Γράφει:

Κι’ όμως, η Ελλάδα ξέρει να λέει «όχι»

Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα μπορούσαν ενίοτε να χαρακτηριστούν ως σχέσεις μονομερούς εξάρτησης και υποχωρητικότητας. Γενικά, σε αυτό το παιχνίδι του «Δαβίδ» με το «Γολιάδ», ο δεύτερος έθετε πάντοτε τους όρους και ο πρώτος υπάκουε, συνήθως χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις. Αυτή η μορφή σχέσεων υπαγορευόταν κατά πρώτον από το χάσμα ισχύος που χωρίζει τα δύο κράτη, κατά δεύτερον από τον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ και, κατά τρίτον, από τα ψυχολογικά σύνδρομα που άφησε στη μεταπολεμική πολιτική ελίτ της Ελλάδας η ανοικοδόμηση της χώρας από τις ΗΠΑ, στα πλαίσια του Δόγματος Τρούμαν. Βέβαια, στη διεθνή πολιτική, οι αποφάσεις καθορίζονται από τα συμφέροντα και συχνά αυτά υπαγορεύουν αλλαγή στάσης. Σημαντικό ρόλο όμως στη διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής παίζει και το πρόσωπο ή ο συνδυασμός των προσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Από την αλυσίδα των «ναι» στα διαδοχικά «όχι»

Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες και, κυρίως, από το 1996 και μετά, η αμοιβαιότητα στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Κάθε παραίνεση των ΗΠΑ, ανεξαρτήτως του βαθμού πίεσης που ασκούσε η υπερδύναμη, ήταν για την ελλαδική πολιτική ηγεσία ευαγγέλιο. Συνεπώς, η σχέση αυτή έτεινε να προσομοιάζει με προτεκτορατοποίηση, αφού η Ελλάδα φαινόταν διατεθειμένη να κάνει πίσω όταν της το ζητούσαν οι ΗΠΑ ακόμα και όταν διακυβεύονταν ζωτικά ελληνικά συμφέροντα. Αποκορύφωμα αυτής της υποχωρητικότητας ήταν η περίπτωση των Ιμίων, κατά την οποία η Ελλάδα αποδέχτηκε στην ουσία τους τουρκικούς όρους μέσω της παρέμβασης του προέδρου Κλίντον, ανοίγοντας το δρόμο για την επικράτηση της λογικής των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις η Ελλάδα προχώρησε στην άρση του βέτο της για την παραχώρηση στην Τουρκία καθεστώτος κράτους υποψήφιου για ένταξη στην ΕΕ, πίεσε την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να ακυρώσει την παραλαβή των πυραύλων S300, ενώ επέδειξε ιδιαίτερη ευκαμψία κατά την περίοδο της προπαρασκευής του σχεδίου Ανάν.

Όλοι οι πιο πάνω χειρισμοί έγιναν κατά την οκταετία της διακυβέρησης του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Κώστα Σημίτη και με τη συμβολή του νυν Προέδρου του κινήματος και πρώην Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου. Έκτοτε, μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 2004, οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται. Προηγήθηκε η περίπτωση του δημοψηφίσματος στην Κύπρο για το σχέδιο Ανάν, για την αποδοχή του οποίου η κυβέρνηση των ΗΠΑ, με πρωτεργάτη τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, είχε δραστηριοποιηθεί έντονα. Την ώρα που ο τέως πρωθυπουργός και η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ τάσσονταν με θέρμη υπέρ της αποδοχής του από τους ελληνοκύπριους, ο νέος Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής περιοριζόταν σε ένα χλιαρό «ναι», χωρίς όμως καμία πρόθεση άσκησης πίεσης επί της κυπριακής κυβέρνησης και αποφεύγοντας επιμελώς να επιχειρήσει να ποδηγετήσει τους ελληνοκύπριους. Ακολούθησε η πιο ηχηρή περίπτωση της άρνησης της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, για την οποία η αμερικανική διπλωματία είχε ασκήσει έντονες πιέσεις στην Ελλάδα με στόχο την αποτροπή του ελληνικού βέτο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Τέλος, είχαμε προ ολίγων ημερών το τελευταίο «κρούσμα απειθαρχίας» της Ελλάδας, με την υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας με τη Ρωσία για την ένταξή της στις χώρες υποδοχής του αγωγού φυσικού αερίου South Stream. Η ενέργεια αυτή θορύβησε τις ΗΠΑ, που είδαν τη Ελλάδα να μην υπακούει στις προτροπές τους για μια ακόμα φορά. Ο Αμερικανός Υφυπουργός Εξωτερικών Μάθιου Μπράιζα, σε δηλώσεις του μετά την υπογραφή της ελληνορωσικής συμφωνίας, ανέφερε ότι η συμφωνία δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ. Τόνισε όμως ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προσβλέπει στην εξασφάλιση πολλαπλών πηγών ενέργειας, ενώ εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης από την ανάπτυξη του South Stream. Εν τούτοις, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής άφησε ακάλυπτο τον Αμερικανό αξιωματούχο, δηλώνοντας ότι η συμφωνία για το South Stream δεν επηρεάζει αρνητικά την Ευρώπη, αφού δεν είναι ανταγωνιστικός αλλά συμπληρωματικός του αγωγού Nambucco, που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. Συνεπώς, η αλήθεια για τα αίτια των αμερικανικών αντιδράσεων θα πρέπει να αναζητηθεί πίσω από τις δηλώσεις του κ. Μπράιζα.

Η ανακάμπτουσα «αρκούδα» και ο αποθρασυνόμενος «τσολιάς»

Ο South Stream καθιστά Ελλάδα και Ρωσία εταίρους σε θέματα ενέργειας και παρέχει στην πάλαι ποτέ υπερδύναμη άλλο ένα εφαλτήριο άσκησης ενεργειακής πολιτικής στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό ανησυχεί τις ΗΠΑ, επειδή φοβούνται την δημιουργία ρωσικού ενεργειακού μονοπωλίου στην Ευρώπη εις βάρος της δικής τους θέσης ως προμηθευτή. Ταυτόχρονα, βλέπουν να αναπτύσσεται μια αλυσίδα «ανυπάκουων συμπεριφορών» από την πλευρά της Ελλάδας, γεγονός ασυνήθιστο τα τελευταία χρόνια. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα εγκαταλείπει το άρμα των ΗΠΑ προς όφελος ενός νέου πλέγματος συμμαχιών, ανεξάρτητου από τις δεσμεύσεις της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου; Ασφαλώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα σε αυτό το ερώτημα.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο κ. Καραμανλής, σε αντίθεση με τον κ. Σημίτη, δεν είναι διατεθειμένος να υποκύπτει στις αμερικανικές πιέσεις χωρίς αυτόνομη στάθμιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός βλέπει με θετικό μάτι ένα γενναίο άνοιγμα προς τη Ρωσία και τη δημιουργία μιας πιο στενής στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ των δύο χωρών. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται ο κ. Καραμανλής να ρισκάρει μια γενικευμένη ρήξη στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Συνεπώς, ίσως και να προσπαθεί απλώς να ανιχνεύσει το «σημείο θραύσης» στις σχέσεις της Ελλάδας με την υπερδύναμη, ούτως ώστε να μην το υπερβεί στο μέλλον. Άλλωστε, τόσο στην περίπτωση των Σκοπίων όσο και σε αυτή της ελληνορωσικής συμφωνίας, οι δηλώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων ήταν ιδιαίτερα κατευναστικές προς τις ΗΠΑ.

Κυβερνητική αλλαγή με «αμερικανικό δάκτυλο»;

Αν και δεν αναμένεται σύντομα μια αλλαγή στην ισορροπία ισχύος μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας που να θυμίζει την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, εν τούτοις, οι μεγάλες δυνάμεις αντιδρούν υπερβολικά όταν κρίνουν ότι κινδυνεύουν τα συμφέροντά τους. Συνεπώς, οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να καθίσουν άπρακτες να παρακολουθούν τη Ρωσία να επεκτείνει την επιρροή της στην Ευρώπη. Ούτε φυσικά θα αποδεχτούν μία δραματική αλλαγή πλεύσης στην ελληνική εξωτερική πολιτική, εάν κρίνουν ότι αυτή θα τους αποφέρει κόστος. Και επειδή σε αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη αποδίδεται στα πρόσωπα και όχι στους θεσμούς ή τις γεωπολιτικές συγκυρίες, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή τη στιγμή ο Πρωθυπουργός κ. Καραμανλής διέρχεται μία περίοδο «εξετάσεων» για το πως θα τον αντιμετωπίζει μελλοντικά η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Εάν μάλιστα συνεχιστεί αυτή η χαλάρωση στο σεβασμό των αμερικανικών προτροπών από ελληνικής πλευράς, τότε ίσως ο Έλληνας Πρωθυπουργός να βρεθεί στο στόχαστρο του «θείου Σαμ».

Δεν είναι φυσικά δεδομένο ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι ΗΠΑ θα κινηθούν με αποτελεσματικό τρόπο για την υπονόμευσή του. Στην καλύτερη περίπτωση όμως θα χάσει τη στήριξή τους. Εάν κάποια κέντρα λήψης αποφάσεων πέραν του Ατλαντικού θελήσουν να δουν μια αλλαγή στη διακυβέρνηση της Ελλάδας, τότε οι επιλογές είναι δύο: η πρώτη είναι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η δεύτερη είναι μια εσωτερική αλλαγή στην ηγεσία της ΝΔ, με την κα Ντόρα Μπακογιάννη να αποτελεί το βασικό δελφίνο. Με δεδομένο ότι κάθε υπόθεση είναι αυθαίρετη, η λογική υπαγορεύει ότι το ΠΑΣΟΚ με τις πιέσεις που δέχεται από την αριστερά και με τη χαμηλή δημοτικότητα του αρχηγού του δεν αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική. Κατά πάσα πιθανότητα η Υπουργός Εξωτερικών θα προτιμηθεί ως η «εκλεκτή» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, δεδομένων και των γνωστών φιλοαμερικανικών της αισθημάτων.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>