ της Αντιγόνης θεωρούνται πίστη στις αρχές της. Νομίζω ότι στην Αθήνα του 5ου αιώνα, ο Σοφοκλής ταυτιζότανε συναισθηματικά με την Αντιγόνη, αλλά με τη λογική καταλάβαινε την ανάγκη του Κρέοντα να διατηρήσει τη δημόσια τάξη.

Γιατί ή σύγχρονη κοινωνία νιώθει σε έναν βαθμό την ανάγκη να πάει πίσω στους μύθους για να περιγράψει τι συμβαίνει στο κόσμο σήμερα;

Πιστεύω ότι γίνεται αισθητό το αντίτιμο για την απώλεια της θρησκείας, ο Θεός έχει σταδιακά εξαφανιστεί από την εξίσωση, η θρησκεία δεν είναι πια οδηγός της ατομικής συμπεριφοράς. Και όμως η λαχτάρα για επικύρωση μέσα από αρχέτυπα, η επιβεβαίωση για την θέση σου στον κόσμο μέσα από αρχέτυπα, υπάρχει ακόμα. Αν είχες τη θρησκεία, δεν θα χρειαζόταν να πας πίσω, θα είχες μια καλή πυξίδα. Μέσα από τα αρχέτυπα αναζητούμε νόημα, ψάχνουμε να καθιερώσουμε κάτι να μας κρατά όρθιους, να μας δίνει ένα κλειδί, αυτό νιώθω. Η κλασική λογοτεχνία έχει το είδος της εξουσίας που η Αγία Γραφή είχε τον 19ο αιώνα. Τα ζητήματα ηθικής που ήταν κάποτε αντικείμενο της θρησκείας έχουν μετατεθεί, ή αντικατασταθεί, ή μεταφερθεί στον χώρο των μύθων.

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>