Γράφει: ,

Από τη Σιέρα Λεόνε στα νοσοκομεία της Κύπρου

Ιβάν Μπέντζαμιν, γιατρός


στη Θάλεια Νεοφύτου

Ο δόκτωρ Ιβάν Μπέντζαμιν ξέρει σίγουρα από διαδρομές. Ξεκίνησε στους Ολυμπιακούς του 1984, όταν εκπροσώπησε τη χώρα του Σιέρα Λεόνε στα 100 και 200 μέτρα. Τότε, μπορεί να μην φανταζόταν ακόμη ότι η ζωή του θα ήταν γεμάτη από διαδρομές, αγώνες και αποστάσεις, όχι για να καταρρίψει κάποιο ολυμπιακό ρεκόρ, αλλά για να καταρρίψει σε κάποια άλλη χώρα, χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του, στερεότυπα και κατεστημένες αντιλήψεις.

Στο σπίτι του ο Ιβάν ξεκουράζεται ύστερα από ένα ακόμα νυχτέρι στο κέντρο υγείας των Λευκάρων, όπου προσφέρει τις υπηρεσίες τους ως γιατρός. Τις τελευταίες μέρες έπεσε πολλή δουλειά, μας εξηγεί, λόγω των θερινών αδειών. Ωστόσο, μας δέχεται με κάθε ευγένεια και μας μιλά για την προσωπική του ιστορία και για το πώς βρέθηκε στην Κύπρο να εξασκεί την ιατρική.

Γεννήθηκε τη Σιέρα Λεόνε, μια χώρα στην Αφρική πλούσια σε κοιτάσματα χρυσού, διαμαντιών, αλουμινίου και με ατέλειωτες παραλίες με χρυσές αμμουδιές. Πλην όμως, πρώην βρετανική αποικία, με έναν ταραχώδη εμφύλιο να την μαστίζει μέχρι το 2000 και με μια νεοσύστατη δημοκρατία, με πολλά προβλήματα, κρούσματα κακοδιαχείρισης και διαφθοράς. Εκεί ο Ιβάν σπουδάζει χημεία και ζωολογία και στη συνέχεια πηγαίνει στην Φλώριδα των Ηνωμένων Πολιτειών για μεταπτυχιακές σπουδές. Ως πρωταθλητής της χώρας του στα 100 και 200 μέτρα συμμετέχει στους Ολυμπιακούς αγώνες του Λος Άντζελες. Το 1986 λαμβάνει υποτροφία για σπουδές στην Ιατρική και μεταβαίνει στην τότε Τσεχοσλοβακία. Εκεί γνωρίζεται με Κύπρια συμφοιτήτριά του, την νυν σύζυγό του με την οποία έχει σήμερα τρία παιδιά.

Η εγκατάστασή του στην Κύπρο ακούγεται ως φυσικό επακόλουθο, ωστόσο δεν ήταν ποτέ μια απλή υπόθεση. Η αρχική σκέψη του Ιβάν και της συζύγου του ήταν να εγκατασταθούν σε μια τρίτη χώρα, πιθανόν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου η συμβίωση ανθρώπων διαφορετικής φυλής είναι ένα καθημερινό φαινόμενο. Άλλωστε ήδη η αντιμετώπιση που τύγχανε το ζευγάρι στην Τσεχία από τον κλειστό κύκλο των Κυπρίων φοιτητών, τους είχε προετοιμάσει ότι τα πράγματα στην Κύπρο δεν θα ήταν εύκολα. Η Κύπριοι φοιτητές είχαν απομονώσει την συμφοιτήτριά τους επειδή «εφίλεψε με μαύρους».

Ο Ιβάν έφυγε μετά τις σπουδές του και πάλι για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έδωσε εξετάσεις για την απόκτηση άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος. Ωστόσο, ο συγχρονισμός ήταν κακός αφού η νομοθεσία στη χώρα άλλαξε το 1995 και έγινε πιο αυστηρή όσον αφορά την εργοδότηση ξένων.

Την ίδια εποχή ο εμφύλιος στη Σιέρα Λεόνε μαίνονταν και η μόνη διέξοδος φαινόταν να είναι η Κύπρος, όπου από το Υπουργείο Υγείας δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι ο Ιβάν θα μπορούσε να κάνει άκηση διάρκειας ενός έτους για να λάβει την άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος. Μετά το πέρας της άσκησής του έκανε υπομονή, αφού για να μπορέσει να ενταχθεί σε πρόγραμμα ειδικότητας σε νοσοκομείο της Κύπρου χρειαζόταν υπηκοότητα, την οποία με τον τότε νόμο θα μπορούσε να αποκτήσει μόνο μετά πέντε χρόνια αδιάκοπης παραμονής στην Κύπρο, παρ’ όλο που ήταν παντρεμένος με Κύπρια. Οι αιτήσεις που υπέβαλε για πρόσληψη σε ιδιωτικές κλινικές έπεσαν στο κενό.

«Ένα φίλος του πεθερού μου ρώτησε σε δύο επώνυμες κλινικές όπου είχα αποταθεί γιατί δεν με προσέλαβαν από τη στιγμή που πληρούσα τα προσόντα. Η απάντηση ήταν ότι δεν με προσέλαβαν επειδή ήμουν ξένος, μαύρος συγκεκριμένα και δεν θα με δέχονταν οι συγγενείς των ασθενών», μας εξηγεί.

«Φαίνεται ότι την Κύπρο υπάρχει μια διαβάθμιση στη ξενοφοβία. Αν είσαι Αγγλος είσαι ξένος πάλι δεν σε θέλουν, παρά μόνο αν έρχεσαι διακοπές και ξοδεύεις λεφτά. Όμως επειδή ο Αγγλος ήταν κατακτητής της Κύπρου, θεωρείται ότι έχει κάποιο επίπεδο», αντιθέτως, όπως σημειώνει, με το καθεστώς κάποιου που έρχεται από μια φτωχή χώρα, ή κάποιου που απλώς είναι μαύρος.

Αφού απέκτησε υπηκοότητα ο Ιβάν άρχισε να εργάζεται στα νοσοκομεία της Κύπρου, όπου το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν αυτό της γλώσσας. Χρειαζόταν βοήθεια από τους νοσοκόμους για τη μετάφραση, οι οποίοι από ένα σημείο και μετά διαμαρτυρήθηκαν «για τα αυξημένα καθήκοντα».

Τον ρωτάμε για την αντίδραση των ασθενών οι οποίοι θα εξετάζονταν από μαύρο γιατρό.

«Όταν πρόσφατα ήμουν στο Μακάρειο οι νοσοκόμοι ρωτούσαν πρώτα τους ασθενείς αν τους πειράζει να πάνε στο γιατρό που είναι από την Αφρική. Δεν θα έλεγα ότι ήταν μεγάλος αριθμός ασθενών που δεν δέχονταν».

Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι πάντα ρόδινα για τον Ιβάν. Σίγουρα, μας λέει, υπάρχει κόσμος που έζησε στο εξωτερικό και έχει εμπειρία με ξένους. Όμως πολλές φορές στην αντιμετώπιση δεν έχει σημασία ούτε το μορφωτικό επίπεδο, ούτε η ηλικία. Μας επισημαίνει ότι πολλές φορές θα περίμενε καλύτερη συμπεριφορά από ανθρώπους νεότερους, που έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό.

Είναι προφανές ότι έχει βιώσει το ρατσισμό, ωστόσο δίνει την εντύπωση ότι δεν θέλει να μιλήσει με λεπτομέρειες. Ισως ανησυχώντας ακόμα για την αντίδραση κάποιων. Ρωτάμε τον Ιβάν εάν θεωρεί ότι στην Κύπρο υπάρχει ρατσισμός και η απάντηση είναι απλά καταφατική.

Μας αναφέρει ότι για χρόνια τώρα δεν έχει μιλήσει δημόσια για την ιστορία του, παρ’ όλο που τον κάλεσαν και σε τηλεοπτικούς σταθμούς. Διερωτηθήκαμε γιατί δέχτηκε να μιλήσει στην «Σύγχρονη Άποψη».

«Μετά από δώδεκα χρόνια έχω φτάσει σε ένα σημείο που νομίζω ότι το γεγονός ότι μιλώ μαζί σας δεν θα με βλάψει. Παλαιότερα, αν διάβαζε κάποιος κάτι που δεν του άρεσε, μπορούσες να έρθεις αντιμέτωπος με δυσάρεστες καταστάσεις».

Μας μιλά και για τις λεγόμενες εκδηλώσεις κατά του ρατσισμού.

«Τόσα χρόνια που είμαι στην Κύπρο, ακούω να γίνονται για παράδειγμα εκδηλώσεις για την παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού. Στις εκδηλώσεις αυτές είδες ποτέ ξένους;»

«Πολλές φορές μόλις κάποιος με γνωρίζει με ρωτά: Πως είσαι, πότε θα πάς πίσω στη χώρα σου; Ή πόσο μισθό παίρνεις;», μας αναφέρει χαρακτηριστικά. «Όταν λέω ότι μένω εδώ βλέπεις ότι το ύφος τους αλλάζει, ή μπορεί να με ρωτήσουν -η Κύπρος είναι παράδεισος ε-;»

Όμως ύστερα από δώδεκα χρόνια, ο Ιβάν νιώθει ότι οι αντιλήψεις των Κυπρίων αλλάζουν. Τα παιδιά βρίσκονται καθημερινά στο σχολείο με παιδιά από το εξωτερικό, έχουν Internet, βλέπουν ξένους, μαύρους τραγουδιστές και ηθοποιούς, έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση. Το ότι ο ίδιος έμαθε την ελληνική γλώσσα τον βοήθησε αρκετά στην κατάρριψη κυρίως ψυχολογικών συνόρων.

«Κατάφερα να μάθω σχετικά καλά την ελληνική γλώσσα, σε σημείο που πολλοί μου λένε μετά από μια συζήτηση ‘είσαι Κύπριος τώρα’, αφού επικοινωνώ μαζί τους πλήρως».

«Όταν μιλάς με ένα ασθενή και επικοινωνείς μαζί του και σε λεκτικό και σε ανθρώπινο επίπεδο συνάπτεται μια σχέση, ανεξαρτήτως του χρώματός σου. Στο τέλος της ημέρας η αντιμετώπισή τους είναι καλή».

Ρωτήσαμε τον Ιβάν, εάν αισθάνεται πλέον Κύπριος και η απάντησή του είναι πέρα για πέρα ειλικρινής και αφοπλιστική.

«Εκεί που με δέχονται νιώθω Κύπριος, εκεί που με απορρίπτουν νιώθω ξένος».

Κλείσαμε ρωτώντας τον Ιβάν τι θα ήθελε να δει να αλλάζει γενικότερα στην Κυπριακή κοινωνία. Μας απάντησε ότι θα ήθελε να δει τους συμπατριώτες μας να μην κοιτάζουν αφ’ υψηλού τους συνανθρώπους τους και να τους αντιμετωπίζουν με αδελφική αγάπη. Και η απάντησή του, μας διευκρίνισε, δεν αφορά μόνο την αντιμετώπισή τους προς τους ξένους.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>