Γράφει:

Οι έποικοι στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου

του Λουκή Λουκαΐδη

 

Κατά τη διάρκεια και μετά από την Τουρκική εισβολή η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων κατοίκων εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σπίτια και τις περιουσίες της στις περιοχές που ελέγχονται από τον τουρκικό στρατό και να επιδιώξει καταφύγιο στην ελεγχόμενη από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχή. Έκτοτε η Τουρκία εμποδίζει την επιστροφή τους. Οι περιουσίες τους διανεμήθηκαν σε Τουρκοκύπριους και Τούρκους που μεταφέρθηκαν από την Τουρκία. Η μεταφορά κατά χιλιάδες Τούρκων από την Τουρκία στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου έγινε σε συστηματική και οργανωμένη βάση, με στόχο τη δημογραφική αλλαγή του κυπριακού πληθυσμού. Ο αριθμός των Τούρκων που μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στην Κύπρο υπερβαίνει τις 150,000.

Η Τουρκία πρόβαλε σαν επιχείρημα για την οργανωμένη αυτή μεταφορά Τούρκων στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου διάφορους ισχυρισμούς π.χ. ότι πρόκειται για εποχιακούς εργάτες, ή ότι είναι απόγονοι επαναπατρισθέντων Τουρκοκυπρίων. Tα επιχειρήματα αυτά είναι εντελώς αβάσιμα και αντικρούονται και από τις σχετικές διαπιστώσεις των διεθνών οργανισμών. Παρεμπιπτόντως, αναφέρω ότι σύμφωνα με τα αρχεία του Άγγλου Αποικιακού Γραμματέα κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας, παρά την ενθάρρυνση της Τουρκίας να επιλέξουν οι Τουρκοκύπριοι την τουρκική ιθαγένεια, μόνο 2,000 Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την Κύπρο.

Οι πιο πάνω ενέργειες της Τουρκίας απαγορεύονται από το αναγκαστικό διεθνές δίκαιο, όπως έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 49 της Συνθήκης της Γενεύης της 12.08.1949. Αυτή η πρόνοια εφαρμόζεται για οποιαδήποτε μεταφορά αστικού πληθυσμού από την κατέχουσα δύναμη, ανεξάρτητα αν είναι θεληματική ή όχι. Οι παραβιάσεις των εν λόγω προνοιών του διεθνούς δικαίου αποτελούν, σύμφωνα με το Πρώτο Πρωτόκολλο της πιο πάνω Σύμβασης της Γενεύης, «σοβαρές παραβιάσεις» που ισοδυναμούν με «εγκλήματα πολέμου», επιβάλλεται δε η υποχρέωση καταστολής τους. Βάσει της κυπριακής νομοθεσίας (Νόμος 43/79) οι εν λόγω παραβιάσεις συνιστούν ποινικό αδίκημα.

Το ότι η Τουρκία κατέχει με το στρατό της το βόρειο τμήμα της Κύπρου είναι πασίγνωστο και έχει διαπιστωθεί και δικαστικά τόσο από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όσο και από το ΕΔΑΔ, που για το λόγο αυτό έκριναν την Τουρκία ότι υπέχει ευθύνη για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο χώρο αυτό. Συνεπώς η Τουρκία, ως κατέχουσα δύναμη, με τον εκτοπισμό των Ελληνοκυπρίων από τη κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου και την μεταφορά σε αυτήν την περιοχή Τούρκων από την Τουρκία ενήργησε κατά παράβαση των πιο πάνω απαγορεύσεων τού διεθνούς δικαίου και διέπραξε εγκλήματα πολέμου.

Οι έποικοι που εισήλθαν στην Κύπρο παράνομα δεν μπορούν να αποκτήσουν ποτέ νομικό δικαίωμα παραμονής στην Κύπρο για οποιοδήποτε λόγο, λαμβανομένων ακόμη υπόψη και των οποιοδήποτε ανθρωπιστικών προβλημάτων που θα συνεπάγεται ο επαναπατρισμός ή η απέλασή τους. Η περίπτωσή τους διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη των παράνομων μεταναστών, των οποίων η παραμονή τους για αρκετά χρόνια στην χώρα μετανάστευσής τους είναι δυνατόν να δημιουργήσει νομικά εμπόδια για την απέλασή τους, με βάση τα δικαιώματα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους. Η διαφορά της περίπτωσης αυτής από εκείνη των εποίκων έγκειται στο γεγονός ότι η είσοδος και παραμονή των μεταναστών στην χώρα μετανάστευσής τους γίνεται στην περιοχή που ελέγχεται από τις αρχές της χώρας αυτής. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με κάποια ανοχή από μέρους των αρμοδίων αρχών, μπορεί να δικαιολογήσει τη δημιουργία ορισμένης νομικής κατάστασης που να αποκλείει την απέλασή τους. Στην περίπτωση των εποίκων η είσοδος και η εγκατάσταση στην Κύπρο έλαβε χώρα σε μια περιοχή που κατείχε παράνομα μια ξένη χώρα και ήταν αποτέλεσμα μιας οργανωμένης μεταφοράς των εποίκων από την χώρα αυτή (έγκλημα πολέμου). Άλλωστε η απόκτηση δικαιώματος παραμονής των εποίκων στην κατεχόμενη περιοχή θα ισοδυναμούσε με μια επιτρεπόμενη έμμεση παραβίαση των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου: μια κατέχουσα δύναμη θα μπορούσε να μεταφέρει οποιοδήποτε μέρος του αστικού πληθυσμού της στην περιοχή που κατέχει κατά παράβαση των εν λόγω κανόνων, με τη σιγουριά ότι μια τέτοια κατάσταση τελικά θα νομιμοποιείτω ως αποτέλεσμα της de facto παραμονής του πληθυσμού αυτού στην κατεχόμενη περιοχή και της αδυναμίας της νόμιμης κυβέρνησης να προβεί σε επαναπατρισμό των εποίκων, ακόμη και μετά το πέρας της κατοχής. Πέραν τούτου, στην περίπτωση της Κύπρου, αναγνώριση δικαιώματος παραμονής των εποίκων συνεπάγεται ευθύνη του κυπριακού κράτους για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων που εκδιώχθηκαν από την κατεχόμενη περιοχή για να διευκολυνθεί ο εποικισμός.

Το διεθνές δίκαιο σαν σύνολο δεν είναι δυνατό να υποβάλλει τις κατεχόμενες περιοχές σε δυο διαφορετικά συγκρουόμενα νομικά καθεστώτα. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατό από τη μια να θεωρούνται οι μεταφορές ξένου αστικού πληθυσμού σε μια κατεχόμενη περιοχή σαν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και σαν εγκλήματα πολέμου και από την άλλη να επιβάλλονται, σε σχέση με την ίδια περιοχή, κανόνες διεθνούς δικαίου που να απονέμουν δικαιώματα παραμονής σ’ αυτό το πληθυσμό, δηλαδή να επιτρέπουν τη συνέχιση εγκλημάτων πολέμου σε βάρος του κράτους εναντίον του οποίου διαπράχθηκαν τα εγκλήματα. Οπωσδήποτε η απαγόρευση του εποικισμού αποτελεί το lex specialis για το θέμα που εξετάζουμε και έτσι οι σχετικές πρόνοιες επικρατούν άλλων κανόνων που θα μπορούσαν να ήταν ασυμβίβαστες με την απαγόρευση αυτή, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δημιουργίας δικαιωμάτων παραμονής των εποίκων στην Κύπρο. Συνεπώς οι έποικοι υπόκεινται σε επαναπατρισμό.

Προβάλλεται συνήθως το επιχείρημα ότι η μεγάλη χρονική διάρκεια παραμονής των εποίκων στην Κύπρο συνηγορεί εναντίον της απέλασής τους. Όμως το επιχείρημα αυτό αντικρούεται από την παρανομία και τη σοβαρότητά της που ήταν η αιτία της αρχικής εγκατάστασης των εποίκων. Αποτελεί δε αρχή του διεθνούς δικαίου ότι δεν επιτρέπεται δημιουργία δικαιώματος, αν αυτό προέρχεται από μια παρανομία (ex injuria jus non oritur). Οπωσδήποτε δεν υπάρχει κανόνας του διεθνούς δικαίου που να απαγορεύει την απέλαση αλλοδαπών κατοίκων μακράς διαμονής ή που να αναγνωρίζει δικαίωμα παραμονής σε οποιοδήποτε αλλοδαπό. Εν πάση περιπτώσει, η υπεύθυνη χώρα για τον εποικισμό, δηλαδή η Τουρκία, είναι και υπεύθυνη για οποιαδήποτε ανθρωπιστικά προβλήματα των εποίκων, οι οποίοι μπορούν να στραφούν εναντίον της, όπως ακριβώς δύνανται να στραφούν όλα τα θύματα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου.

Η αποδοχή από κυπριακές κυβερνήσεις μαζικής παραμονής των εποίκων στην Κύπρο δεν συνιστά απλώς ενθάρρυνση και υπόθαλψη της παραβίασης του διεθνούς δικαίου και του σχετικού εγκλήματος πολέμου, αλλά συγχρόνως έμμεση συνενοχή για το έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος του κυπριακού πληθυσμού ως συνόλου. Ακόμη και αυτός ο Didier Pfirter, νομικός σύμβουλος του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ για τη λύση του κυπριακού που κατέληξε στο αξιοθρήνητο Σχέδιο Ανάν, σε ένα άρθρο του για το Σχέδιο αυτό και παρά την ανεδαφική φιλοτουρκική επιχειρηματολογία του, αναγκάστηκε να παραδεχτεί τη δυσκολία αναγνώρισης δικαιωμάτων παραμονής στους έποικους στην υπό κατοχή περιοχή της Κύπρου διότι, όπως ο ίδιος τονίζει, «η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί ελαφρά τη καρδία να δεχτεί κατοχικές δυνάμεις που δημιούργησαν γεγονότα κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου να θερίσουν τα οφέλη των παρανόμων ενεργειών τους, επικαλούμενοι τα ανθρώπινα δικαιώματα του πληθυσμού που χρησιμοποιήθηκε ως όργανο για τις ενέργειες αυτές». Στη συνέχεια υποδεικνύει ότι η συζήτηση για το σχέδιο Ανάν του θέματος των εποίκων με βάση αρχές διακόπηκε όταν οι δυο πλευρές αποφάσισαν, άσχετα με τις απόψεις του ιδίου ή των Ηνωμένων Εθνών, να μιλήσουν για αριθμούς μάλλον παρά για αρχές! Δυστυχώς διαφαίνεται παρόμοια τάση και από τον σημερινό Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας…

Ο Λουκής Λουκαΐδης είναι τ. Δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>