Γράφει:

ΑΤΑ: ευλογία ή κατάρα;

Μετά τις τελευταίες παρεμβάσεις του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούσαν σε δραστικές διαφοροποιήσεις στον τόσο «ιερό» θεσμό της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ATA), ξέσπασε καινούργιος κύκλος αντιδράσεων και συζητήσεων. Αν και οι θέσεις αυτές, δεδομένης της κυπριακής πραγματικότητας, δεν αναμένεται να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στην υφιστάμενη κατάσταση, εν τούτοις όλος αυτός ο θόρυβος δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια αναθεώρηση των λόγων της διατήρησης ή της προσαρμογής/κατάργησης αυτού του τόσο έμφυτου χαρακτηριστικού της Κυπριακής οικονομίας. Αυτή η αναθεώρηση επιβάλλεται να λάβει υπόψη τις υφιστάμενες απόψεις των αντιπροσώπων των τριών κύριων παιχτών σε αυτό το μακροχρόνιο παιγνίδι που λέγεται ΑΤΑ, δηλαδή των εργαζομένων, των εργοδοτών και των οικονομικών αρχών του τόπου. Προτού γίνει όμως αυτό, καλό είναι να αναφερθούμε σε τι ακριβώς σημαίνει η ΑΤΑ για την Κύπρο.
Σκοπός αυτού του θεσμού αποτελεί η αποκατάσταση, σε κάποιο βαθμό, της αγοραστικής αξίας των απολαβών των εργαζομένων, ώστε να αντεπεξέρχονται του ολοένα και αυξανόμενου κόστους ζωής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο τιμαριθμικός δείκτης που εκδίδεται από την κυβερνητική αρχή (στην Κύπρο από την Στατιστική Υπηρεσία) χρησιμοποιείται ανά εξαμηνία, ώστε να ενσωματώνεται η σχετική αλλαγή στους μισθούς. Με πιο απλά λόγια, στην ΑΤΑ οφείλονται αυξήσεις στο επίπεδο των μισθών δύο φορές τον χρόνο, που αποδίδονται στον πληθωρισμό των προηγούμενων έξι μηνών. Ως εξυπακούεται, ο πιο πάνω τιμαριθμικός δείκτης υπολογίζεται βάσει ενός καλαθιού προϊόντων το οποίο κρίνεται ως αντιπροσωπευτικό των δαπανών ενός μέσου νοικοκυριού.
Άρα η ΑΤΑ μεταφράζεται σε αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων, αυξημένες δαπάνες μισθοδοσίας στους εργοδότες και ενδεχόμενες πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία. Συνεπώς, δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν το γεγονός ότι οι αντιδράσεις προς οποιεσδήποτε εισηγήσεις αποδυνάμωσής της είναι κραυγαλέα αρνητικές από τους πρώτους, θετικές από τους δεύτερους και δυναμικά ενθαρρυντικές από την Κεντρική Τράπεζα. Ωστόσο, αν και οι αντιδράσεις από κάθε πλευρά είναι σαφώς αναμενόμενες, αυτό που έχει σημασία σε μια πιο σφαιρική αξιολόγηση του θέματος είναι τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν τις τόσο προβλέψιμες θέσεις της κάθε πλευράς.

Οικονομικές Αρχές
Όπως έχει αναφερθεί, ως κύριος επικριτής της ΑΤΑ εμφανίζεται ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Αθανάσιος Ορφανίδης, ο οποίος στο παρελθόν αναφέρθηκε ακόμα και σε ολική κατάργηση του θεσμού, προκαλώντας άμεσες και σφοδρές διαμαρτυρίες από συνδικαλιστικές οργανώσεις, κόμματα, αλλά και την ίδια την κυβέρνηση. Οι θέσεις του αυτές συνοδεύονταν ωστόσο από θετικές δηλώσεις από τον Λουκά Παπαδήμο, Έλληνα αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία κατευθύνει πλέον την νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη, της οποίας είναι μέλος και η Κύπρος. Οι πιο πρόσφατες θέσεις του κ. Ορφανίδη τον εμφανίζουν πάντως να υποστηρίζει την βελτίωση και όχι την κατάργηση αυτού του τόσο σημαντικού προπύργιου του συνδικαλισμού, μέσω αναφορών και στην τόσο καλή λειτουργία του θεσμού στο παρελθόν. Η ένταξη όμως στην ζώνη του Ευρώ, κατά τον κο Ορφανίδη, επιβάλλει την διαφοροποίησή του, ώστε να μην υπάρχουν αρνητικές πτυχές και να συνάδει με το περιβάλλον που έχουμε ως μέλη της ΟΝΕ. Η υφιστάμενη μορφή της ΑΤΑ δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην Ευρωζώνη με τις αυξήσεις στις τιμές και τους μισθούς και για αυτό το λόγο πρέπει να διαφοροποιηθεί.
Ο κος Ορφανίδης έκανε λόγο και για αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού της Κύπρου και σε ψηλότερους ρυθμούς απ’ ό,τι οι μισθολογικές αυξήσεις, έχοντας ως εμφανή κατεύθυνση την ενδεχόμενη χρήση της παραγωγικότητας, εντέλει, στον υπολογισμό των αυξήσεων στους μισθούς. Αυτή η σχέση παραγωγικότητας και ΑΤΑ αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα όσον αφορά στις ευεργετικές ή καταστροφικές επιδράσεις του θεσμού στην οικονομία. Όπως δήλωσε πρόσφατα σε συνέντευξή του στην «Άποψη» ο πρώην Υπουργός Οικονομικών κ. Μιχάλης Σαρρής, «σε μια οικονομία που χαρακτηρίζεται από χαμηλό πληθωρισμό και σχετικά ικανοποιητική βελτίωση της παραγωγικότητας, η ΑΤΑ δεν αποτελεί πρόβλημα. Αντίθετα, όμως, σε περίπτωση που η κυπριακή οικονομία εισέλθει σε περίοδο ψηλού πληθωρισμού και μειωμένης παραγωγικότητας, η ΑΤΑ θα τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις, μέσω των ονομαστικών μισθών και ενδέχεται να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση της οικονομίας, με αρνητικές συνέπειες στους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και την ανταγωνιστικότητα».

Εργοδότες
Ο πληθωρισμός που προκαλείται από αυτήν και η μη ανάλογη αύξηση των μισθών με την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού αποτελούν και τα κύρια επιχειρήματα υπέρ μιας ενδεχόμενης προσαρμογής της ΑΤΑ από εκπροσώπους των εργοδοτών. Η προσαρμογή αυτή, όμως, δεν αναμένεται στο κοντινό μέλλον.
Πρόσφατες επισημάνσεις του κ. Μιχάλη Πηλίκου, Γενικού Διευθυντή της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων, υποστηρίζουν τη διεξαγωγή ενός ελεύθερου και παραγωγικού διαλόγου για το θέμα αυτό, αν και οι συμφωνίες και οι συλλογικές συμβάσεις που υπογράφει δεν αφήνουν στο παρόν στάδιο θέμα επαναδιαπραγμάτευσής. Ο κ. Πηλίκος ανέφερε επίσης ότι το θέμα της ΑΤΑ παρακολουθείται προσεκτικά από την ΟΕΒ λόγω της αύξησης που προκαλεί στο εργατικό κόστος, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, και ταυτόχρονα ανατροφοδοτώντας τον πληθωρισμό και περιορίζοντας τις πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας. Επίσης, αναφέρθηκε και σε σειρά διακεκριμένων διεθνών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι όποιοι έχουν υποδείξει την ανάγκη αναθεώρησης ή και κατάργησης του θεσμού, ως επίσης και σε ευρωπαϊκές χώρες που εφάρμοσαν για ένα διάστημα το σύστημα αυτό, αλλά ακολούθως όλες το εγκατέλειψαν. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη και των συντεχνιών.

Εργαζόμενοι
Κύριοι αντιπρόσωποι των εργαζομένων είναι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Κατ’ αυτές, η ΑΤΑ αποτελεί μια από τις πιο «ιερές» κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, καθώς επίσης και τη βάση για τη διατήρηση του οικονομικού τους επιπέδου, ώστε να διασφαλίζεται η αγοραστική δύναμη των απολαβών τους σε ικανοποιητικά επίπεδα. Οι υπέρμαχοι του θεσμού αναφέρονται και στην ελαστική πολιτική του συνδικαλιστικού κινήματος που δέχθηκε μετά την καταστροφή του 1974 την αναστολή του θεσμού για μια τριετία, στο πόρισμα της Επιτροπής Έρευνας, που διορίστηκε το 1986 από το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο πρότεινε τη διατήρησή της, καθώς επίσης και στην αποδοχή από τους εργαζόμενους της αλλαγής στον τρόπο υπολογισμού του στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ώστε να μην περιλαμβάνονται οι έμμεσοι φόροι, πλην του ΦΠΑ. Σημαντικό επιχείρημά τους αποτελεί και το ότι άλλοι παράγοντες, όπως οι σπατάλες σε είδη πολυτελείας λόγω ανεξέλεγκτου δανεισμού, και όχι οι απολαβές των εργαζομένων, είναι που προκαλούν τις πληθωριστικές πιέσεις στην κυπριακή οικονομία. Το μόνο μειονέκτημα που, εν μέρει, παραδέχονται ακόμα και οι υποστηριχτές της ΑΤΑ είναι ότι υπάρχει κάποια αδικία στην κατανομή της, εφόσον κάποιοι πολύ χαμηλά αμειβόμενοι δεν προστατεύοντα από αυτήν, προκαλώντας διεύρυνση της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ υψηλόμισθων και χαμηλόμισθων υπαλλήλων.

Τι είναι τελικά, Ευλογία ή Κατάρα;
Αναμφισβήτητα η ΑΤΑ αποτελεί επίτευγμα για τους εργαζόμενους και τον συνδικαλισμό στην Κύπρο, εφόσον λόγω αυτής διατηρήθηκε η αγοραστική δύναμη των μισθών των εργαζομένων όλα αυτά τα χρόνια σε ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ η ανεργία έχει αντίθετα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αγνοεί κάποια προφανή μειονεκτήματα του θεσμού, όπως το ότι δεν εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να εντείνεται η κοινωνική αδικία (εφόσον οι υπάλληλοι που επωφελούνται ουσιαστικά πληρώνουν τις αυξήσεις των υπολοίπων). Επίσης, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί κατά πόσον η παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού συνάδει με τις αυξήσεις των μισθών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην αντίθετη περίπτωση η ύπαρξή της ΑΤΑ έχει ως αποτέλεσμα αυξήσεις στον πληθωρισμό και αποδιοργάνωση της οικονομίας.
Εντέλει, με την ένταξή μας στην Ευρωζώνη, οι απόψεις του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (ιδιαίτερα όταν υποστηρίζονται από την ΕΚΤ), δεν πρέπει να απορρίπτονται εν μέσω θύελλας αντιδράσεων. Καλό είναι να εξετάζονται τουλάχιστον όσον αφορά στο ρεαλισμό των περιγραφόμενων κινδύνων. Στο κάτω – κάτω είναι φυσικό οι εργαζόμενοι να μην επιθυμούν μια εξέλιξη που θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό στις αυξήσεις των απολαβών της, όσο και αν αυτό μπορεί να καταστεί μελλοντικά επιζήμιο. Συνεπώς, μόνο ο διάλογος με τους επικριτές του θεσμού μπορεί να αποτρέψει τη μετατροπή μιας προφανούς ευλογίας σε μια ανεξέλεγκτη κατάρα.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>