Πέρα από τον φθηνό λαϊκισμό: Το φορολογικό καθεστώς της Εκκλησίας στο μικροσκόπιο

Η φορολογία των θρησκευμάτων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να γίνεται αντικείμενο λαϊκισμού. Η «Άποψη» επιδιώκει να αναλύσει το ισχύον καθεστώς αναφορικά με τη φορολογία της Εκκλησίας, τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της ενδιάμεσης συμφωνίας μεταξύ της Εκκλησίας και του Υπουργείου Οικονομικών που είχε επιτευχθεί επί προηγούμενης διακυβέρνησης, καθώς και το ισχύον καθεστώς στα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ.

 

Ισχύον καθεστώς

Σύμφωνα με το άρθρο 23 § 9 του Συντάγματος δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε αποστέρηση, περιορισμός ή δέσμευση του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία ανήκει σε οποιαδήποτε επισκοπή, μοναστήρι, ναό ή οποιοδήποτε άλλο εκκλησιαστικό οργανισμό, παρά μόνο με έγγραφη συναίνεση της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρχής, η οποία έχει τον έλεγχο της ιδιοκτησίας αυτής. Η ειδική αυτή συνταγματική ρύθμιση αναφέρεται στο σύνολο των εκκλησιών ή άλλων θρησκευτικών οργανισμών και όχι αποκλειστικά στην Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία. Αφορά επομένως και στην Μαρωνιτική, την Αρμενική και τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, καθώς και σε όλες τις υπόλοιπες γνωστές θρησκείες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 18 του Συντάγματος. Παρόμοια ρύθμιση απαντάται εξάλλου στο άρθρο 23 § 10 του Συντάγματος και υπέρ των μουσουλμανικών θρησκευτικών ιδρυμάτων, εφόσον προβλέπεται ότι δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε αποστέρηση, περιορισμός ή δέσμευση του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης βακουφικής ιδιοκτησίας, παρά μόνο με την έγκριση της τουρκικής κοινοτικής συνέλευσης και σύμφωνα με τους νόμους και τις αρχές των βακουφίων.

Το Σύνταγμα δεν απαλλάσσει επομένως την Εκκλησία από την υποχρέωση καταβολής φορολογίας. Εκείνο που προβλέπει το Σύνταγμα είναι ότι δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση ή δέσμευση οποιασδήποτε εκκλησιαστικής περιουσίας χωρίς την έγγραφη συναίνεση της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 13 του περί Φορολογίας Εισοδήματος Νόμου 118/2002, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος τα εισοδήματα θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δημόσιου χαρακτήρα. Και πάλι η σχετική ρύθμιση αφορά όλα τα ιδρύματα θρησκευτικής, φιλανθρωπικής ή εκπαιδευτικής φύσης δημόσιου χαρακτήρα και δεν περιορίζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι εταιρείες στις οποίες η Εκκλησία είναι μέτοχος, όπως η Ελληνική Τράπεζα, καταβάλλουν κανονικά τους φόρους τους προς τη Δημοκρατία. Εκείνο που εξαιρείται είναι το εισόδημα της ίδιας της Εκκλησίας, όπως και κάθε παρόμοιου οργανισμού και όχι το εισόδημα μιας εταιρείας στην οποία η Εκκλησία είναι μέτοχος.

Όλα εξάλλου τα υλικά οικοδομής, εξαρτήματα και έπιπλα για εκκλησίες ή τεμένη, ενδύματα και άλλα είδη που χρησιμοποιούνται για θρησκευτικούς σκοπούς και εισάγονται από εκκλησιαστικές ή θρησκευτικές αρχές οποιουδήποτε θρησκευτικού οργανισμού, απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής φόρων κατανάλωσης, σύμφωνα με τους περί Τελωνειακού Κώδικα και Φόρων Κατανάλωσης Κανονισμούς 380/2004, αλλά και σύμφωνα με τον Κανονισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 918/83. Αντίθετα, οποιοιδήποτε θρησκευτικοί οργανισμοί μπορούν να εγγραφούν για σκοπούς Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, στην περίπτωση που ασκούν επιχειρηματικές φορολογητέες δραστηριότητες σύμφωνα με τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο.

Η σύγκρουση για τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών

Η σύγκρουση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής της φορολογίας ακίνητης ιδιοκτησίας ή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Επομένως, οι θρησκευτικοί οργανισμοί έχουν νομική υποχρέωση να καταβάλουν φορολογία σύμφωνα με τον περί Φορολογίας της Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο 24/1980 και τον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο 52/1980. Η Ορθόδοξη Εκκλησία επιχείρησε να ισχυριστεί ότι η επιβολή φορολογίας επί της Εκκλησίας ήταν αντισυνταγματική. Η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ημερ. 22 Μαρτίου 1999, αποφάσισε ότι η υποχρέωση για την καταβολή οφειλόμενου φόρου στοιχειοθετείται από το νόμο και όχι από τα μέσα, τα οποία παρέχει, για την αναγκαστική είσπραξη του. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος καθιστά αδύνατη την είσπραξη των οφειλόμενων φόρων που οφείλονται από τις εκκλησιαστικές αρχές μέσω καταναγκαστικών μέτρων, δεν συνεπάγεται και μη ύπαρξη της υποχρέωσης για καταβολή των φόρων.

Ανεξάρτητα από την εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου όμως, γεγονός παραμένει πως αν η Εκκλησία δεν συναινεί στο να καταβάλει τους οφειλόμενους φόρους, τότε δεν υπάρχει συνταγματικά δυνατότητα είσπραξης των φόρων αυτών. Οι νομοθετικές προσπάθειες για να υποχρεωθεί έμμεσα η Εκκλησία να καταβάλει τους φόρους, μέσα από την εισαγωγή υποχρέωσης για καταβολή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών ως προϋπόθεσης για τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν πέτυχαν και το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένα πως η Εκκλησία δεν είχε παρόμοια υποχρέωση στις υποθέσεις Ιερά Αρχιεπισκοπή v. Δημοκρατίας, ημερ. 5 Ιουλίου 2002 και 1 Μαρτίου 2005.

Η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης

Η προσπάθεια της Δημοκρατίας για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης ως προς το θέμα των οφειλόμενων φόρων της Εκκλησίας, προέκυψε επομένως λόγω της αποτυχίας όλων των προσπαθειών της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των επανειλημμένων νομοθετικών πρωτοβουλιών της Βουλής των Αντιπροσώπων, να υποχρεώσει την Εκκλησία να καταβάλει τους φόρους που η Δημοκρατία θεωρεί ότι η Εκκλησία οφείλει. Η συμφωνία δεκατριών σημείων που συνομολογήθηκε μεταξύ της Εκκλησίας και της κυβέρνησης Παπαδόπουλου, ουσιαστικά ξεκινά από την αναγνώριση της αδυναμίας της πολιτείας να καταναγκάσει την Εκκλησία στην καταβολή οποιασδήποτε φορολογίας. Αφορά δηλαδή σε μια συμφωνία όπως τα προηγούμενα χρέη της Εκκλησίας – τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται ρεαλιστικά να καταβληθούν ποτέ – διαγραφούν και όπως η Εκκλησία απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας για όσα τεμάχια δεν προτίθεται να πουλήσει. Σε αντάλλαγμα η Εκκλησία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει στο μέλλον φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών και την έκτακτη αμυντική εισφορά.

Η λογική της συμφωνίας ακολουθεί ουσιαστικά την πεπατημένη που είχε δημιουργηθεί το 2002, όταν η Ιερά Μονή Κύκκου είχε συμφωνήσει με την κυβέρνηση Κληρίδη και με την ομόφωνη γνώμη της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπως αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στο μέλλον φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών και όπως σε αντάλλαγμα όλες τις οι οφειλές της από φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών πριν από το 2002 διαγραφούν. Συνιστούσε επομένως μια συμφωνία στη βάση της οποίας αμφότερες οι πλευρές αναγνώριζαν τα διαπραγματευτικά όπλα της άλλης πλευράς και προέβαιναν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις με σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού.

Τι ισχύει στα κράτη μέλη της ΕΕ

Γίνεται συχνά λόγος ότι η ευνοϊκή φορολογική πολιτική έναντι των θρησκευμάτων είναι λίγο – πολύ κυπριακό φαινόμενο που δεν συνάδει με τις υποχρεώσεις ενός ευρωπαϊκού κράτους. Παρόμοιες απόψεις φανερώνουν άγνοια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, εφόσον τα κράτη μέλη της ΕΕ ακολουθούν κατά κανόνα ευνοϊκή φορολογική πολιτική έναντι των θρησκευμάτων. Έτσι, σε κράτη όπως στην Ισπανία και στην Ιταλία, όχι μόνο προβλέπεται μια σειρά από φοροαπαλλαγές, εξαιρέσεις και ατέλειες – ιδιαίτερα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας – που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της φορολογίας, αλλά περαιτέρω προβλέπεται και οικονομική ενίσχυση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Σε άλλα κράτη, όπως στη Γερμανία, κάθε εκκλησία έχει τη δυνατότητα να επιβάλει και να εισπράξει εκκλησιαστικό φόρο από τους πιστούς, ο οποίος και αποτελεί πρόσθετη επιβάρυνση στο φόρο εισοδήματος. Ο εκκλησιαστικός φόρος απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος, ενώ οι θρησκευτικοί οργανισμοί απολαμβάνουν και σειρά άλλων φορολογικών απαλλαγών και προνομίων. Παρόμοιο με τη Γερμανία είναι και το καθεστώς στην Αυστρία, στη Σουηδία, στη Δανία και στη Φινλανδία, κράτη στα οποία προβλέπεται η αυτοχρηματοδότηση των εκκλησιών μέσω της είσπραξης υποχρεωτικού εκκλησιαστικού φόρου από τα μέλη τους, ο οποίος εισπράττεται με τη συμβολή των κρατικών μηχανισμών, ενώ παράλληλα προβλέπεται και σειρά από φορολογικές απαλλαγές. Εκτεταμένες φοροαπαλλαγές προβλέπονται επίσης στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία και στο Λουξεμβούργο, ενώ στο Βέλγιο προβλέπονται επιπρόσθετα προς τις φοροαπαλλαγές και μέτρα οικονομικής στήριξης των θρησκειών μέσα από την καταβολή των μισθών και συντάξεων των κληρικών από τον κρατικό προϋπολογισμό. Παρόμοιο είναι και το καθεστώς στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία αποτελεί την επικρατούσα θρησκεία.

Από όλα τα κράτη της ΕΕ, τα μοναδικά που μπορεί να λεχθεί ότι δεν προβαίνουν σε ειδικές διακρίσεις προς όφελος των εκκλησιαστικών οργανισμών είναι η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, οι οποίες όμως προβλέπουν φοροαπαλλαγές από την υποχρέωση καταβολής φόρων σε φιλανθρωπικούς ή θρησκευτικούς οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Οι σχετικές διατάξεις των πιο πάνω κρατών είναι συναφείς προς τις αντίστοιχες διατάξεις του κυπριακού δικαίου. Κατά συνέπεια οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι στην ΕΕ δεν προβλέπονται ειδικές διατάξεις σε σχέση με τη φορολογία των εκκλησιαστικών οργανισμών είναι ανεδαφικός – μάλιστα το ισχύον κυπριακό δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα μετριοπαθές, με βάση τα κοινά πανευρωπαϊκά κριτήρια, ως προς το θέμα της φορολόγησης των θρησκευτικών οργανισμών.

Συμπεράσματα

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης δεν ήταν να λάβει θέση είτε υπέρ της Εκκλησίας, είτε υπέρ της Κυβέρνησης. Στόχος μας ήταν να εξηγήσουμε πόσο επιπόλαια ορισμένες φορές αντιμετωπίζονται σοβαρά θέματα, χωρίς να υπάρχει γνώση των βασικών πτυχών τους. Το ζήτημα της φορολογίας της Εκκλησίας είναι ένα ακόμα θέμα που αντιμετωπίστηκε με φθηνό λαϊκισμό και ατάκες, παρά με σοβαρότητα, γνώση και μετριοπάθεια.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>