Εκδοτικό Σημείωμα

Εξώφυλλο Σεπτεμβρίου 2008

Η πρόσφατη αιματοχυσία στον Καύκασο, με αφορμή την απερίσκεπτη ενέργεια του γεωργιανού στρατού εναντίον αμάχων στην Ν. Οσετία, μας υπενθυμίζει μια σειρά από πραγματικότητες της διεθνούς πολιτικής. Μια από αυτές είναι η σχετικότητα του δικαίου στις διακρατικές σχέσεις. Η αντίδραση της Ρωσίας δεν άρεσε στις ΗΠΑ, ενώ ο Πρόεδρος Μπους κάλεσε τους πάλαι ποτέ ψυχροπολεμικούς αντίπαλους της χώρας του να σεβαστούν την εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας. Εν τούτοις, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, η εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας πήγε πρόσφατα περίπατο μετά την μονομερή απόσχιση του Κοσσόβου με τις ευχές των ΗΠΑ και των πλείστων ευρωπαϊκών κρατών. Επιπλέον, εδώ και τριάντα τέσσερα χρόνια, η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας τυγχάνει έμπρακτης αμφισβήτησης από την Τουρκία, η οποία έδρασε το 1974 πολύ πιο βίαια και δημιούργησε τετελεσμένα τα οποία προσπαθεί έκτοτε να νομιμοποιήσει. Δυστυχώς, οι ΗΠΑ δεν αντέδρασαν με την ανάλογη ευαισθησία στην αποσχιστική ενέργεια της Τουρκίας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε και επέδειξαν ποτέ έμπρακτη υποστήριξη στην επιστροφή του status quo ante, την οποία επιδεικνύουν στην περίπτωση της Γεωργίας. Το συμπέρασμα από αυτή την ανισοκατανομή της διεθνούς δικαιοσύνης παραπέμπει σε μια στυγνή πραγματικότητα, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων: Το δίκαιο στη διεθνή πολιτική δεν μπορεί να επικρατήσει ως τέτοιο, εάν δεν ταυτίζεται με τα συμφέροντα των ισχυρών.

Εν τούτοις, παρά τον πρωταρχικό ρόλο των ισχυρών στον προσδιορισμό του τι εστί δίκαιο και τι όχι, οι αδύναμοι διαθέτουν ένα έσχατο αποκούμπι στο οποίο μπορούν να στηρίζονται για να διεκδικον αυτά που τους ανήκουν: Αυτό είναι η νομιμοποίηση που πηγάζει από το σεβασμό και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και στις τρεις περιπτώσεις που αναφέραμε προηγουμένως, οι δυνάμεις που παρενέβησαν για να δημιουργήσουν τετελεσμένα απόσχισης (εξαιρούμε τη Ρωσία επειδή δεν έχει αποδειχθεί ακόμη κάτι τέτοιο στην περίπτωση της πρόσφατης παρέμβασής της στην Ν. Οσετία και τη Γεωργία) το έπραξαν με αφορμή την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στη δική μας περίπτωση η Τουρκία επικαλέστηκε την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, καταστρατηγόντας τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων. Δυστυχώς όμως, αντί να εμμένουμε σε αυτή την αδιαμφισβήτητη και διεθνώς αναγνωρισμένη πραγματικότητα στην προσπάθειά μας για εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης του κυπριακού, ολοένα και τείνουμε προς την αποδοχή των τετελεσμένων, αδιαφορόντας για τη νομιμοποίηση της αδικίας εις βάρος μας. Όταν εμείς αποδεχόμαστε ελαφρά τη καρδία την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων μας, όταν αποδίδουμε συγχωροχάρτι στην Τουρκία και το κατοχικό καθεστώς, είναι σαν να καταθέτουμε το πιο ισχυρό μας όπλο. Και τότε δεν είναι δυνατό να αναμένουμε από τους ξένους να μας δουν με συμπόνοια, ούτε να πιέσουν για την άρση της αδικίας που συνεχίζει να συμβαίνει εις βάρος μας. Τα πάντα εξαρτώνται από το βαθμό στον οποίο εμείς προβάλλουμε αυτή την αδικία και από το κατά πόσον διεκδικούμε την απάλειψη των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής από το πλαίσιο της επιδιωκόμενης λύσης.