Γράφει:

Ο Sir Garnet Wolseley και τα σχέδια του για την δημογραφική αλλοίωση της νήσου από το 1878

της Έρσης Δημητριάδου

«Αντιπαθώ τους ξένους» σημείωσε ο Sir Garnet Wolseley (1833-1913), στο ημερολόγιό του στις 16 Αυγούστου 1878. «Τους αντιπαθώ για κανένα άλλο λόγο, παρά το ότι είναι ξένοι». Με τη λέξη «ξένοι» εννοούσε φυσικά οποιοδήποτε δεν ήταν βέρος βρετανός. Στο μετόχι του Κύκκου όπου βρισκόταν όταν έγραψε τα πιο πάνω, ο Wolseley ήταν περικυκλωμένος από ξένους: ελληνορθόδοξους, μουσουλμάνους, λατίνους, μαρωνίτες, αρμένιους, μαλτέζους και λεβαντίνους ξένους. Πρέπει να ήταν σε απόγνωση.

Ο Wolseley βρέθηκε στην Κύπρο γιατί η Οθωμανική αυτοκρατορία διατηρώντας την κυριαρχία της, παραχώρησε στις 4 Ιουνίου 1878 το δικαίωμα κατοχής και διοίκησης της νήσου στη Βρετανία. Όμως όπως αναφέρει ο Sir Austen Henry Layard, Άγγλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, η Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας υπεγράφη βιαστικά και στα τυφλά. Έτσι χρειάστηκαν τρεις άλλες συνθήκες (η πρώτη υπεγράφη την 1η Ιουλίου 1878, η δεύτερη στις 14 Αυγούστου 1878 και η τρίτη στις 3 Φεβρουαρίου 1879) για να ολοκληρωθεί η συνθηκολόγηση που χάραξε τη νεότερη Κυπριακή ιστορία και συλλογικά αναφέρεται ως η Κυπριακή Σύμβαση.

Η επιλογή και ο διορισμός του Wolseley ως πρώτου Άγγλου ύπατου αρμοστή της Κύπρου, αντανακλούσε τη μείζονα σημασία που δόθηκε αρχικά από την Αγγλική κυβέρνηση στο νεότερο απόκτημα της Βρετανικής αυτοκρατορίας. Ο Wolseley, ήταν μία έμπειρη στρατιωτική και πολιτική προσωπικότητα της Βικτωριανής Αγγλίας, ενταγμένος στους εσωτερικούς κύκλους του υπουργείου πολέμου, της κυβέρνησης και του βρετανικού κατεστημένου. Παλαίμαχος στην επεκτατική πολιτική και διατήρηση της Βρετανικής αυτοκρατορίας, είχε λάβει μέρος στον βιρμανικό και κριμαϊκό πόλεμο, στην καταστολή της Ινδικής εξέγερσης, στον πόλεμο για το όπιο στην Κίνα, στον Καναδά, και στην Αφρική.

Φιλόδοξος και υπερόπτης ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους Άγγλους ιμπεριαλιστές που πίστευε πώς η Μεγάλη Βρετανία είχε κάθε δικαίωμα, αν όχι και καθήκον, να αποικίσει την υφήλιο. Ήταν επίσης ανάμεσα σε αυτούς που ουδέποτε συχώρεσαν τη Βρετανική κυβέρνηση για την παραχώρηση των Ιωνίων νήσων στο Ελληνικό βασίλειο το 1863. Για αυτόν, όπως και για πολλούς άλλους Άγγλους ιμπεριαλιστές της εποχής του, η παραχώρηση των Ιονίων νήσων στο Ελληνικό βασίλειο υποδείκνυε διπλωματική ανεπάρκεια και ισοδυναμούσε με προδοτική πράξη εκ μέρους της Αγγλικής κυβέρνησης προς το Αγγλικό έθνος. Το στίγμα των Ιονίων νήσων και η καθεαυτή εμπειρία της διακυβέρνησης μιας αμιγούς ελληνικής περιφέρειας, με τις συνεχείς προστριβές στο νομοθετικό συμβούλιο και τον ακατάπαυστο αναβρασμό για ένωση με την Ελλάδα, διαμόρφωσε την πολιτική που ο Wolseley θα ακολουθούσε στην Κύπρο.

Πριν φτάσει καν στο νησί στις 22 Ιουλίου 1878, ο Wolseley είχε ήδη σχεδιάσει την πολιτική που θα ακολουθούσε γιατί γνώριζε πως η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν ορθόδοξοι Έλληνες. Γι’ αυτό δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι μια βδομάδα αργότερα, την 1η Αυγούστου 1878, σε επιστολή του στον Άγγλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Layard, αναφέρει πως «ευχαρίστως θα έβλεπα την σύνθεση του πληθυσμού να αλλοιώνεται με μετανάστες από την Τουρκία, μέχρι που οι μωαμεθανοί και οι χριστιανοί να είναι ίσοι σε αριθμό. Προσβλέπω με ευχαρίστηση σε ένα μεγάλο αριθμό Μαλτέζων μεταναστών, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, για αυτό το νησί, ενέργεια που θα μου επιτρέψει να αντιπαρατάξω τους Λατίνους με τους Έλληνες για να κρατώ τους τελευταίους σε τάξη. »

Παρά την εγκάρδια υποδοχή που του επιφυλάχθηκε από τους Έλληνες κατοίκους της Κύπρου, ο Wolseley έθεσε αμέσως σε λειτουργία την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Πρώιμο παράδειγμα, η πεισματώδης άρνησή του να δεχτεί την ελληνική σαν μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου. Καθώς περνούσαν όμως οι μέρες, οι αναφορές των Άγγλων διοικητών που είχε διορίσει στις έξι επαρχίες, έδειξαν ξεκάθαρα πως το ελληνικό στοιχείο υπερίσχυε δημογραφικά στο νησί, ενώ το μουσουλμανικό ήταν αριθμητικά και πολιτικά αδύναμο. Αυτό έθετε σε κίνδυνο τα ιμπεριαλιστικά σχέδια του Wolseley για να μετατρέψει την Κύπρο σε «μία ολοκληρωτικά Βρετανική επαρχία, όπου ακόμη και η γλώσσα των κατοίκων θα ήταν η αγγλική. »

Γι’ αυτό στις 28 Αυγούστου 1878, μόλις πέντε εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Κύπρο, ο Wolseley ζήτησε την βοήθεια του Layard για την αποστολή 50,000 τούρκων μεταναστών, επιλεγμένων από τις μάζες των Τούρκων προσφύγων που είχαν κατακλύσει την Κωνσταντινούπολη από περιοχές της Βουλγαρίας που είχαν περιέλθει κάτω από ρωσική ή βουλγαρική διοίκηση κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Μία βδομάδα αργότερα, σε δεύτερη επιστολή, ο Wolseley ζήτησε από τον Άγγλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη την αποστολή 100,000 τούρκων μεταναστών, ενώ παράλληλα, στις εκθέσεις του προς το Υπουργείο Εξωτερικών, τόσο αυτός όσο και άλλοι Άγγλοι αξιωματούχοι στην Κύπρο ισχυρίζονταν πως ακόμη δεν γνώριζαν το δημογραφικό καθεστώς της νήσου.

Όπως εκ των υστέρων διαφαίνεται από την πρώτη επίσημη απογραφή του 1881, ο πληθυσμός της Κύπρου ήταν μόλις 186,173, εκ των οποίων 137,631 ή 73.9% ήταν ελληνορθόδοξοι χριστιανοί και 45,458 ή 24.4% ήταν μωαμεθανοί. Τα ποσοστά αυτά ήταν γνωστά στο Wolseley το 1878. Η άφιξη 100,000 τούρκων μεταναστών, πέραν των σοβαρών προβλημάτων εγκατάστασης, σίτισης και απασχόλησης που θα δημιουργούσαν στο νησί, σκόπευε αποκλειστικά στη δημογραφική αλλοίωση της νήσου και την μετατροπή του ελληνορθόδοξου στοιχείου σε μειονότητα, με απώτερο σκοπό οποιοδήποτε αίτημα των ελλήνων να έρχεται πάντοτε αντιμέτωπο με ένα πληθυσμιακά ισότιμο αλλά αντίπαλο στοιχείο, αφήνοντας ως μόνη διέξοδο τη συνεχή παραμονή της Κύπρου στη Βρετανική επικράτεια.

Παρά την ευαρέσκεια του Layard στον οραματισμό του Wolseley για το μέλλον της Κύπρου στη Βρετανική αυτοκρατορία, τη μεταβίβαση των ιδεών του για τουρκικό εποικισμό της Κύπρου στον Λόρδο Salisbury και τις προσπάθειές του για εξεύρεση οικονομικών πόρων για την υλοποίησή τους, η εποίκιση της Κύπρου από Τούρκους μετανάστες το 1878 δεν πραγματοποιήθηκε. Υπαίτιος φαίνεται να ήταν ο ίδιος ο Layard. Όπως ο ίδιος αναφέρει, η Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας και το Παράρτημά της υπεγρέφη βιαστικά και στα τυφλά. Έτσι για καθαρά οικονομικούς λόγους και βάση του άρθρου ΙΙΙ του Παραρτήματος της Συνθήκης, η Βρετανία κληροδότησε το κυπριακό ταμείο με μια ετησία καταβολή στο Σουλτάνο, τον γνωστό φόρο υποτελείας, που για πέντε ολόκληρες δεκαετίες απομυζούσε τα εισοδήματα της νήσου. Χωρίς οικονομικούς πόρους, ο Wolseley δεν μπορούσε να εποικίσει το νησί. Μπορούσε όμως να θέσει σε εφαρμογή μια σειρά άλλων μέτρων που θα τον διευκόλυναν να κρατά τους Έλληνες σε τάξη και την Κύπρο στην επικράτεια της Βρετανικής αυτοκρατορίας.

Η Έρση Δημητριάδου είναι ιστορικός και ερευνήτρια

One Comment

  1. Xαράλαμπος Κωνσταντινίδης
    7 Οκτωβρίου 2011 07:57

    Πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα. Εξηγεί ευγλώττως την εν γένει πολιτική της Βρετανίας που έκτοτε ακολουθείτο συνεχώς σ´ ότι αφορά την Κύπρο. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της με τίτλο Our Home In Cyprus ,που γράφτηκε το 1879 δηλ. το δεύτερο κιόλας χρόνο από την άφιξη των Βρετανών στην Κύπρο από την E.
    Scott-Stevenson, αφήνεται να διαφανεί η Βρετανική προκατάληψη κατά των Ελληνοκυπρίων. Φυσικά οι απόψεις που εξέφραζε η εν λόγω συγγραφέας ήταν επηρεασμένες από τους στρατιωτικούς καιπολιτικούς κύκλους του Βρετανικού κατεστημένου στο οποίο διεκινείτο.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>