ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ: Οι εσωτερικές γνωματεύσεις για τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας

Η απόρρητη νομική συμβουλή για τη Συνθήκη Εγγυήσεως

Η «Άποψη» αποκαλύπτει εμπιστευτικό έγγραφο των νομικών συμβούλων του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών σχετικά με το καθεστώς της Συνθήκης Εγγυήσεως. Η γνωμάτευση ετοιμάστηκε το Φεβρουάριο του 1971. Η νομική συμβουλή ζητήθηκε με αφορμή τις απόψεις που εξέφραζε ο τότε Κύπριος Υπουργός Εξωτερικών, Σπύρος Κυπριανού, σε σχέση με την ακυρότητα των Συνθηκών Εγγυήσεων και Συμμαχίας. Σημαντικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τους όρους εντολής που απέστειλε προς τους νομικούς συμβούλους, ο κ. Fearn του Τμήματος Νότιας Ευρώπης:

«είναι ενδιαφέρον ότι ο κ. Κυπριανού ήταν διατεθειμένος να εξαιρέσει τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης από τον κατάλογο των άκυρων συνθηκών. Πιθανώς το έπραξε στη βάση της (ορθής) υπόθεσης ότι ενδιαφερόμαστε κυρίως για τις αμυντικές μας διευκολύνσεις. Θα πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη και τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Εντούτοις αυτή υπήρξε μια χρήσιμη παραδοχή από πλευράς του κ. Κυπριανού και αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος τρόπος να την αξιοποιήσουμε, χωρίς να μπαίνουμε σε πιο βαθιά νερά».

Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: α) Οι Βρετανοί παραδέχονται πως βασικό τους μέλημα είναι η διατήρηση των αμυντικών τους διευκολύνσεων μέσω των Βρετανικών Βάσεων, ένα ζήτημα στο οποίο αναφερθήκαμε και στα δύο προηγούμενα τεύχη της «Άποψης», παραπέμποντας σε σχετικά βρετανικά έγγραφα, β) μέλημα των Βρετανών είναι επίσης η διατήρηση των σχέσεών τους με την Τουρκία και η εξυπηρέτηση και των τουρκικών συμφερόντων, στο βαθμό που δεν αντίκεινται προς τα δικά τους συμφέροντα, γ) κάθε παραδοχή ή υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς, ανεξάρτητα από τις προθέσεις με τις οποίες γίνεται, τυγχάνει αξιοποίησης από την αγγλική πολιτική.

Στη γνωμάτευσή τους οι νομικοί σύμβουλοι (H. Steel) της βρετανικής κυβέρνησης, αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«Έχουμε με συνέπεια διακηρύξει ότι τόσο η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, όσο και η Συνθήκη Εγγυήσεως, είναι ακόμα σε ισχύ και έχουμε προβεί κατά καιρούς σε δημόσιες τοποθετήσεις και επίσημα διαβήματα προς την κυπριακή Κυβέρνηση σε σχέση με το ζήτημα αυτό (η οποία βέβαια απέρριψε τα διαβήματα αυτά). Δεν έχω δει ποτέ ρητή καταγραφή των επιχειρημάτων αυτών, αλλά πιστεύω πως αυτά συνίστανται απλώς στον ισχυρισμό ότι οι συνθήκες ήταν όλες έγκυρες όταν καταρτίστηκαν και σε άρνηση αποδοχής ότι μια συνθήκη μπορεί μεταγενέστερα να ακυρωθεί ή να ανακληθεί στη βάση των λόγων που ισχυρίζεται η κυπριακή Κυβέρνηση. Συγκεκριμένα δεν αποδεχόμαστε ότι οποιοδήποτε όργανο των Ηνωμένων Εθνών έχει αρμοδιότητα να επηρεάσει το κύρος μιας Συνθήκης, κατά τον τρόπο που προφανώς εισηγείται η κυπριακή Κυβέρνηση και φαντάζομαι ότι δεν δεχόμαστε ότι τα διάφορα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας αποσκοπούσαν σε κάτι παρόμοιο.

Όπως γνωρίζετε έχουμε κατά καιρούς προβληματιστεί κατά πόσο θα ήταν αναγκαίο να επιμείνουμε στις θέσεις μας ως προς τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Έχουμε καταλήξει πως θα ήταν ενάντια στα συμφέροντά μας, αν δεν το πράτταμε. Νομίζω πως οι λόγοι που έχουμε είναι οι εξής:

α) Αν αποδεχθούμε τις απόψεις της κυπριακής Κυβέρνησης, αυτό θα ζημίωνε τη γενική μας θέση ως προς την ιερότητα των συνθηκών, δηλαδή σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι συνθήκες μπορούν να ανακληθούν και να θεωρηθούν ως άκυρες.

β) Οι διάφορες συμφωνίες του 1960, απορρέουν όλες από τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου του 1959 και συνιστούν μια ενιαία διευθέτηση, ένα πακέτο. Η εγκατάλειψη της θέσης μας σε σχέση με τη Συνθήκη Εγγυήσεως θα υποβάθμιζε και τις θέσεις μας σε σχέση με τις υπόλοιπες διευθετήσεις του 1960. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε μια μέρα να επηρεάσει τις θέσεις μας και ως προς τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης.

γ) Αν και το δικαίωμά μας στις Κυρίαρχες Βρετανικές Βάσεις δεν πηγάζει από τη Συνθήκη Εγγυήσεως ή τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, εντούτοις οι ρητές διατάξεις των Συνθηκών αυτών μπορεί να έχουν κάποια αξία για να μας διασφαλίσουν την αδιατάραχτη κατοχή και χρήση των περιοχών αυτών. Επιπρόσθετα οτιδήποτε δημιουργεί ερωτηματικά στη διευθέτηση του 1960 ως σύνολο, θα μπορούσε να μας αφήσει ακάλυπτους απέναντι σε ηθικές (διακριτές από τις νομικές) πιέσεις σχετικά με το δικαίωμά μας να επιμείνουμε στην κατοχή των εν λόγω περιοχών.

δ) Ανεξάρτητα αν έχουμε ή όχι άμεσο ενδιαφέρον στη διατήρηση της Συνθήκης Εγγυήσεως, δεν θα μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε τις θέσεις μας, χωρίς να αναστατώσουμε σοβαρά την Τουρκία».

Και στην πιο πάνω γνωμάτευση επομένως επαναλαμβάνονται τα ίδια χαρακτηριστικά της βρετανικής πολιτικής σε σχέση με τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Η Συνθήκη Εγγυήσεως, θεωρείται ως αναπόσπαστο κομμάτι των Συμφωνιών του 1960 και κατά συνέπεια, για τους Βρετανούς, οποιαδήποτε αμφισβήτηση του κύρους της Συνθήκης Εγγυήσεως, θα μπορούσε να τους καταστήσει ευάλωτους σε νομικές, αλλά και ηθικές πιέσεις, σε σχέση με το κύρος της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων. Περαιτέρω, τυχόν αμφισβήτηση του κύρους της Συνθήκης Εγγυήσεως θα βρισκόταν σε αντίθεση με τα τουρκικά συμφέροντα και θα δημιουργούσε προβλήματα στις καλές σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Βρετανίας.

Η γνωμάτευση Kelsen για τη Συνθήκη Εγγυήσεως

Προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη Εγγυήσεως ζητήθηκε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, όπως γνωματεύσει επί του κύρους της εν λόγω Συνθήκης. Η γνωμάτευση, την οποία ετοίμασε ένας από τους σημαντικότερους διεθνολόγους του αιώνα που μας πέρασε, δηλαδή ο Hans Kelsen, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ερμηνεύεται η Συνθήκη Εγγυήσεως. Ο Kelsen, αν και παρατήρησε ότι η σύναψη μιας συνθήκης εγγυήσεως είναι κατ” αρχήν έγκυρη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εντούτοις προχώρησε σε περαιτέρω σχόλια αναφορικά με το άρθρο 3 της Συνθήκης που προβλέπει για δικαίωμα επέμβασης. Παραθέτουμε ορισμένα σημαντικά αποσπάσματα από τις σχετικές επισημάνσεις:

«Το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως φαίνεται ότι, όπως προκύπτει τόσο από τους όρους του όσο και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνάφθηκε, αποσκοπεί να καλύψει κυρίως περίπτωση κατά την οποία το κυπριακό Σύνταγμα ανατρέπεται από εσωτερική επανάσταση, η οποία στοχεύει είτε στον περιορισμό των μειονοτικών δικαιωμάτων, είτε σε ένωση με άλλο κράτος ή σε διχοτόμηση. Αν οι εγγυήτριες δυνάμεις είχαν δικαίωμα να αναλάβουν δράση στρατιωτικού χαρακτήρα, αυτό θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να δικαιολογηθεί ως αυτοάμυνα. Αυτές οι περιστάσεις θα προέκυπταν αν, κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, γινόταν ένοπλη επέμβαση κατά των στρατευμάτων μιας εγγυήτριας δύναμης που βρίσκονται σταθμευμένα στην Κύπρο. Το δικαίωμα αυτό αυτοάμυνας όμως, δεν πηγάζει από τη Συνθήκη Εγγυήσεως, αλλά από το γενικό διεθνές δίκαιο, όπως περιορίζεται από το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη.

Η νομική κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, αν οι ταραχές στην Κύπρο τείνουν να αναστατώσουν το καθεστώς που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη, αλλά δεν οδηγούν σε επίθεση επί των στρατευμάτων κάποιας εγγυήτριας δύναμης. Στο σημείο αυτό οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 2 του Καταστατικού Χάρτη καθίστανται οι κυρίαρχες νομικές παράμετροι του ζητήματος….Πολλές νομικές συζητήσεις έχουν επικεντρωθεί στην ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, ιδιαίτερα για τον ορισμό της επιθετικότητας….Ο Quincy Wright έχει εκφράσει την πιο δημοφιλή άποψη, όταν όρισε την έννοια της επιθετικότητας, όπως προκύπτει από το άρθρο 2(4) ως ακολούθως: ‘Η απειλή για χρήση ένοπλης βίας πέραν από ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύνορο, για το οποίο μια κυβέρνηση είναι de facto ή de jure υπεύθυνη, εκτός αν δικαιολογείται από ανάγκη για ατομική ή συλλογική αυτοάμυνα, μετά από εξουσιοδότηση του ΟΗΕ για αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ή με τη συναίνεση του κράτους εντός των περιοχών του οποίου χρησιμοποιούνται οι ένοπλες δυνάμεις”.

Αν η πιο πάνω άποψη είναι ορθή και αν οι εγγυήτριες δυνάμεις καταφύγουν σε ένοπλη βία στην Κύπρο, σε περιστάσεις που δεν συνιστούν αυτοάμυνα, θα μπορούσε η Συνθήκη Εγγυήσεως να ερμηνευθεί ως παρέχουσα συναίνεση της Κύπρου για χρήση ένοπλης βίας. Η άποψη του Quincy Wright φαίνεται να είναι πως η συναίνεση θα πρέπει να είναι πραγματική και να δίδεται κατά τον χρόνο που η επέμβαση λαμβάνει χώρα και από μια κυβέρνηση που να έχει πλήρη έλεγχο και να θεωρείται αρμόδια να εκφράζει το κράτος για το ζήτημα. Σύμφωνα με τα πιο πάνω θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ερμηνεύσει κάποιος τη Συνθήκη Εγγυήσεως ως παρέχουσα πραγματική συναίνεση και κατά συνέπεια το άρθρο 3 της Συνθήκης, για να συνάδει με το διεθνές δίκαιο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέχει δικαιώματα, εξαιρουμένης της δυνατότητας χρήσης ένοπλης βίας».

Και καταλήγει ο Kelsen μετά από επιπρόσθετες αναλύσεις: «Στη βάση όλων των πιο πάνω υποβάλλεται ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως θα είναι μια έγκυρη διεθνής συμφωνία όταν τεθεί σε ισχύ. Εντούτοις στο παρόν στάδιο της ανάπτυξης του διεθνούς δικαίου, το άρθρο 3 της Συνθήκης δεν μπορεί έγκυρα να ερμηνευθεί ότι παρέχει στις εγγυήτριες δυνάμεις απεριόριστο δικαίωμα επέμβασης με χρήση ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της Συνθήκης. Παρόμοια χρήση βίας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε περιπτώσεις αυτοάμυνας ή με την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ ή μετά από πρόσκληση του κυπριακού κράτους κατά το δεδομένο χρόνο. Κανένα δικαίωμα ένοπλης επέμβασης δεν πηγάζει αυτόματα από τους όρους της Συνθήκης και ακόμα και αν είχε υιοθετηθεί η ακραία άποψη ότι παρόμοιο δικαίωμα προκύπτει, τότε αυτό θα περιοριζόταν πρώτα από την ανάγκη για καταφυγή σε μέσα ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που είναι διαθέσιμα στα ενδιαφερόμενα κράτη».

Από την προαναφερόμενη γνωμάτευση Kelsen φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Τουρκία παραβίασε τις υποχρεώσεις της, όπως πήγαζαν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως, και καταρρίπτονται οι τουρκικοί ισχυρισμοί ότι η τουρκική εισβολή μπορούσε να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις της Συνθήκης Εγγυήσεως. Παρόμοιες απόψεις εξέφρασε και ο Frank Soskice στη γνωστή γνωμάτευσή του, ενώ σε παρόμοιες αναλύσεις προέβησαν και οι περισσότεροι αναγνωρισμένοι διεθνολόγοι μετά την τουρκική εισβολή. Η Τουρκία παραβίασε τις υποχρεώσεις της και αυτό είναι ορθό. Περαιτέρω ερμήνευσε τη Συνθήκη Εγγυήσεως κατά τον τρόπο που η ίδια επιθυμούσε. Οποιαδήποτε αναγνώριση εγγυητικών δικαιωμάτων στην Τουρκία σε ενδεχόμενη λύση του κυπριακού προβλήματος θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με παράδοση της Κύπρου στα χέρια της Τουρκίας, εφόσον θα ανανεώνει τα δικαιώματα που η Τουρκία παραβίασε και εξακολουθεί να παρερμηνεύει. Θα συνιστά σε τελική ανάλυση μια δικαίωση της τουρκικής εισβολής και της τουρκικής παραβίασης του διεθνούς δικαίου.

Το εσωτερικό σημείωμα του Κρίτωνα Τορναρίτη για τη Συνθήκη Συμμαχίας

Το 1964 ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ζήτησε από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Κρίτωνα Τορναρίτη, όπως ετοιμάσει εσωτερικό σημείωμα σε σχέση με το κύρος και τη δυνατότητα καταγγελίας της Συνθήκης Συμμαχίας. Ο Τορναρίτης καταλήγει στο σημείωμά του ότι η Συνθήκη Συμμαχίας μπορεί να τερματιστεί λόγω ουσιώδους παράβασης της Συνθήκης από την Τουρκία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα (μεταφρασμένο από εμάς στην απλή δημοτική):

«Αν και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες σε προσπάθειά της για τερματισμό της Συνθήκης Συμμαχίας με μονομερή πράξη, εντούτοις θα είχε ευκολότερο έργο αν ο τερματισμός ζητηθεί λόγω ουσιώδους παράβασης της Συνθήκης αυτής από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η μεγάλη πλειοψηφία των συγγραφέων αναγνωρίζει ότι παραβίαση συνθήκης από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργεί δικαίωμα του ετέρου των συμβαλλομένων όπως καταγγείλει ή αναστείλει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη Συνθήκη. Βέβαια η παράβαση της Συνθήκης θα πρέπει να αφορά σε ουσιώδες μέρος αυτής και να μην είναι ασήμαντη ή φαντασιώδης. Η άποψη αυτή έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου στο άρθρο 42 της Έκθεσής της.

Δύναται να υποστηριχθεί ότι η Τουρκία παραβίασε τη Συνθήκη Συμμαχίας από πολλές απόψεις:

α) Αν και με το άρθρο ΙΙ αυτής ανέλαβε την υποχρέωση όπως αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση ή επιδρομή, άμεση ή έμμεση, κατευθυνόμενη κατά της ανεξαρτησίας ή της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου, εντούτοις προέβη σε πράξεις επιδρομής εναντίον της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας, διά των επανειλημμένων απειλών της Κυβέρνησής της περί ένοπλης επέμβασης και δι” ενεργειών που κατά το τέλος Δεκεμβρίου του 1963 και τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1964 έχουν καταστήσει εντεινόμενη την απειλή, διά παραβιάσεως του εναερίου χώρου της Δημοκρατίας με σκοπό εκφοβισμού και διά συσσωρεύσεως ενόπλων δυνάμεων επί της τουρκικής ακτής και της κίνησης των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων εις τα γειτνιάζοντα ύδατα, κατά τρόπο που να απειλεί ένοπλη επέμβαση. Το ότι η απειλή χρήσης βίας αποτελεί επιδρομική ενέργεια αναγνωρίζεται στο διεθνές δίκαιο, ιδίως όταν αυτή συνοδεύεται από πραγματική παραβίαση του εναερίου χώρου ή άλλων προπαρασκευαστικών πράξεων διά επιδρομή.

β) Κατά παράβαση του άρθρου 2 της Συνθήκης Συμμαχίας η Τουρκία επέτρεψε στα στρατεύματά της που ήταν στρατοπεδευμένα στην Κύπρο στη βάση της Συνθήκης, όπως παραβιάσουν την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας, εξουσιοδοτώντας τα στρατεύματα αυτά όπως κινούνται στο έδαφος της Δημοκρατίας και όπως λαμβάνουν θέσεις στο έδαφος αυτό κατά παράβαση των ρητών προβλέψεων του άρθρου V της αναφερόμενης πιο πάνω Συμφωνίας.

γ) Η Τουρκία παραβίασε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της στη βάση της Συνθήκης, με το να επιτρέπει ή να ανέχεται ή να ενθαρρύνει ή να υποβοηθά, πολιτική που να αποσκοπεί στο διαμελισμό του εδάφους της Δημοκρατίας, την εδαφική ακεραιότητα της οποίας ανέλαβε να προασπίσει με τη Συνθήκη.

δ) Οι επανειλημμένες δηλώσεις ότι ο διαμελισμός ή η ομοσπονδοποιήση είναι η λύση την οποία η τουρκική Κυβέρνηση τώρα επιζητεί, η στάση της και η εν γένει διαγωγή της όχι μόνο δεν είναι σύμφωνες προς τη στάση και διαγωγή συμμάχου, αλλά τείνουν να καταστρέψουν και αυτή τη βάση της Συμμαχίας.

Κατά τον χρόνο της συνομολόγησης και υπογραφής της Συνθήκης, η Δημοκρατία της Κύπρου δεν ήταν μέλος των Ηνωμένων Εθνών και δεν μπορούσε συνεπώς να επικαλεστεί την προστασία που διασφαλίζεται στα μέλη του ΟΗΕ με βάση τον Καταστατικό του Χάρτη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, συνιστά τέτοιου είδους ουσιώδη μεταβολή που δικαιολογεί αίτημα για απαλλαγή, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, από τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν με τη Συνθήκη».

Το πιο πάνω σημείωμα είναι άκρως διαφωτιστικό σε σχέση με την αντιμετώπιση που θα πρέπει να έχει η Κυπριακή Δημοκρατία ως προς τη Συνθήκη Συμμαχίας. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι το πιο πάνω σημείωμα γράφηκε πριν από την εισβολή του 1974, δηλαδή προτού η Τουρκία παραβεί με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο τις υποχρεώσεις της που πήγαζαν από τη Συνθήκη Συμμαχίας. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 η επιμονή για διατήρηση της Συνθήκης Συμμαχίας και μάλιστα για ανανέωση αυτής στα πλαίσια ενδεχόμενης λύσης του κυπριακού προβλήματος συνιστά πολιτική αυτοκτονία και πρωτοφανή στρατηγικό μαζοχισμό.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>