Γράφει:

Οι Βρετανοί στην Κύπρο

του Αχιλλέως Αιμιλιανίδη

Με την υπογραφή της Συνθήκης του 1878 ξεκινά επίσημα η περίοδος της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, εφόσον η Βρετανία αποκτά πλήρη νομοθετική και διοικητική αρμοδιότητα αναφορικά με την Κύπρο και υποκαθιστά την Οθωμανική αυτοκρατορία στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της νήσου. Παρά την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων όμως από πλευράς της Βρετανίας, η νομική κυριότητα επί της νήσου παραμένει στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ουσιαστικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε την ψιλή κυριότητα επί της Κύπρου, ενώ η Βρετανία απέκτησε την επικαρπία επί της νήσου. Στην υπόθεση Parounak το Μεικτό Αγγλοτουρκικό Διαιτητικό Δικαστήριο σημείωσε πως η κατοχή της Αγγλίας στην Κύπρο στερείτο δικαστικής ακρίβειας, αλλά ήταν ανάλογη προς εκείνη ενός προτεκτοράτου, με την έννοια ότι συνιστούσε κράτος υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία διοικούσε την Κύπρο. Παρόμοιο ήταν κατά την περίοδο 1878 – 1908 και το νομικό καθεστώς της Βοσνίας Ερζεγοβίνης όπως μεταβιβάστηκε στην Αυστρία.

Ως αντάλλαγμα της κατοχής της επικαρπίας της νήσου, η Βρετανία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει προς το Σουλτάνο το συμφωνηθέν ετήσιο κέρδος του από τη διακυβέρνηση της Κύπρου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ισχυρίστηκε ότι είχε έκαστο έτος 117.000 λίρες εισπράξεις και 29.000 λίρες έξοδα και κατά συνέπεια το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 88.000 λίρες. Στο ποσό αυτό προστέθηκαν και διάφορα άλλα κονδύλια που πήγαζαν από δικαιώματα του Σουλτάνου επί του άλατος και της γης, κατά τρόπο ώστε το ποσό να ανέλθει συνολικά στις 92.799 λίρες, 11 σελίνια και 3 πένες, ποσό που αποκλήθηκε ως φόρος υποτελείας και συνιστούσε το μισό περίπου του τότε προϋπολογισμού της Κύπρου, ο οποίος ανερχόταν στις 180.000 λίρες. Αν και το ποσό αυτό φαίνεται πως υπερέβαινε κατά πολύ το πραγματικό ετήσιο κέρδος του Σουλτάνου από τη διακυβέρνηση της Κύπρου, ο αντιπρόσωπος της Βρετανίας αποδέχθηκε τον ως άνω καθορισμό του ποσού. Στην πράξη πάντως το ποσό αυτό δεν καταβαλλόταν, επειδή ο Σουλτάνος είχε παύσει ήδη από το 1876 να καταβάλλει τους τόκους του Κριμαϊκού δανείου του 1855 που είχαν εγγυηθεί η Βρετανία και η Γαλλία. Εντούτοις οι Κύπριοι υποχρεώνονταν να καταβάλλουν τον κυπριακό φόρο υποτελείας με σκοπό την αποπληρωμή των τόκων του δανείου, με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρά προβλήματα στην ήδη ευάλωτη κυπριακή οικονομία.

Η Βρετανία, χωρίς να αμφισβητεί τη νομική κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επί της Κύπρου, ήταν πλέον η ουσιαστική κυρίαρχος του νησιού, ασκώντας τις διοικητικές, νομοθετικές και δικαστικές εξουσίες της επί αυτού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Κύπριοι ουδέποτε ερωτήθηκαν για τη μεταβολή στο καθεστώς της πατρίδας τους, εφόσον η μόνη απαιτούμενη συναίνεση ήταν αυτή του Οθωμανού Σουλτάνου. Σύμφωνα πάντως με τους όρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας της 1 Ιουλίου 1878, η Συμφωνία θα ακυρωνόταν και η Κύπρος θα επιστρεφόταν επομένως στην Οθωμανική αυτοκρατορία σε περίπτωση που θα τερματιζόταν η ρωσική κατοχή των πρώην οθωμανικών επαρχιών του Καρς, του Αρδαχάν και του Βατούμ. Η πιθανότητα επιστροφής της Κύπρου στην Οθωμανική αυτοκρατορία συνδεόταν επομένως άμεσα με τη στάση της Ρωσίας απέναντι στις τρεις προαναφερόμενες κατακτημένες από αυτή περιοχές, αν και η πιθανότητα επιστροφής της Κύπρου δεν φαινόταν να θεωρείται ως σοβαρό ενδεχόμενο από τη Βρετανία, ακόμα και αν οι εν λόγω περιοχές επέστρεφαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η Βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου προγραμματιζόταν να έχει μόνιμη διάρκεια. Και όντως θα είχε, αν ¾ του αιώνα αργότερα, οι Κύπριοι δεν επαναστατούσαν διεκδικώντας ελευθερία.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>