Γράφει: ,

Συνέντευξη William Mallinson, Βρετανός πρώην διπλωμάτης, Καθηγητής Πανεπιστημίου

Απληστία και φιλοδοξία στη βρετανική στρατηγική

στον Αχιλλέα Αιμιλιανίδη

 

Ο William Mallinson είναι καλά γνωστός σε όσους ασχολούνται με την βρετανική πολιτική στο κυπριακό πρόβλημα. Έχοντας διατελέσει διπλωμάτης της Βρετανίας και ακολούθως ακαδημαϊκός, το πρόσφατο βιβλίο του ‘Cyprus: A Modern History’, όπως και οι διάφορες μελέτες του για την Κύπρο, στηριγμένες σε σωρεία εγγράφων, διαφωτίζουν την σύγχρονη φάση του κυπριακού προβλήματος και επεξηγούν τους στρατηγικούς λόγους για τους οποίους η Βρετανία επεδίωξε και συνεχίζει να επιδιώκει την μετατροπή της Κύπρου σε προτεκτοράτο.

Ας ξεκινήσουμε από την αγγλική πολιτική στην Κύπρο μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1960. Πώς την κρίνετε;

Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να παρατηρήσω ως προς την βρετανική πολιτική στην Κύπρο, η οποία συμφωνώ μαζί σας πως είναι περισσότερο αγγλική, παρά σκωτική ή ουαλική, είναι πως ο στόχος ήταν να τηρηθεί ένα χαμηλών τόνων προφίλ, διότι νομίζω πως το βρετανικό Foreign Office αντιλαμβανόταν πως οι Συνθήκες με τις οποίες εγκαθιδρύθηκε η Κύπρος στηρίζονταν σε ελάχιστα στερεά νομικά θεμέλια. Αυτό προκύπτει και από τα έγγραφα του βρετανικού Foreign Office του 1960. Ήλπιζαν δηλαδή ότι το πρόβλημα δεν θα υπήρχε ή ότι αυτό θα έπαυε να υπάρχει και ότι με την βοήθεια των Αμερικανών θα χρησιμοποιούσαν τις Βάσεις τους στην Κύπρο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και με σκοπό να αντιμετωπιστεί αυτό που αντιλαμβάνονταν ως ψυχρός πόλεμος. Νομίζω πως ο βασικός τους στόχος υπήρξε να τηρήσουν ένα χαμηλών τόνων προφίλ με την ελπίδα ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα. Αυτή υπήρξε η βασική τους ελπίδα το 1960 όταν υπέγραφαν τις Συνθήκες, και δεν θα αποδεικνυόταν ιδιαίτερα ρεαλιστική.

Συνεχίζοντας αυτό τον τρόπο σκέψης, θα λέγατε πως οι στρατηγικοί αυτοί στόχοι εξακολουθούν να υπάρχουν; Γιατί είναι σήμερα η Κύπρος σημαντική για το Ηνωμένο Βασίλειο; Τόσο η Κύπρος, όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως γιατί είναι τόσο σημαντικό για το Ηνωμένο Βασίλειο να διατηρεί βρετανικές βάσεις και να ελέγχει την Κύπρο ως αν ζούσαμε στην εποχή της αποικιοκρατίας;

Σωστά θέτετε το ερώτημα. Νομίζω ότι σήμερα, μετά την κρίση στο Σουέζ, μετά τη δεκαετία του 1960 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ακόμα περισσότερο μετά την Θάτσερ και 100% μετά τον Μπλερ, η εξωτερική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αδιάρρηκτα δεμένη με την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτή είναι η γενική απάντηση. Τώρα πιο εξειδικευμένα, γιατί έχουμε μετά από τόσα χρόνια αυτή την εμμονή με την διατήρηση των Βάσεων. Θα σας δώσω την προσωπική μου εκτίμηση. Πιστεύω πως οι ίδιες στρατηγικές εμμονές που υπήρχαν στο τέλος του 18ου αιώνα, τότε για την Αγγλία και αργότερα για τη Βρετανία, εξακολουθούν και σήμερα να υπάρχουν, δηλαδή φόβος για τη Ρωσία, μετά για τη Σοβιετική Ένωση και ανησυχία για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Όλα τα σχετικά έγγραφα που έχω μελετήσει περιλαμβάνουν αυτή την στρατηγική επιθυμία να διασφαλιστεί ο αγγλοσαξωνικός ή δυτικός ή «δημοκρατικός» έλεγχος επί της Ανατολικής Μεσογείου. Και αυτό δεν έχει μεταβληθεί στην πραγματικότητα. Τα ίδια πράγματα επιστρέφουν με διαφορετικά χρώματα και το παρελθόν μοιάζει με το μέλλον. Υπάρχει φιλοδοξία και δυστυχώς απληστία, η οποία και οδηγεί στην στρατηγική. Επομένως, ο πραγματικός στόχος είναι ο έλεγχος σημαντικών περιοχών του κόσμου και η αποφυγή ελέγχου άλλων μεγάλων δυνάμεων και αυτός ο τρόπος σκέψης αντικατοπτρίζεται και στη Ρωσική πολιτική, με τη διαφορά ότι η περιοχή είναι πιο κοντά στη Ρωσία, γεγονός που καθιστά άνισες τις ισορροπίες. Δεν έχω πάντως δει οποιαδήποτε αλλαγή στο στόχο των Βρετανών όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός παραμένει ο έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου, ιδιαίτερα ενόψει και της συνέχισης της Αραβοισραηλινής διένεξης. Και αυτό φαίνεται και στις δηλώσεις του Κίσσιντζερ για την Κύπρο, σύμφωνα με τις οποίες η Βρετανία πρέπει να συνεχίσει να ελέγχει αυτή την περιοχή του κόσμου, δηλαδή την Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, θα ήθελα να σημειώσω ότι η Βρετανική πολιτική έχει πάψει να είναι γνήσια βρετανική. Η Βρετανία και να ήθελε, δεν μπορεί να αφήσει τις Βάσεις, διότι είναι σημαντικό για αυτή να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ και αυτό οφείλεται στο ότι η Βρετανία δεν έχει πια ανεξαρτησία απέναντι στις ΗΠΑ για να ισχυριστεί ότι δεν θα πράξει κάτι που επιθυμούν οι ΗΠΑ. Ιδιαίτερα είναι δεσμευμένη απέναντι στις εταιρείες όπλων και άμυνας των ΗΠΑ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση τι ρόλο έχει σε αυτή τη διαδικασία που περιγράφετε;

Μετά την ήττα του Edward Heath στις εκλογές, όπως είπα, η βρετανική εξωτερική πολιτική καθίσταται ολοένα και λιγότερο ανεξάρτητη σε σχέση με τις ΗΠΑ. Μετά το 1960 οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να πείσουν την Βρετανία να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει. Όταν η Βρετανία τελικά εντάχθηκε, νομίζω πως οι ΗΠΑ δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένες που αυτό συνέβηκε υπό την ηγεσία του Edward Heath, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα κυνικός ως προς τον Κίσσιντζερ. Έκτοτε, όπως είναι γνωστό, ο στόχος των Βρετανών υπήρξε να αποδυναμώσουν την διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης και να καταστήσουν την ΕΕ απλώς μια ελεύθερη αγορά, κάτι το οποίο εξυπηρετούσε και τις ΗΠΑ. Διότι όσο περισσότερη πολιτική διαίρεση υπάρχει, τόσο πιο εύκολο είναι για τους Αγγλοαμερικάνους να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια υπήρξε στόχος της Βρετανίας και των ΗΠΑ να μην υλοποιηθεί το σχέδιο για ένα ευρωπαϊκό στρατό. Και σημειώνω ότι μιλούμε για ένα αυτόνομο ευρωπαϊκό στρατό και όχι απλώς για μια ΚΕΠΠΑ που είναι παραπαίδι του ΝΑΤΟ. Υπάρχουν εδώ τεράστια οικονομικά συμφέροντα της αμυντικής βιομηχανίας. Η Κύπρος εντάσσεται ομαλά μέσα σε αυτή την προσπάθεια. Αν η Κύπρος εντασσόταν σε ένα παρόμοιο στρατό, τότε οι Βάσεις θα καθίσταντο ακόμα περισσότερο αναχρονιστικές από ότι είναι σήμερα. Και επομένως ο στόχος για διατήρηση των Βάσεων μέσα από τις αναχρονιστικές και μη λειτουργικές συνθήκες του 1960, έρχεται στο προσκήνιο με το σχέδιο Ανάν που είχε ως στόχο να παραμείνει η Κύπρος έξω από τα θεμελιώδη ευρωπαϊκά οικοδομήματα ασφάλειας και να διατηρηθεί ο βρετανικός έλεγχος επί της Ανατολικής Μεσογείου. Υπάρχει επομένως ένας διττός στόχος, που σκληρά αντιμετωπίζει την Κύπρο ως κέντρο προώθησης των ξένων συμφερόντων.

Θα έλεγα δηλαδή ότι η Κύπρος αντιμετωπίζεται ουσιαστικά ως δυνητικό προτεκτοράτο και αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα στο σχέδιο Ανάν. Δεν ξέρω αν συμφωνείτε.

Ακριβώς! Έχετε απόλυτο δίκαιο. Ακόμα και οι Συνθήκες του 1960 τις οποίες υπέγραψε τόσο απερίσκεπτα ο Καραμανλής δεν εγκαθίδρυαν μια ανεξάρτητη δημοκρατία. Και βέβαια το Σχέδιο Ανάν ήταν τουλάχιστον δέκα φορές χειρότερο από τις Συνθήκες του 1960. Υπάρχει ένας μακρύς ευρωπαϊκός δρόμος, που είναι όντως μακρύς, αλλά είναι σε κάθε περίπτωση πολύ πιο ασφαλής από τα επικίνδυνα αυτά σχέδια, τύπου Ανάν.

Μια συναφής ερώτηση. Έχοντας πει όλα αυτά. Είστε μέλος τόσο της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενώ υπήρξατε και μέλος της διπλωματικής κοινότητας. Μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους οι διπλωμάτες επιδιώκουν να υποστηρίζουν την βρετανική πολιτική, αλλά γιατί νομίζετε πως τόσα μέλη του ακαδημαϊκού κόσμου, ιδιαίτερα Αγγλοσάξωνες, υποστήριξαν το Σχέδιο Ανάν;

Εν πρώτοις, πιστεύω πως υπάρχουν ελάχιστοι ιστορικοί που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το Σχέδιο Ανάν, διότι ένας ιστορικός θα έχει δει τα σχετικά κείμενα και θα γνωρίζει πως το Σχέδιο Ανάν υπήρξε προϊόν της προσπάθειας για βρετανικό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά δεύτερο, πιστεύω πως όσοι το υποστήριξαν μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τις λεπτομέρειες της ιστορίας της Κύπρου και του προβλήματος, το πώς στήθηκε το παρασκήνιο του 1960 με σκοπό τον διαμελισμό της Κύπρου. Πολλοί από αυτούς τους ακαδημαϊκούς είναι πολιτικοί επιστήμονες, που δυστυχώς δεν ασχολήθηκαν με την ιστορική διάσταση του προβλήματος, αλλά αποκλειστικά με θέματα ισορροπιών ισχύος και μια κυνική αντίληψη περί ρεαλισμού που τους καθοδήγησε στην, οπωσδήποτε εσφαλμένη, λογική ότι μια οποιαδήποτε λύση είναι προτιμότερη από το τίποτα. Επίσης, υπάρχει ένα πολύ μικρό μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου – και δεν θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε οποιονδήποτε – που είχε λάβει νόμιμα χρηματοδοτήσεις από το ΝΑΤΟ και παρόμοιους οργανισμούς, όπως μέσω υποτροφιών ή ερευνητικών χορηγιών και κατά συνέπεια έδιδαν προτεραιότητα στα συμφέροντα τρίτων κρατών, σε σχέση με τα συμφέροντα της Κύπρου. Στο σημείο αυτό σχετική υπήρξε και η στάση του Κίσσιντζερ που θεωρούσε ότι η Κύπρος θα έπρεπε να είναι ο δούρειος ίππος της Βρετανίας και κατά συνέπεια των ΗΠΑ, στην Ανατολική Μεσόγειο. Νομίζω πως μια παρόμοια στενά πολιτικοεπιστημονική αντίληψη είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα και οπωσδήποτε οδηγεί σε λύσεις που δεν κατοχυρώνουν, ούτε και διασφαλίζουν τον λαό της Κύπρου. Να σημειώσω πάντως ότι δεν έχω γνωρίσει προσωπικά πολλούς ακαδημαϊκούς που υποστηρίζουν το σχέδιο Ανάν.

Είστε τυχερός τότε. Κλείνοντας θα συμπέραινα το ακόλουθο. Μια λύση του κυπριακού προβλήματος πρέπει να μην πέσει στην ίδια παγίδα όπως στο παρελθόν και να επιδιώκει μόνο την εξυπηρέτηση της βρετανικής πολιτικής, διότι διαφορετικά θα αποβεί το ίδιο δυσλειτουργική όσο και οι προηγούμενες λύσεις.

Θα αποβεί μάλιστα ακόμα πιο δυσλειτουργική. Οι ίδιες συμφωνίες έχουν αποδειχθεί μη λειτουργικές και επομένως δεν υπάρχει οποιαδήποτε λογική στην επανάληψη των ίδιων σφαλμάτων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση συνιστά την αντίθεση των βρετανικών επιδιώξεων και μια ανεξάρτητη Κύπρος βρίσκεται σε αντίθεση με τα βρετανικά συμφέροντα. Κατά συνέπεια, η μόνη βιώσιμη λύση είναι να ακολουθηθεί με ηρεμία ο ευρωπαϊκός δρόμος και όχι να επιδιωχθούν πολιτικές – δηλαδή εξωνομικές – λύσεις που εξυπηρετούν τα βρετανικά συμφέροντα. Η επιβίωση της Κύπρου στηρίζεται περισσότερο στη διεθνή νομιμότητα, παρά στην πολιτική, ιδιαίτερα ενόψει της υπάρχουσας αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Ως ιστορικός επομένως καταλήγω πως η μόνη επιλογή είναι το διεθνές δίκαιο και η τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>