Γράφει:

Μετανάστες και Γκέτο

του Κωνσταντίνου Αδαμίδη

Η σύνθεση του de jure πληθυσμού των ελεγχόμενων από το κράτος περιοχών, που έφτασε το 2006 τις 778,700, διαχωρίζεται από την Στατιστική Υπηρεσία σε «ελληνοκυπριακή κοινότητα» και «ξένους υπηκόους», με τα μέλη της πρώτης να αποτελούν το 84.8% (660,600) του πληθυσμού και τους δεύτερους, που είναι ουσιαστικά μετανάστες μεγάλης διάρκειας, το 15.2% (118,100). Πρέπει να σημειωθεί ότι το 85% της ελληνοκυπριακής κοινότητας δεν αποτελείται μόνο από Ελληνοκύπριους αφού ένα (ενδεχομένως σημαντικό) ποσοστό είναι πολιτογραφημένοι Κύπριοι. Δηλαδή, οι αμιγώς Ελληνοκύπριοι δεν αποτελούν στην πραγματικότητα το 85% του πληθυσμού στις ελεύθερες περιοχές, αφού υπάρχουν και αρκετοί Κύπριοι οι οποίοι δεν υπολογίζονται ως ξένοι από την Στατιστική Υπηρεσία, αφού κατέχουν μεν την κυπριακή υπηκοότητα αλλά κάθε άλλο παρά «παραδοσιακοί» ή καλύτερα ντόπιοι Ελληνοκύπριοι είναι (π.χ. Έλληνες του Πόντου). Με αυτά τα δεδομένα το ερώτημα δεν είναι αν αλλάζει ο δημογραφικός χαρακτήρας των ελεύθερων περιοχών (γιατί αυτό είναι δεδομένο), αλλά ποιες είναι οι κοινωνικοοικονομικές ή ακόμη και οι πολιτικές επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν από αυτές τις αλλαγές.

Ποιοι είναι οι μετανάστες και από που έρχονται

Η Στατιστική Υπηρεσία διαχωρίζει τους μετανάστες σε δύο κατηγορίες: μικρής διάρκειας, αυτούς δηλαδή που έρχονται για διαμονή λιγότερης του ενός χρόνου, και μεγάλης διάρκειας, δηλαδή αυτούς που έρχονται με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση ή για διάρκεια άνω του ενός έτους. Τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτουμε πιο κάτω αφορούν μόνο στη δεύτερη περίπτωση.

Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια αυξητική τάση στην εισροή μεταναστών προς την Κύπρο με εξαίρεση το 2006, όταν παρουσιάστηκε, σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, μια αξιοσημείωτη ετήσια πτώση της τάξεως του 36% (βλέπε Πίνακα 1). Στις εν λόγω στατιστικές δεν συμπεριλαμβάνονται οι παράνομοι μετανάστες ο αριθμός των οποίων δεν υπολογίζεται επίσημα από το κράτος, αλλά που σίγουρα δεν είναι μικρότερος των 30,000 (σύμφωνα με κάποιους αναλυτές μπορεί να φτάνει και τις 90,000).

Πίνακας 1: Μετανάστες προς την Κύπρο 1988 – 2006
metanastes_stin_kypro

Η μεγαλύτερη πλειοψηφία των μεταναστών προέρχεται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι ενδεικτικό ότι για το 2005 από τους 24,500 περίπου μετανάστες το 68.7% ήταν από την ΕΕ (συμπεριλαμβανομένου όμως και 10% Κυπρίων που επαναπατρίζονται), ενώ ένα σημαντικό ποσοστό της τάξεως του 15% από την Ασία. Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει αναλυτικά τις κυριότερες χώρες προέλευσης μεταναστών για το 2005, με το Ηνωμένο Βασίλειο να κατέχει την πρώτη θέση και την Ελλάδα τη δεύτερη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία (το 50% περίπου) είναι νεαρά άτομα ηλικίας 20 με 35 ετών, κάτι που ενδεχομένως να υποδεικνύει ότι οι πλείστοι από αυτούς έρχονται με σκοπό να εργαστούν στο νησί.

Πίνακας 2: Χώρες προέλευσης μεταναστών (2005)
proelefsi_metanastwn

Σημαντικά Ερωτήματα

Υπάρχουν ουσιαστικά τέσσερα ερωτήματα που χρήζουν ιδιαίτερης ανάλυσης:
(α) Το ποσοστό γονιμότητας στην Κύπρο έχει μειωθεί στο 1.42 που είναι πολύ χαμηλότερο από το 2.1 που είναι το απαραίτητο ποσοστό αναπλήρωσης του πληθυσμού. Δεδομένου ότι υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα υπογεννητικότητας στην Κύπρο, και δεδομένου ότι οι το ελληνοκυπριακό ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο, πόσο αναγκαίοι είναι οι μετανάστες; Η απάντηση είναι ότι αφενός χωρίς αυτούς η ελληνοκυπριακή κοινότητα θα μειωνόταν πληθυσμιακά εντός μερικών δεκαετιών, και αφετέρου θα υπήρχε ένα σημαντικό και δυσαναπλήρωτο εργατικό κενό.

(β) Το δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο οι μετανάστες είναι επιθυμητοί. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η ελληνοκυπριακή κοινότητα έχει αναπτύξει την αναγκαία πολυπολιτισμική κουλτούρα που της επιτρέπει να αποδεχθεί τους μετανάστες ως ίσους συμπολίτες. Μάλλον το αντίθετο, αφού όλα δείχνουν πως ακόμη είμαστε ρατσιστές ως λαός. Ένα παράλληλο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο κάποιοι μετανάστες είναι πιο επιθυμητοί από άλλους (π.χ. Ελλαδίτες, Άγγλοι, Ρουμάνοι από τη μια και Ινδοί, Σρι Λανκέζοι και Κινέζοι από την άλλη), κυρίως γιατί είναι λιγότερο «διαφορετικοί».

(γ) Το τρίτο, είναι κατά πόσο υπάρχει επιλογή. Είναι δηλαδή σε θέση η κυβέρνηση να ελέγξει ουσιαστικά την εισροή μεταναστών, και αν ναι, θέλει να το κάνει;

(δ) Το τέταρτο ερώτημα είναι κατά πόσο η αύξηση των μεταναστών έχει σημαντικές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Το υπόλοιπο άρθρο εστιάζεται στο τελευταίο αυτό ερώτημα και πιο συγκεκριμένα στην πιθανότητα δημιουργίας περιοχών γκέτο.

Κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και δημιουργία γκέτο

Οι κοινωνικές επιπτώσεις συσχετίζονται άμεσα με τον βαθμό αφομοίωσης των ξένων από την κοινωνία και το αντίθετο, δηλαδή το βαθμό που οι ξένοι μπορούν να αφομοιώσουν τις κοινωνικές συνήθειες των ντόπιων, αφού στις περιπτώσεις που αυτό δεν καθίσταται δυνατό δημιουργούνται συνθήκες κοινωνικής περιθωριοποίησης. Κάποιοι ξένοι μπορούν να προσαρμοστούν και να αφομοιωθούν πιο εύκολα από άλλους, και αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη χώρα ή περιοχή προέλευσης. Αν και οι γενικεύσεις είναι συνήθως προβληματικές, οι μετανάστες προς την Κύπρο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:
(α) Από Ασία και Μέση Ανατολή: κυρίως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό και οικιακές βοηθοί .
(β) Από Ανατολική Ευρώπη: εργατικό δυναμικό με συγκεκριμένες ειδικεύσεις (π.χ. υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, γκαρσόνια, κτλ).
(γ) Βρετανία: κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, συνταξιούχοι, που μεταναστεύουν στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση.
(δ) Από υπόλοιπη ΕΕ: Κύπριοι που επαναπατρίζονται, Ελλαδίτες ή/και άλλοι Ευρωπαίοι, που έρχονται είτε για επαγγελματικούς σκοπούς ή για μόνιμη εγκατάσταση.

Στην Κύπρο αναπτύσσονται δύο είδη γκέτο. Η πρώτη και πιο ανώδυνη περίπτωση είναι αυτή των Βρετανών μεταναστών που έχουν γίνει σε μερικά χωριά η πλειοψηφία (π.χ. Πέγεια). Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν θυμίζει παραδοσιακά γκέτο στα οποία υπάρχει ανασφάλεια ή αυξημένη εγκληματικότητα, αλλά εντούτοις δημιουργείται ένα «επιλεκτικό» και «αποκλειστικό» περιβάλλον.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή των μη-Ευρωπαίων και κυρίως των Ασιατών. Ενώ η «γκετοποίηση» μερικών περιοχών, όπως είναι η παλιά Λευκωσία, είναι εμφανής στον οποιοδήποτε παρεκκλίνει της οδού Λήδρας, οι λόγοι και οι επιπτώσεις παραμένουν ασαφείς. Οι Ασιάτες μετανάστες και πιο συγκεκριμένα οι Ινδοί, Πακιστανοί, Κινέζοι, Σρι-Λανκέζοι, κτλ, δημιούργησαν τη δική τους μίνι-κοινότητα αφού έχουν καταστεί η σχεδόν απόλυτη πλειοψηφία της περιοχής. Ως επακόλουθο δημιουργήθηκαν επίσης και καινούργιες ανάγκες αγοράς – εξού και φύτρωσαν «ειδικές» καφετέριες για ξένους, καταστήματα με ασιατικά προϊόντα, και video clubs με αποκλειστικά ταινίες του Bollywood. Η ανάπτυξη αυτού του καινούργιου μικρόκοσμου δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη αρνητική εξέλιξη στο βαθμό όμως που δεν δημιουργεί αρνητικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, τόσο στους ίδιους τους μετανάστες-κάτοικους, όσο και στους υπόλοιπους πολίτες της πόλης. Δυστυχώς όμως η ανεξέλεγκτη και ιδιαίτερα γρήγορη ανάπτυξη («γκετοποίηση») της περιοχής δεν πρέπει να μας αφήνει ιδιαίτερα αισιόδοξους.

Τα προβλήματα παρουσιάζονται όχι από το γεγονός ότι μένουν ξένοι στις εν λόγω περιοχές αλλά επειδή οι συνθήκες διαβίωσης τους είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές τις υπόλοιπης χώρας (εξού και η διαφορά με τις περιοχές που οι πλειοψηφία είναι Άγγλοι). Πιο συγκεκριμένα, οι κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες διαμένουν οι πλείστοι από τους μετανάστες είναι άθλιες, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις μένει πολύ μεγάλος αριθμός ατόμων σε μικρούς χώρους, εγείροντας μεταξύ άλλων και θέματα δημόσιας υγείας. Οι ιδιοκτήτες των κτιρίων δεν έχουν ούτε κίνητρο αλλά προφανώς ούτε και υποχρέωση για να βελτιώσουν τις περιουσίες τους, και ως αποτέλεσμα η κατάσταση χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα περαιτέρω την περιοχή.

Οι υποβαθμισμένες περιοχές και τα γκέτο συνήθως εξ ορισμού δημιουργούν αισθήματα ανασφάλειας για τους «έξω», που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι ντόπιοι, ενώ χάνεται και σε μεγάλο βαθμό ο έλεγχος των περιοχών αυτών. Περαιτέρω, δημιουργούνται και ακατάλληλες συνθήκες για αφομοίωση των συγκεκριμένων μεταναστών στην κυπριακή κουλτούρα, αφού στον δικό τους μικρόκοσμο δεν έχουν ιδιαίτερη ανάγκη να συναναστραφούν εκτεταμένα με Κύπριους, ενώ ταυτόχρονα χάνεται και η ελληνοκυπριακή ταυτότητα της περιοχής.

Ο μικρόκοσμος αυτός όχι μόνο θα διατηρηθεί αν δεν αλλάξουν κάποιες καταστάσεις αλλά θα εξαπλωθεί αφού οι καινούργιοι μετανάστες είναι λογικό να επιλέγουν τις εν λόγω περιοχές για ιδιοκατοίκηση αφού είναι ευκολότερο για αυτούς να προσαρμοστούν στην καινούργια χώρα. Με άλλα λόγια θα ήταν ευσεβής πόθος αν οι αρμόδιοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του.

Το χειρότερο δε, είναι ότι η γκετοποίηση είναι σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμη και για αυτό το κράτος καλείται να δράσει γρήγορα και δυναμικά. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να υποχρεώσει τους (κυρίως ελληνοκύπριους) ιδιοκτήτες να διατηρούν τα κτίρια τους σε καλύτερη κατάσταση, ενώ θα μπορούσε επίσης να έχει αυστηρότερους νόμους για τον αριθμό των ενοίκων σε κάθε κτίριο. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα η πυροσβεστική υπηρεσία καθορίζει πόσα άτομα επιτρέπεται να μένουν σε ένα σπίτι/διαμέρισμα βάση των τετραγωνικών μέτρων του κτιρίου, ενώ υπάρχει ταυτόχρονα και αυστηρός έλεγχος με ιδιαίτερα ψηλό πρόστιμο στους ιδιοκτήτες που δεν τηρούν τους νόμους. Θα μπορούσαν επίσης να υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερα κίνητρα για αγορά και αναπαλαίωση παλαιών κτιρίων στις εν λόγω περιοχές. Είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος πρέπει να λάβει μέτρα το συντομότερο δυνατό τόσο για το καλό όλων των Κυπρίων, όσο και για το καλό των ίδιων των μεταναστών αφού η παραμονή τους σε γκέτο σημαίνει ταυτόχρονα και κοινωνική περιθωριοποίηση.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>