Γράφει:

Το ζήτημα του νέου καθεστώτος ασφάλειας

Αναζητώντας ένα πλαίσιο συνεννόησης για διαρκή ειρήνη στην Κύπρο

 

Η ασφάλεια ήταν πάντοτε μια ουσιώδης πτυχή του κυπριακού προβλήματος. Στη διεθνή κοινότητα επικράτησε η αντίληψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση εάν οι δύο κοινότητες δεν νιώσουν σταθερότητα, σε ένα περιβάλλον που δεν θα επιτρέπει τη διολίσθηση στη βία και τη σύγκρουση. Όπως επίσης υποστηρίζεται η άποψη πως η επίτευξη λύσης προϋποθέτει και τη συγκατάθεση των εγγυητριών δυνάμεων για τη μετάβαση από το παλαιό καθεστώς των εγγυήσεων και συμμαχίας σε ένα νέο καθεστώς, το οποίο θα επαναπροσδιορίζει τον ρόλο και τα δικαιώματά τους. Σε όλη αυτή τη συζήτηση, όμως, δεν δόθηκε η απαραίτητη προσοχή στις πραγματικές ανάγκες για την οικοδόμηση ενός σταθερού καθεστώτος ασφάλειας στην Κύπρο, το οποίο θα είναι επωφελές τόσο για τους πολίτες και τις κοινότητες του κράτους, όσο και για το περιφερειακό και διεθνές σύστημα σχέσεων.

Αντίθετες λογικές και πεποιθήσεις

Η ανοικοδόμηση του καθεστώς ασφάλειας αποτελούσε ανέκαθεν ουσιαστικό θέμα διαφωνίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες και τις εγγυήτριες δυνάμεις. Η προοπτική γεφύρωσης των διαφορών φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη, αφού οι θέσεις των εμπλεκόμενων μερών βασίζονται σε διαφορετικές αναλύσεις και πεποιθήσεις. Η Τουρκία θεωρεί ότι το καθεστώς εγγυήσεων και συμμαχίας του 1960 πρέπει να επιβεβαιωθεί και στο πλαίσιο ενός νέου διακανονισμού, με τρόπο που η χώρα να διατηρήσει ένα στρατιωτικό απόσπασμα στο νησί. Η Τουρκία επιθυμεί ακόμη να διαιωνίσει τα εγγυητικά της δικαιώματα επί της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας του νέου κρατικού μορφώματος, όπως επίσης επιθυμεί να διατηρήσει και επεμβατικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Τουρκία συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Κύπρο στο πλαίσιο κάποιων ηγεμονικών αντιλήψεων που καλλιεργήθηκαν συστηματικά από τη δεκαετία του 1950 και εμπεδώθηκαν στο γραφειοκρατικό και στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο της χώρας μετά το 1974, ανεξάρτητα από τη στρατιωτική ή πολιτική ηγεσία. Η Άγκυρα θεωρεί ότι έχει αποκτήσει κεκτημένα δικαιώματα και υποχρεώσεις επί του εδάφους, της κυριαρχίας και των κατοίκων της Κύπρου.

Η Τουρκία προσπαθεί να νομιμοποιήσει τις θέσεις της τόσο στο πλαίσιο των πιο πάνω αντιλήψεων, όσο και στη βάση των πάγιων διακηρυγμένων θέσεων της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων υποστηρίζει πως δεν μπορεί να υπάρξει μια σταθερή και ασφαλής μετάβαση σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων, παρά μόνο εάν η Τουρκία αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του νέου καθεστώτος ασφάλειας και εγγυήσεων. Οι Τουρκοκύπριοι επικαλούνται την κρίση του 1963 και τα γεγονότα που ακολούθησαν για να στοιχειοθετήσουν τη θέση τους περί διαιώνισης των τουρκικών εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων. Αυτές οι αντιλήψεις φαίνεται να έχουν ριζώσει βαθιά στην πολιτική συνείδηση των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι επικαλούνται την αριθμητική και οικονομική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων ως μελλοντικές πηγές απειλών εις βάρος της κοινότητάς τους.

Η Ελλάδα έχει εκφράσει πολλές φορές την άποψη ότι το καθεστώς εγγυήσεων και συμμαχίας του 1960 πρέπει να αναθεωρηθεί με τρόπο που οι Κύπριοι να απεξαρτηθούν από τις μητέρες πατρίδες. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι στο πλαίσιο της μεταψυχροπολεμικής εποχής και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι έννοιες της άμυνας και της ασφάλειας έχουν κυρίως υπερεθνικό χαρακτήρα, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία οι απειλές κατά της ασφάλειας των κρατών προέρχονται κυρίως από μη κρατικούς δρώντες. Αυτή η αντίληψη καλλιεργήθηκε συστηματικά από τη διακυβέρνηση Σημίτη. Προβλήθηκε η θέση ότι η εθνική ανάπτυξη παρεμποδίζεται από τις υπερβολικές αμυντικές δαπάνες και την αναπαραγωγή εχθρικών ταυτοτήτων, φαινόμενα τα οποία μπορούν να ξεπεραστούν με διάλογο και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Παρόλο που η κυβέρνηση Καραμανλή δεν αναθεώρησε αυτό το δόγμα, εντούτοις δεν θεωρεί ότι οι διακρατικές διαφορές με όμορες χώρες μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο στο πλαίσιο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Το δόγμα της αποτρεπτικής ισχύος φαίνεται να συμπληρώνει αυτό των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές αντιλήψεις για το εθνικό δόγμα ασφάλειας, υπάρχει κοινή αντίληψη ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας ότι η Ελλάδα πρέπει να απεμπλακεί από το καθεστώς εγγυήσεων και συμμαχίας στην Κύπρο. Η Αθήνα δεν επιθυμεί τη διαιώνιση της στρατιωτικής της παρουσίας στη μεγαλόνησο και θεωρεί ότι στο πλαίσιο μιας τελικής διευθέτησης η Κύπρος δεν πρέπει να αποτελεί σημείο τριβής με την Άγκυρα.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα στο νησί μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσω διεθνών εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η πολιτική ηγεσία των Ελληνοκυπρίων θεωρεί ότι η εγγύηση της εφαρμογής της τελικής διευθέτησης και το καθεστώς ασφάλειας πρέπει να είναι στην αρμοδιότητα μιας διεθνούς δύναμης. Στο πλαίσιο της τελικής διευθέτησης θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όλες οι πηγές αστάθειας που για την ελληνοκυπριακή πλευρά είναι η παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων και ο εποικισμός. Υποστηρίζεται πως όλες οι μη κυπριακές δυνάμεις πρέπει να αποχωρήσουν από το νησί, τα επεμβατικά δικαιώματα τρίτων χωρών να καταργηθούν και ο εποικισμός να τερματιστεί.

Η Βρετανία εμφανίζεται ευέλικτη για τους διακανονισμούς ασφάλειας στο νησί στο πλαίσιο μιας τελικής διευθέτησης, δεδομένου ότι το καθεστώς των στρατιωτικών βάσεων και τα προνόμια που διατηρεί από το 1960 θα επιβεβαιωθούν και θα διαιωνιστούν. Το Λονδίνο συνεχίζει να θεωρεί πως ο ρόλος του θα συνεχίσει να είναι εξισορροπητικός ανάμεσα στις δύο κοινότητες, την Ελλάδα και την Τουρκία, έτσι ώστε τα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της Βρετανίας να εξυπηρετούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η ιδέα της αποστρατικοποίησης

Θεωρητικά η ιδέα της αποστρατικοποίησης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στις δύο κοινότητες, οι ηγεσίες των οποίων την έχουν αποδεχθεί ως θέση αρχής. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία υιοθετεί αυτή την ιδέα, στον βαθμό όμως που θα αφορά τη διάλυση όλων των κυπριακών δυνάμεων. Οι Τουρκοκύπριοι θεωρούν ότι μόνον ενδοκυπριακές δυνάμεις μπορούν να γίνουν πηγή ένοπλης αστάθειας. Αντίθετα, η παρουσία τουρκικού και ελληνικού στρατιωτικού αποσπάσματος θεωρείται ως πηγή σταθερότητας και εγγύηση για την ειρήνη. Από την άλλη, η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι η ιδέα της αποστρατικοποίησης πρέπει να αφορά τόσο τη διάλυση όλων των κυπριακών δυνάμεων, όσο και την αποχώρηση όλων των μη κυπριακών δυνάμεων. Το χάσμα ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες περί αποστρατικοποίησης παραμένει.

Διαζευκτικές προτάσεις

Στο παρελθόν έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις για διαζευκτικές προτάσεις, όπως για παράδειγμα η παρουσία ευρωπαϊκής ή νατοϊκής δύναμης, η ένταξη του ελληνικού και τουρκικού αποσπάσματος κάτω από τη διοίκηση μιας διεθνούς δύναμης, η υιοθέτηση μεταβατικών χρονοδιαγραμμάτων μείωσης της παρουσίας των ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων και αναθεώρηση ή διευκρίνηση των προνοιών των συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας κ.α. Παρόλα αυτά, όλες αυτές οι ιδέες δεν έχουν τύχει της απαραίτητης επεξεργασίας και ανάλυσης και μέχρι σήμερα έχουν μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Η διαζευκτική πρόταση του ΟΗΕ στο τελευταίο του σχέδιο (2004) αφορούσε τη διάλυση όλων των κυπριακών δυνάμεων, τη σταδιακή μείωση της παρουσίας των ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων έτσι ώστε να φτάσουν τα αριθμητικά όρια της Συνθήκης Συμμαχίας του 1960, την δυνατότητα επανεξέτασης της παρουσίας ελληνικού και τουρκικού αποσπάσματος κάθε τρία χρόνια, την επέκταση των εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων των εγγυητριών δυνάμεων στα συνιστώντα κράτη και την εξαίρεση της συμμετοχής της Κύπρου από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς άμυνας και ασφάλειας. Μια πρόταση που ικανοποιούσε πλήρως τις απαιτήσεις της τουρκικής πλευράς και άφηνε την ελληνική πλευρά εκτεθειμένη.

Άμυνα και Ασφάλεια ως κυριαρχικά δικαιώματα

Μέχρι σήμερα η συζήτηση για το καθεστώς ασφάλειας βασιζόταν στη λογική ισορροπίας ισχύος ανάμεσα σε τρίτα κράτη και στον περιορίσιμο των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κυπριακού κράτους. Η υπέρβαση των αδιεξόδων μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν τα εμπλεκόμενα μέρη αποδεχθούν την αρχή της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας του κυπριακού κράτους στο πλαίσιο μιας τελικής διευθέτησης. Με άλλα λόγια, μόνο όταν το κυπριακό κράτος λειτουργήσει ως κυρίαρχο κράτος με τρόπο που να μπορεί να παίρνει αυτόνομες αποφάσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας θα υπάρξει προοπτική διαρκούς σταθερότητας και ασφάλειας. Στο πλαίσιο μιας τελικής διευθέτησης του Κυπριακού θα πρέπει να δοθεί η προοπτική αυτονόμησης της κυπριακής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, στο πλαίσιο μιας μεταβατικής περιόδου κάτω από την αιγίδα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όπως επίσης το κυπριακό κράτος πρέπει να δημιουργήσει ένα κρατικό δόγμα ασφάλειας, το οποίο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών/κοινοτήτων του και να συμβάλει στην περιφερειακή και διεθνή ειρήνη.

Αν το ζητούμενο είναι η αποεθνικοποίηση της άμυνας και ασφάλειας του κυπριακού κράτους, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μετά την κατάργηση όλων των επεμβατικών και εγγυητικών δικαιωμάτων τρίτων κρατών και μετά την υπέρβαση κάθε είδους πειθαναγκαστικών συμμαχιών. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση το κυπριακό σύστημα άμυνας και ασφάλειας θα εκτρέφει ένα συνεχή ανταγωνισμό ανάμεσα σε τρίτα κράτη και θα αποτελεί μια μόνιμη πηγή ανωμαλίας στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα ασφάλειας.

Η ανάγκη για σταθερότητα και διαρκή ειρήνη στην Κύπρο μπορεί να εδραιωθεί μόνο αν το κυπριακό κράτος είναι κυρίαρχο και ανεξάρτητο και έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς άμυνας και ασφάλειας. Η γεωστρατηγική και γεωπολιτική αξία της Κύπρου μπορεί να είναι επωφελής για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια μόνο όταν αξιοποιείται στο πλαίσιο περιφερειακών και διεθνών συνεργασιών, οι οποίες βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και τη βούληση των πολιτών/κοινοτήτων του κράτους.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>