Γράφει:

Τεκμηριωμένα: Πολύγλωσση ποίηση στην Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα

Μόνο σε μεταγενέστερες εποχές, στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία υψηλού ύφους, αρχίζει να επικρατεί ο μύθος για τη μονογλωσσία της λογοτεχνίας. Στη δημιουργία του μύθου αυτού συνέβαλε αισθητά η εμφάνιση των εθνικών λογοτεχνιών και γλωσσών.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, στην πολύγλωσση και πολυπολιτισμική κοινωνία της Κωνσταντινούπολης διαμορφώνεται μία ποιητική παράδοση, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως ένα πολύγλωσσο λογοτεχνικό φαινόμενο. Στις ποιητικές ανθολογίες, οι οποίες συνεχίζουν την Φαναριωτική ποιητική παράδοση των «μετζμουάδων» ή «μισμαγιών» (από το τούρκικο mecmua, που σημαίνει «συλλογή»), αναφέρονται δίγλωσσα ελληνοτούρκικα, βουλγαροτούρκικα, ελληνογαλλοτούρκικα κείμενα. Τα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά ονομάζονται «σαρκία» (από το τούρκικο şarkı – τραγούδι) και έχουν ερωτικό περιεχόμενο. Τα κείμενα γράφονται με ελληνικούς χαρακτήρες, και πότε-πότε προστίθεται και η οσμανική μουσική συνοδεία, πράγμα που δηλώνει ότι τα ποιήματα αυτά τα τραγουδούσαν.
Ένα παράδειγμα τέτοιου κειμένου αναφέρει ο Σκάρλατος Βυζάντιος στο περίφημο έργο του, αφιερωμένο στην περιγραφή της Κωνσταντινούπολης (1869):
güller açılı gibi, bulbul uyuya kalmiş•
Τρέχω, το ρωτώ, με λέγει: φέτο’ δεν λαλούμ’ ημείς.
Niçun (=niçin), ey murgın (?) melek, niçun soylemez oldun;
Hakikat, όσοι βαστούνε, λέγει ότ’ έτσι καταντούν.
(μετάφραση των τούρκικων φράσεων: σαν ένα ανοιχτό τριαντάφυλλο το αηδόνι αποκοιμήθηκε… γιατί, ω άγγελε, γιατί έγινες σιωπηλός; Πράγματι…).
Το ποίημα αυτό αποτελεί ένα ωραιότατο λογοτεχνικό παράδειγμα, το οποίο έχει διπλές ομοιοκαταληξίες των τούρκικων και των ελληνικών λέξεων: καλμίς – ημείς (καταλαβαίνουμε βέβαια, ότι το sh προσφέρεται και γράφεται με ελληνικούς χαρακτήρες σαν ς), ολδούν – καταντούν.
Το λογοτεχνικό φαινόμενο αυτό αποτελεί ένα κράμα των τούρκικων και ελληνικών ποιητικών παραδόσεων και γλωσσών. Από τη μία πλευρά, η κωνσταντινουπολίτικη ποιητική παράδοση χρησιμοποιεί το πιο χαρακτηριστικό ελληνικό μέτρο του δημοτικού τραγουδιού που είναι ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος – ομοιοκαταληξίες περιέχουν μόνο οι ελληνικοί στίχοι των ποιημάτων. Από την άλλη, όμως, ολόκληρο το σύστημα των εικόνων, μεταφορών και κλισέ δανείζεται πολλά και από την οσμανική λογοτεχνία. Και οι δύο γλώσσες και ποιητικές, ελληνική και τούρκικη, αναμειγνύονται για να συμβάλουν στη δημιουργία μιας καινούργιας δίγλωσσης λογοτεχνικής παράδοσης.
Πώς όμως εμφανίζεται και διαδίδεται ένα τέτοιο περίπλοκο και σπάνιο λογοτεχνικό φαινόμενο στην κοινωνία; Αφενός, διαθέτουμε τεκμήρια από τη μελέτη των Ρώσων περιηγητών ότι τα τραγούδια αυτά αποτελούσαν μέρος θεατρικών παραστάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι κυκλοφορούσαν στην προφορική τους μορφή. Ένας Ρώσος περιηγητής ο Β.Ο. Μινόρσκι, για παράδειγμα, στην περιγραφή του της Κωσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρει μία θεατρική παράσταση, όπου οι γυναίκες – τονίζει ότι επρόκειτο για Χριστιανές – τραγούδησαν «τα πολύ διαδεδομένα τότε στην Πόλη οσμανικά σαρκία». Αφετέρου, ο Λ. Βρανούσης, περιγράφοντας τα έργα του Ρήγα, διαπιστώνει ότι οι στίχοι των μισμαγιών περνούσαν πολύ συχνά από το ένα χειρόγραφο στο άλλο και αντιγράφονταν στα τετράδια χωρίς όμως πληροφορίες για τους συγγραφείς τους. Για αυτό το λόγο, τα ποιήματα των μισμαγιών θεωρήθηκαν παλαιότερα ανώνυμα, σαν να αποτελούσαν κοινή λογοτεχνική περιουσία. Συχνά, μάλιστα, εντάσσονταν ως ανώνυμα ακόμα και στις έντυπες συλλογές. Μόνο στα τέλη του 19ου αιώνα, στις έντυπες ανθολογίες, στις οποίες ήδη αναφέρονταν τα ονόματα των συγγραφέων και συνθετών, συναντά κανείς στη πρώτη σελίδα την προειδοποίηση ότι η επανέκδοση των ποιημάτων θεωρείται κλοπή και διώκεται ποινικά.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι μία τέτοια ετερογενής ποιητική παράδοση εμφανίζεται συνήθως στις αποκαλούμενες συνοριακές κουλτούρες. Πολυάριθμα παραδείγματα των ποιημάτων, στα οποία χρησιμοποιούνται δύο ή περισσότερες γλώσσες, υπάρχουν στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Μόνο σε μεταγενέστερες εποχές, στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία υψηλού ύφους, αρχίζει να επικρατεί ο μύθος για τη μονογλωσσία της λογοτεχνίας. Στη δημιουργία του μύθου αυτού συνέβαλε αισθητά η εμφάνιση των εθνικών λογοτεχνιών και γλωσσών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Clogg R., “The Greek Millet in the Ottoman Empire” in Braude B., Lewis B. (ed.) Christians and Jews in the Ottoman Empire. The functioning of a plural society. Vol. I. New York, 1982. 185-207.
Kappler M., Türkischsprachige Liebeslyrik in griechisch-osmanischen Liedantologien des 19. Jahrhunderts. Berlin, 2002.
Βυζάντιος Σ., Η Κωνσταντινούπολις. Η περιγραφή τοπογραφική, αρχαιολογική και ιστορική. Τόμος Γ`. Αθήνησιν εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, 1869.
Balta E., Périodisation et typologie de la production des livres Karamanlis στο Δελτίο του Κέντρου Μικροασιατικών Σπουδών, 12, 1997-1998. 129-153.

Η Valentina Fedchenko είναι ιστορικός της λογοτεχνίας

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>