Γράφει:

Ο Κανονισμός Ρώμη Ι

Οι νέοι κανόνες της ΕΕ για το εφαρμοστέο δίκαιο σε διακρατικές συναλλαγές

 

Η Συνθήκη της Ρώμης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας δεν περιλάμβανε οποιουσδήποτε κανόνες με τους οποίους να υποχρεώνονται άμεσα τα κράτη μέλη όπως αναγνωρίσουν και εκτελέσουν τις αποφάσεις των υπολοίπων κρατών μελών. Εντούτοις, τα κράτη μέλη της τότε ΕΟΚ συνήψαν το 1968 τη Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1973 και αποσκοπούσε στη ρύθμιση θεμάτων δικονομικού διεθνούς δικαίου σε ό,τι αφορά τα κράτη μέλη της ΕΟΚ, ακόμα και πέρα από την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων.

Η καθιέρωση κοινών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις επέτρεπε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, εφόσον καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να ασκήσει διεθνή δικαιοδοσία και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων από τα εθνικά δικαστήρια. Με δεδομένο, όμως, ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών παρείχε τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, υπήρχε ο κίνδυνος ότι αυτός θα επέλεγε ένα δικαστήριο ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους για τον μοναδικό λόγο ότι το ουσιαστικό δίκαιο του κράτους αυτού ήταν πιο ευνοϊκό για την υπόθεσή του. Υπήρχε δηλαδή ο κίνδυνος της άγρας δικαστηρίου (forum shopping) από πλευράς των εναγόντων, κατά τρόπο που η απόφαση του ενάγοντα να είναι δεσμευτική για τον εναγόμενο.

Με σκοπό να μειωθούν οι πιο πάνω κίνδυνοι, να αυξηθεί η ασφάλεια του δικαίου και η νομική σταθερότητα των διεθνών οικονομικών συναλλαγών, τα κράτη μέλη της ΕΟΚ προχώρησαν σε διαβουλεύσεις με σκοπό την ενοποίηση των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς ουσιαστικού δικαίου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τον Ιούνιο του 1980, επιτεύχθηκε συμφωνία των κρατών μελών και υπογράφηκε η Σύμβαση της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Μετά από μια πολύπλοκη διαδικασία επικύρωσης η Σύμβαση της Ρώμης άρχισε να εφαρμόζεται στα κράτη μέλη από τον Απρίλιο του 1991. Η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε τη Σύμβαση για την προσχώρηση στη Σύμβαση της Ρώμης, με τον κυρωτικό νόμο 15(ΙΙΙ)/2006.

Προτού όμως καλά καλά αρχίσει να εφαρμόζεται και στην Κύπρο η Σύμβαση της Ρώμης, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκριναν πρόταση Κανονισμού που είχε υποβάλει η Επιτροπή για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που θα αρχίσει να εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα από το τέλος του 2009 και που φέρει την ονομασία «Κανονισμός Ρώμη Ι». Ο Κανονισμός Ρώμη Ι έρχεται να συμπληρώσει τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και τον Κανονισμό Ρώμη Ι για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές.

Οι συνέπειες για την Κύπρο

Ο Κανονισμός Ρώμη Ι, όπως και η προκάτοχός του Σύμβαση της Ρώμης του 1980, συνιστά ένα τολμηρό βήμα προς την κατεύθυνση της ενοποίησης των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των κρατών μελών της Κοινότητας, σε ένα τομέα αυτό των συμβατικών ενοχών που λόγω των διαφορών ανάμεσα στα συστήματα δικαίου των κρατών μελών και λόγω της τεράστιας οικονομικής του σημασίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απρόσφορος για μια παρόμοιου εύρους κωδικοποίηση.

Κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Κανονισμού Ρώμη Ι είναι ότι καθιερώνει ομοιόμορφους κανόνες συνδέσεως, οι οποίοι εφαρμόζονται όχι μόνο στις περιπτώσεις που η υπόθεση περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας και κατά συνέπεια σύγκρουσης δικαίων μεταξύ των κρατών της Κοινότητας, αλλά επιπρόσθετα και στις περιπτώσεις που το εφαρμοστέο δίκαιο οδηγεί σε κράτος εκτός Κοινότητας. Πλέον τα εθνικά δικαστήρια της Κοινότητας θα στηρίζονται στον Κανονισμό Ρώμη Ι για να καθορίσουν τον κανόνα συνδέσεως και να αποφασίσουν ποιο δίκαιο θα έπρεπε να εφαρμοστεί σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, της οποίας τα περιστατικά σχετίζονται με το αστικό και το εμπορικό δίκαιο, ανεξάρτητα αν το δίκαιο αυτό ήταν εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους ή δίκαιο τρίτου κράτους. Με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται ένα κοινό ευρωπαϊκό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο στο χώρο των συμβατικών ενοχών.

Ο Κανονισμός Ρώμη Ι είναι υποχρεωτικής εφαρμογής ως προς όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής του. Κατά συνέπεια οι εθνικοί κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, θεωρείται ότι δεν εφαρμόζονται σε όσα ζητήματα εντάσσονται εντός του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού Ρώμη Ι. Οι περισσότερες συμβατικές ενοχές, όπως αγοραπωλησίες, συμβάσεις εργασίας, ναυτικές συμβάσεις, συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα επί ακινήτων ή μίσθωση ακινήτου, συμβάσεις δικαιόχρησης και διανομής, πωλήσεις με πλειστηριασμό, συμβάσεις μεταφοράς, καταναλωτικές συμβάσεις και συμβάσεις ασφάλισης. Κατά συνέπεια σε όλες τις περιπτώσεις που παρουσιάζουν σύγκρουση δικαίων, όπως όταν οι εμπορευόμενοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε διαφορετικά κράτη ή όταν η σύμβαση πρόκειται να εκπληρωθεί σε διαφορετικό κράτος από εκείνο της συνήθους διαμονής των εμπορευομένων, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού Ρώμη Ι. Ο Κανονισμός Ρώμη Ι παρουσιάζει επομένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις διακρατικές συμβάσεις και πρέπει να διαβαστεί από κάθε εμπορευόμενο.

Θεμελιώδεις Κανόνες

Ως γενικός κανόνας προβλέπεται ότι μια σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επιλέγεται από τα μέρη. Καθιερώνεται, δηλαδή, η δυνατότητα επιλογής δικαίου από τα μέρη. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασης σε ένα δίκαιο και η δυνατότητα επιλογής τους αυτή περιορίζεται μόνο από την υποχρέωση για εφαρμογή των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του κράτους του δικάζοντος δικαστή, από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με συμφωνία των μερών. Παρόμοιοι κανόνες είναι για παράδειγμα οι κανόνες που προβλέπουν για την προστασία του ανταγωνισμού.

Σε περίπτωση που τα μέρη δεν επέλεξαν συγκεκριμένο δίκαιο, τότε το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό. Σε περιπτώσεις συμβάσεων πώλησης, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του, ενώ η σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του. Συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου ή μίσθωση ακινήτου διέπονται από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται το ακίνητο. Σε συμβάσεις μεταφοράς ως γενικός κανόνας προβλέπεται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας της συνήθους διαμονής του μεταφορέα, εφόσον ο τόπος παραλαβής ή ο τόπος παράδοσης βρίσκονται επίσης σε αυτή τη χώρα, ενώ στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, η σύμβαση ελλείψει επιλογής διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του. Τέλος, στις καταναλωτικές συμβάσεις η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>