Top 10 Τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου

1. Ζεϊμπέκικο – Βρώμικο Ψωμί

Το «Ζεϊμπέκικο», πολύ περισσότερο από την απόλυτη ελληνοποίηση της ροκ μυθολογίας, συνιστά την τελείωση ενός προσωπικού σύμπαντος που όμοιό του δεν έχει έκτοτε γνωρίσει η ελληνική στιχουργική τέχνη. Με τον «Μπάλλο» ο Σαββόπουλος άνοιξε μια άγνωστη θύρα με νεόκοπα σύμβολα και ένα αενάως αναγεννημένο πανηγύρι, το οποίο τερματίζεται απότομα με τους κυματισμούς της «Μαύρης Θάλασσας», όταν ο Σαββόπουλος αναζητεί ένα νέο ήχο στη θέση εκείνου που στερείται. Και όμως τα προαναφερόμενα δύο τραγούδια – σύμβολα του σαββοπουλικού έργου συνιστούν στην ουσία επιμέρους σχόλια στο «Ζεϊμπέκικο». Με το «Ζεϊμπέκικο» το θέμα της σύζευξης της ελληνικής μουσικής και του ροκ άνοιξε και έκλεισε ταυτόχρονα, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω επεξηγήσεις. Μοναδικό ερώτημα απομένει ο βαθμός στον οποίο μπορούμε σήμερα να νοιώσουμε αυθεντικά την προσευχή της ελευθερίας των υπόγειων διαδρομών και του βρώμικου ψωμιού που εμπερικλείει το μήνυμα του Μπάτη.

2. Είδα την Άννα Κάποτε – Το Περιβόλι του Τρελού

Τα αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά στο «Περιβόλι» για να μας πάρουν μακριά, να μας παν στα πέρα μέρη, σε μια προσπάθεια να φτάσουμε στη γνωστή εκ των προτέρων κατάληξη. Και η κατάληξη δεν είναι άλλη από την «Άννα». Όπως παρατήρησε ο Γιώργος Νοταράς, «η Άννα είναι το παν, είτε το θέλουμε, είτε όχι». Ένα αιθέριο βαλς που ανατρέπει όλους τους κώδικες επικοινωνίες και μετουσιώνει την αποδοχή της ήττας σε αριστούργημα. Τα μάτια της Άννας είναι πλέον βομβαρδισμένες πόλεις, ναυάγια στο βυθό, καθώς τα βήματα στη σκάλα σβήνουν κι εμείς οι φτωχοί απομένουμε με μόνη ανάμνηση το όνομά της και μια φευγαλέα εικόνα που χάνεται για πάντα στου κόσμου τη βουή, έτσι ώστε να μπορέσει πραγματικά να υπάρξει.

3. Συννεφούλα – Φορτηγό

Σε τελική ανάλυση όλα ξεκίνησαν από τη «Συννεφούλα», την ενσάρκωση της γυναίκας – ελευθερία που επανέρχεται διαρκώς στο σαββοπουλικό έργο, άλλοτε ως «Έλσα», άλλοτε ως «Φιλημένη μες τους κινηματογράφους». Παραδεχόμενος την αδυναμία να φυλακίσεις την ελευθερία, ο ποιητής την καλεί να επιστρέψει για να ξαναφέρει τις μέρες που λαχτάρησε να έλθουν, αυτές που ο ίδιος αποκαλεί «Δέντρο» και που φεύγουν, ξανάρχονται και μας συντροφεύουν. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να μιλούμε άλλο γι’ αγάπη. Η συννεφούλα θα επιστρέψει και μες στ’ αδιέξοδο, θα βρει την έξοδο, ώστε «Μέρες καλύτερες να ‘ρθουν».

4. Ας Κρατήσουν οι Χοροί – Τραπεζάκια Έξω

Η ελληνική μοναξιά που πηγαινοέρχεται στο «Τσάμικο» βρήκε το όνειρό της σε γραμμές πολιτικές, αλλά το πήγε πέρα από αυτές. Το «Ας Κρατήσουν οι χοροί» είναι η κορύφωση της σύμπλευσης τέχνης και πολιτικής, η στιγμή που η Ελλάδα εμφανίζεται μέσα από της νύχτας το λαμπάδιασμα, για να δημιουργήσει, χάρη στο ξεφάντωμα μιας παρέας που ανταμώνει σε κυκλωτικούς χορούς που ξεκινούν από την αρχαιότητα, διαπερνούν το βυζάντιο και την τουρκοκρατία, και μέσα από παράγκες και συγκεντρώσεις, καταλήγουν στο ροκ του μέλλοντός μας, μακριά από ζαχαρωμένα τραγούδια.

5. Σαν τον Καραγκιόζη – Δέκα Χρόνια Κομμάτια

Αν ο Καραγκιόζης κουραστεί να φορτώνεται την αθλιότητα στην καμπούρα του, τότε ποιος θα την αναλάβει; Ο «Καραγκιόζης» είναι κείνο που μας τρώει, αλλά και κείνο που μας σώζει, οι μικρές πλάτες που σηκώνουν τους φίλους και τους εχθρούς σαν επιβάτες και βάζουν στη σκιά τους το παιδί που δεν έχει που να πάει. Από τον Όλιβερ Τουίστ και τον Χίτλερ που σμίγουν στο «Ολαρία Ολαρά» μέχρι το τήνελλα Καλλίνικος του «Αριστοφάνη που γύρισε από τα θυμαράκια», ο «Καραγκιόζης» με μια λάμπα τρελή και ένα λευκό σεντονάκι συνεχίζει να μην έχει τίποτα και να ζητά τα πάντα.

6. Τι Έπαιξα στο Λαύριο – Ρεζέρβα

Και ξαφνικά ο κότσυφας Σταύρος και κυρ Σταύρος και αφέντης τσουτσουλομύτης, γνωρίζει τις βροχές και τα χαλάζια και τους κεραυνούς, και απομένει ένας ταπεινός, αλλά σοφότερος πια Σταύρος. Ένας ασχημοπαπαγάλος με τιράντες και γυαλιά που όλο φοβάται το αύριο και δεν ξέρει τι να παίξει στα παιδιά. Ώσπου να θυμηθεί πως «Γεννήθηκε στη Σαλονίκη» και πρόλαβε να δει τους ποιητές, ταξιδεύοντας στο υπόγειο νησί της «Θανάσιμης μοναξιάς του Αλέξη Ασλάνη». Τα παιδιά επιστρέφουν στον αληθινό χρόνο, εκείνον που δεν δειλιάζει μπροστά στα τετελεσμένα και ονειρεύεται την ανατροπή, αρνούμενος να πετάξει τίποτα.

7. Εμείς του ’60 – Κούρεμα

Σχεδόν σαρανταπέντε ετών με μπλοκ επιταγών χωρίς κανένα αντίκρυσμα εξόν τη γη του θησαυρού, τους τίτλους τ’ ουρανού, το αίμα του θεού, η μόνη επιλογή που απομένει είναι να μιλήσεις της κάθε γενιάς καινούριας και παλιάς. Να μιλήσεις όμως ως εκδρομέας του 1960 που γνωρίζει πως η ήττα δεν πραγματώνεται με το θάνατο ή τη συντριβή, αλλά όταν συμφιλιωμένος με την προπαγάνδα, παύεις να αγωνίζεσαι και μαθαίνεις να αγαπάς την ευδαιμονία που σου προσφέρει ο νέος εγωισμός και θεωρείς ότι η ιστορία έχει τελειώσει και τα οράματα της ανατροπής έχουν καταστεί άνευ νοήματος, βυθισμένος στο απόλυτο κενό.

8. Δημοσθένους Λέξις – Βρώμικο Ψωμί

Τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα, μπορεί και οι Φροϋδιστές να ‘ρθουν στην εξουσία. Και όταν αυτό γίνει, ακόμα και η ελπίδα ότι κάποτε θα βγεις από την φυλακή δεν επαρκεί. Τα τείχη θα είναι πιο μακρά, διότι πλέον τίποτα δεν θα είναι όπως το γνώρισες. Οι δρόμοι θα είναι αδειανοί, οι φίλοι ξενιτεμένοι κι η πολιτεία σου πιο ξένη. Και θα σκέφτεσαι πώς όλα όσα έζησες ήταν πράγματα του μύθου και όλοι οι αγώνες σου άνευ νοήματος, καθώς χωρίς βουλή και χωρίς Θεό, στέκεσαι μπρος στην πύλη και σκέφτεσαι πως τα αστειάκια και οι σάτιρες έχουν τελειώσει και πλέον «δεν υπάρχει ελπίς στην Ελλάδα ζεις».

9. Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη – Το Περιβόλι του Τρελού

Δεν υπάρχει πια καιρός για χάδια. Μόνο για αλήθειες, καθώς «Τα παιδιά που χάθηκαν» ξαναγεννιούνται και διερωτούνται «ποιος αλήθεια είμαι εγώ και που πάω με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό». Ο χρόνος που περνάει σε λίγο δεν θα είναι εδώ και οι σύντροφοι του Οδυσσέα φοβούνται και θέλουν να επιστρέψουν σπίτι τους και να πάρουν το κορίτσι τους για βόλτα χέρι – χέρι. Μέσα από το φόβο όμως ξεπροβάλλει ο Καραϊσκάκης, το παλικάρι που κολυμπά ολόϊσια στο θάνατο, καθώς ανεβαίνει στους βασιλιάδες τ’ ουρανού κι ο ύμνος του τραντάζει το ναό.

10. Πολιτευτής – Ρεζέρβα

Και εκεί που η απόγνωση άνοιξε λαγούμι και πλέον η ελευθερία δεν της αρκεί και ζητά, μαζί με το Νίκο Κοεμτζή, δικαιοσύνη, η «Μικρή Ελλάδα», εκείνος ο λευκός γαλάζιος ποντικός, αλλάζει ταχύτητες στην εθνική αρτηρία και πάει πιο κει με ένα πυροβολισμό. Ποιος όμως θα γιαουρτώσει τον «Πολιτευτή» που ενώ διάβαζε Ρίτσο και αρχαία τραγωδία, τώρα ως άλλος «Άγγελος Εξάγγελος» μιλά στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη και βγαίνει όλο κλάψες και ψευτιές τάχα «Για την Κύπρο»;

One Comment

  1. Αντήνωρ
    18 Ιουνίου 2010 13:13

    Πραγματικά ωραία τραγούδια!

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>