Γράφει:

Βρετανία και Κύπρος: Το πρώτο κεφάλαιο


του Μάριου Ευρυβιάδη

Οι Βρετανοί πήραν την Κύπρο από τους Οθωμανούς το 1878 για να εξασφαλίσουν, έναντι κυρίως των Ρώσων αλλά και άλλων, τις χερσαίες και θαλάσσιες προσβάσεις τους για την Ινδία, ή όπως την αναφέρει η ιμπεριαλιστική ιστοριογραφία, «το πετράδι στο θρόνο της βασίλισσας Βικτωρίας».

Ωστόσο τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1882, οι βρετανοί αποικιοκράτες ιμπεριαλιστές εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην «Αίγυπτο». Η προσωρινή αυτή τους παρουσία, η οποία κάθε χρόνο επιβεβαιώνεται ως τέτοια, διήρκεσε αρκετές δεκάδες χρόνια. Αυτό είχε ως συνέπεια ο στρατηγικός ρόλος της Κύπρου, δηλαδή η εξασφάλιση της διώρυγας του Σουέζ, να ακυρωθεί. Η προστασία των χερσαίων προσβάσεων σχετιζόταν με την γειτνίαση της Κύπρου με την οθωμανική Ασία. Εκεί προγραμματίζονταν μεγάλες σιδηροδρομικές γραμμές προς την Μέση Ανατολή από άλλες Μεγάλες Δυνάμεις όπως η Γερμανία, κάτι που ανησυχούσε τους Βρετανούς. Τελικά αυτές δεν ολοκληρώθηκαν.

Από τότε μέχρι τη δεκαετία του 1950, οι Βρετανοί παρέμεναν στην Κύπρο στη βάση της ιμπεριαλιστικής αρχής, contingent necessity. Η αρχή αυτή επιβάλλει την κατοχή εδαφών από μία ιμπεριαλιστική δύναμη, τα οποία της είναι περιθωριακά μέχρι άχρηστα, ώστε να αποτρέπεται η κατοχή τους από κάποια άλλη δύναμη, ακόμη και φιλική, διότι δυνητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της.

Η Κύπρος επανήλθε στους Βρετανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς την δεκαετία του 1950 με την διαφαινόμενη κρίση μεταξύ Βρετανίας και Αιγύπτου, αναφορικά με τη συνέχιση ή όχι της βρετανικής στρατιωτικής παραμονής στη βάση του Σουέζ. Σημειώνεται εδώ ότι η βρετανική βάση στο Σουέζ λειτουργούσε και ως το Μεσανατολικό αρχηγείο των Βρετανών. Ο εξαναγκασμός των Βρετανών από τον Νάσερ να εγκαταλείψουν τη βάση του Σουέζ το 1954 τους οδήγησε στρατιωτικά στην Κύπρο. Εκεί «αναπαρήγαγαν» τη βάση του Σουέζ και εγκατέστησαν το Μεσανατολικό τους στρατηγείο. Έτσι, μετά από μία χρονική στέρηση 72 ετών (1882 – 1954), η Κύπρος επανέκτησε την στρατηγική της σημασία στους βρετανικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Μόνο το διακύβευμα άλλαξε. Αντί της Ινδίας ήταν τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής που ενδιέφεραν το Λονδίνο.

Μόνο μέσα από το πρίσμα της απώλειας του Σουέζ (1954) και της ταπείνωσης του βρετανικού λέοντα στην κρίση του Σουέζ (1956) μπορεί να ερμηνευτεί τόσο το «ουδέποτε» του Χόπκινσον τον Ιούλιο του 1954, καθώς επίσης και όλη η στρατηγική της Βρετανίας στην Κύπρο μέχρι τον Ιανουάριο του 1987. Η αποτυχία των λεγόμενων «προτάσεων» Χαρτινγκ – Μπόιντ (Φεβρουάριος 1956), όσο και η εξορία του Μακάριου (9 Μαρτίου) είχαν ως πηγή και αίτιο την Μέση Ανατολή και όχι την Κύπρο. Μόνο οι ομφαλοσκοπούντες και αυτοί που υποφέρουν από ιδεοληπτικές εμμονές αδυνατούν να κατανοήσουν την πραγματικότητα αυτή.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1957, όταν άλλαξε το βρετανικό στρατηγικό δόγμα (White Paper on Defence of 1957), οι Βρετανοί ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν σοβαρά για μία λύση του κυπριακού, έστω και διχοτομική. Και καμία πρότασή τους δεν λάμβαναν στα σοβαρά ούτε οι ίδιοι. Όλες, καμίας εξαιρουμένης, υπήρξαν προπαγανδιστικές. Μέχρι το 1957 οι Βρετανοί ακολουθούσαν στην Κύπρο την καλά δοκιμασμένη ψυχροπολεμική αυτή στρατηγική της έντασης (strategy of tension). Η στρατηγική αποσκοπούσε να παρουσιάζει στην διεθνή κοινή γνώμη (βρετανική και αμερικανική κυρίως) τις θέσεις της Βρετανίας ως «μετριοπαθείς» και τις ελληνικές ως «εξτρεμιστικές». Η εξορία του Μακάριου οργανώθηκε ως τέτοια διότι θα την ακολουθούσε πόλωση και βία στην Κύπρο, κάτι που βόλευε αφάνταστα τους οργανωτές της.

Το φιάσκο της βρετανικής στρατιωτικής επιδρομής κατά της Αιγύπτου (με την Κύπρο ως εφαλτήριο και ως το πρώτο «Γκουαντάναμο» της εποχής στο οποίο Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι φυλακίζονταν, βασανίζονταν και δολοφονούνταν) απέδειξε την αδυναμία των Βρετανών να λειτουργήσουν ως μεγάλη και αυτοκρατορική δύναμη που μπορούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της. Αναγκάστηκαν έτσι να αλλάξουν άρδην το στρατηγικό τους δόγμα και να μετατραπούν σε σφογγοκωλάριους των Αμερικανών.

Ως προς την Κύπρο, το στρατηγικό ζητούμενο του νέου δόγματος δεν ήταν πλέον ολόκληρη η Κύπρος ως βάση (Cyprus as a base) αλλά μία (ή δύο «κυρίαρχες») βάσεις στην Κύπρο (a base in Cyprus). Με το σκεπτικό αυτό η Βρετανία «επέτρεψε» την εμπλοκή «τρίτων» στην Κύπρο, της Τουρκίας κυρίως, και άρχισε έτσι η αντίστροφη μέτρηση για την Ζυρίχη. Στη χρονική περίοδο που μεσολάβησε είχαμε την οργανωμένη εφαρμογή των διχοτομικών προνοιών του Σχεδίου Μακμίλαν. Οι τελικές συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου δεν αποτελούσαν παρά μόνο μία εκλεπτυσμένη εφαρμογή του διχοτομικού αυτού σχεδίου.

Καταληκτικά πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το κυπριακό «έκλεισε» εν μέσω μίας κλιμακούμενης αντιδυτικής κρίσης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή μέσα στο υφιστάμενο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου. Από το 1957 έχουμε την άμεση πλέον εμπλοκή των ΗΠΑ, με την διακήρυξη του δόγματος Αϊνζεχάουερ για την Μέση Ανατολή (ότι δηλαδή το κενό ισχύος που δημιουργείτο με την συρρίκνωση της βρετανικής ισχύος στη Μέση Ανατολή θα το γέμιζε η Αμερική). Έχουμε κλιμάκωση της ψυχροπολεμικής κρίσης με συνεχείς ταραχές στην Ιορδανία, ένα αποτυχημένο φιλοδυτικό αιματηρό πραξικόπημα στην Συρία, το επιτυχημένο αιματηρό αντιδυτικό πραξικόπημα στο Ιράκ το 1958 και την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στον Λίβανο το ίδιο έτος, στη βάση του δόγματος Αϊνζεχάουερ. Σε όλα αυτά τα γεγονότα, η Τουρκία του Μεντερές διαδραμάτιζε το ρόλο του προωθημένου οπλίτη στους αγγλοαμερικανικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αμειβόμενη με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από τις ΗΠΑ (1957-58) και με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου από τους Βρετανούς.

Εάν στα γεγονότα της δεκαετίας του 1950 αναγνωρίζονται αναλογίες και αντιστοιχίες με το σήμερα, όπως π.χ. τον πόλεμο του 2003 κατά του Ιράκ, το ρόλο της Τουρκίας στους πολεμικούς σχεδιασμούς των Αγγλο-αμερικανών και τη διαμόρφωση του κρατοκτονικού Σχεδίου Ανάν-Χάνεϋ (όπως επίσης και της περί Κύπρου περιβόητης δήλωσης του Αμερικανού αξιωματούχου Fried), αυτό μόνο σύμπτωση δεν είναι. Στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής οι στρατηγικές του δυτικού ιμπεριαλισμού και των τοπικών οπλιτών του, παραμένουν αναλλοίωτες. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι οι τότε προοδευτικές δυνάμεις της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, έχουν καταντήσει να λειτουργούν σήμερα ως δεκανίκι του δυτικού νέο-ιμπεριαλισμού και του αναδυόμενου νέο-οθωμανισμού.

Ο Μάριος Ευρυβιάδης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

One Comment

  1. ΜΠΡΙΣΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
    26 Σεπτεμβρίου 2008 06:13

    Θα ηθελα να προσθεσω στα παραπανω με ολο το θαρρος και το θρασος μου ως ρωμιού την σταση της τότε ΕΣΣΔ η οποία απο την αρχή μιλούσε για την υπαρξη δυο κοινοτητων. Ενα στοιχείο που διχνει με τις λίγες γνώσεις που διαθετω επι των ζητηματων αυτών οτι και η Κύπρος ειναι ενα ακομη πιονι στην σκακιερα της διεθνής Πολιτικής. Κατι ακομη αν μου επιτραπεί ακόμη ειναι οτι οι τραγωδίες του ελληνισμού απο το 1922 και εδω δεν εχουν τελος και σε αυτες υπήρξε σημαντικός ρόλος και του ντοπιου πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού κατεστημένου.
    Υπήρξε αδυναμία συγκρότησης και χαραξης εθνικής πολιτικής και απουσία εθνικής συνειδησης με ευθύνη όλων.
    Δέν ειναι τυχαίο που ακομη και οι λεγόμενες προδευτικές δυναμεις έδειξαν αδυναμία στον σχεδιασμό μιας εθνικής στρατηγικής και πολλές φορες ειδαμε και βλέπουμε ιδέες, ιδανικά και αξίες του ελληνισμού να γίνονται μεσα προσωπικής προβολής η κουφιες εξαγγελίες κομματων. Κουβαλαμε το στοιχείο του ραγιαδισμού μιας μιζερης νοοτροπίας υποταγμένης στον μύθο της ξενης προστατιδος δυναμης. Ετσι βρεθηκαν Εφιαλτες και ανοιχτηκαν οι κερκοπορτες. Χωρις αυτούς οσοι σχεδιασμοί κιαν εκαναν οι καθε λογής προστατες συμπαθαταμε θα εμεναν σχεδια επι χάρτου

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>