Γράφει:

Πέρα από τη λογική της προτεκτορατοποίησης

Σε ένα άρθρο μου το 2005 (Beyond the Servant State Paradigm: The Cyprus Problem Revisited) είχα υποστηρίξει ότι το μεγάλο πρόβλημα των μέχρι σήμερα προσπαθειών για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν, αντιμετωπίζουν την Κύπρο ως ένα εν δυνάμει προτεκτοράτο. Το ζήτημα αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω εν συντομία στην παρούσα παρέμβαση.

Αποστρατιωτικοποίηση

Στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς αποτελεί η αποστρατιωτικοποίηση του μορφώματος που θα αντικαταστήσει – ή θα διαδεχθεί – την Κυπριακή Δημοκρατία. Ως αποτέλεσμα γίνεται αποδεκτό ότι η ελληνοκυπριακή Εθνική Φρουρά, συμπεριλαμβανομένων και των εφεδρικών μονάδων της, θα διαλυθεί, ενώ τα όπλα της θα απομακρυνθούν από το νησί μέσα σε σύντομη χρονική περίοδο. Επιπρόσθετα, δεν θα υπάρχουν παραστρατιωτικές ή εφεδρικές δυνάμεις, ούτε θα γίνεται στρατιωτική ή παραστρατιωτική εκπαίδευση πολιτών. Όλα τα όπλα, εκτός από αδειούχα όπλα για σκοπούς άθλησης, θα απαγορεύονται. Παραταύτα, στόχο της Τουρκίας, όπως και της Αγγλίας αποτελεί όπως η λεγόμενη αποστρατιωτικοποίηση αφορά αποκλειστικά στην ύπαρξη κυπριακών στρατιωτικών μονάδων και δεν επεκτείνεται στην παραμονή μη κυπριακών στρατιωτικών μονάδων.

Ως αποτέλεσμα, όπως και στο σχέδιο Ανάν, στόχο αποτελεί όπως η Συνθήκη Συμμαχίας του 1960 εφαρμόζεται και λειτουργεί mutatis mutandis σύμφωνα με τη νέα τάξη πραγμάτων, με την προσθήκη ενός πρόσθετου πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το οποίο θα επιτραπεί σε αριθμό ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων να σταθμεύουν στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία αντίστοιχα. Αυτό προέβλεπε το σχέδιο Ανάν και αυτή είναι και η πάγια επιδίωξη της τουρκικής πλευράς. Μάλιστα το σχέδιο Ανάν του 2004 προέβλεπε ότι κάθε απόσπασμα δεν θα υπερέβαινε τους 6.000 άνδρες μέχρι το 2011 και ακολούθως τους 3000 άνδρες μέχρι και το 2018 ή την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε, οποιοδήποτε κι αν επέλθει συντομότερα. Μετά από την τελευταία αυτή ημερομηνία, το ελληνικό απόσπασμα θα ανερχόταν στους 950 άνδρες, ενώ το τουρκικό απόσπασμα θα ανερχόταν στους 650 άνδρες.

Το πρώτο ερώτημα επομένως είναι πως μπορεί να γίνει λόγος για αποστρατιωτικοποίηση, όταν η Τουρκία – και η Ελλάδα – διατηρούν σε μόνιμη βάση στρατιωτικά αποσπάσματα στην Κύπρο, ενώ η στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυροποιείται μέσα από την ανανέωση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης με την οποία διατηρούνται τα κυριαρχικά δικαιώματα επί των δύο στρατιωτικών βρετανικών βάσεων στην Κύπρο;

Εγγυήτριες δυνάμεις

Σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να διασφαλίζει τη διατήρηση της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειάς της, καθώς και το σεβασμό του Συντάγματός της. Αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να μη συμμετάσχει, καθολικά ή μερικά, σε πολιτική ή οικονομική ένωση με οποιοδήποτε κράτος. Ως αποτέλεσμα απαγορεύεται κάθε δράση, η οποία προωθεί, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, την ένωση της Κύπρου με οποιοδήποτε άλλο κράτος ή το διαμελισμό της. Αντίστοιχα, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναγνωρίζουν και να εγγυώνται την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και να απαγορεύουν οποιαδήποτε δράση που να αποσκοπεί στην προώθηση, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, της ένωσης της Κύπρου με άλλο κράτος ή το διαμελισμό της.

Σε περίπτωση παράβασης της Συνθήκης Εγγυήσεως, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβουλεύονται μεταξύ τους, αναφορικά με τα απαιτούμενα μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων του Συντάγματος. Εφόσον η κοινή ή συντονισμένη ενέργεια αποδειχθεί αδύνατη, κάθε μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις διατηρεί το δικαίωμα να ενεργήσει από μόνη της με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης. Σύμφωνα εξάλλου με τη Συνθήκη Συμμαχίας, η Κυπριακή Δημοκρατία, η Ελλάδα και η Τουρκία, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεργάζονται για την κοινή τους άμυνα και να αντιστέκονται κατά οποιασδήποτε επίθεσης κατά της ανεξαρτησίας ή της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου.

Το άρθρο IV της Συνθήκης Εγγυήσεως, το οποίο αναφέρεται στη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης των εγγυητριών δυνάμεων έχει τύχει έντονης και εξαντλητικής κριτικής (βλ. ενδεικτικά Ζωτιάδης, Γ., Η Δι’ Ειδικής Συμβάσεως Προβλεπόμενη Επέμβασις ως Πρόβλημα Διεθνούς Νομιμότητος, Κωνσταντόπουλος, Δ., ‘Η Συμβατικώς Προβλεπόμενη Επέμβασις και το Πρόβλημα της Κύπρου’, Ζουπάνος, Θ., Η Ακυρότης και το Ανεφάρμοστον της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κύπρου, Tornaritis, C., ‘Whether any Resort to Force or Armed Intervention in Cyprus Could be Justified Either under the Constitution or under Customary International Law’). Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, η χρήση στρατιωτικής βίας από πλευράς των εγγυητριών δυνάμεων, χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, είναι ανεπίτρεπτη. Ακόμα και τότε, η δράση θα έπρεπε να αναληφθεί από τον ΟΗΕ και όχι μονομερώς από οποιαδήποτε εγγυήτρια δύναμη, εφόσον σύμφωνα με αναγκαστικό κανόνα του διεθνούς δικαίου απαγορεύεται η στρατιωτική επέμβασης κράτους στα εσωτερικά τρίτου κράτους, μέλους του ΟΗΕ. Ως αποτέλεσμα, η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να επιτρέπει οποιαδήποτε μορφή στρατιωτικής δράσης οποιασδήποτε εγγυήτριας δύναμης εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας (Γνωμοδότηση του Sir Frank Soskice επί της Συνθήκης Εγγυήσεως της 1ης Νοεμβρίου 1963, Γνωμοδότηση του Νομικού Τμήματος των Ηνωμένων Εθνών επί της Συνθήκης Εγγυήσεως της 12ης Μαϊου 1959).

Γεγονός είναι όμως πως παρά τις ερμηνείες που αναφέρονται πιο πάνω η Τουρκία χρησιμοποίησε τη Συνθήκη Εγγυήσεως ως επιχείρημα για να εισβάλει στην Κύπρο και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η τουρκική εισβολή έγινε νόμιμα στη βάση των διατάξεων της Συνθήκης Εγγυήσεως, ένα επιχείρημα που βρίσκει υποστήριξη από πολλούς συμμάχους της Τουρκίας. Η διατήρηση σε ισχύ επομένως της Συνθήκης Εγγυήσεως, την οποία χρησιμοποίησε ως επιχείρημα η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο το 1974 είναι εξαιρετικά προβληματική και δημιουργεί έντονα αισθήματα ανασφάλειας στους Κυπρίους. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι η Τουρκία εξακολουθεί να θεωρεί ότι η συνθήκη της διασφαλίζει μονομερές δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο. Στόχο της Τουρκίας, που είχε υιοθετήσει το σχέδιο Ανάν, αποτελεί όπως η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 εφαρμόζεται mutatis mutandis στη νέα τάξη πραγμάτων και να επεκταθεί, ώστε να καλύπτει επιπρόσθετα από την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη των συνιστωσών πολιτειών της.

Σε αντίθεση με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, οι οποίες θα διατηρήσουν στρατιωτικά αποσπάσματα και εγγυητικό ρόλο στην Κύπρο, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών θα ασκεί σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ιδρυτικής Συμφωνίας περιορισμένες εποπτικές αρμοδιότητες, ενώ η ΕΕ θα ασκεί από ελάχιστες, έως ανύπαρκτες εξουσίες στην Κύπρο, ιδιαίτερα ενόψει της μη συμμετοχής της Κύπρου στον ευρωστρατό και στην ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Ουσιαστικά, ενώ οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις έχουν την εξουσία να δρουν, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και η ΕΕ θα έχουν την εξουσία να παρακολουθούν, χωρίς να δρουν.

Η φιλοσοφία της προτεκτορατοποίησης

Η σύνδεση της λειτουργίας του νέου κράτους με την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι επομένως εμφανής. Το νέο κράτος θα έχει πιθανότητες επιβίωσης, μόνο εφόσον η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν κοινά συμφέροντα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και εναρμονίσουν τις εξωτερικές τους πολιτικές. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συλλογιστικής, το σχέδιο Ανάν προέβλεπε ότι η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς φιλίας και θα σεβαστεί την ισορροπία της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Κύπρο, καθώς και ότι θα υποστηρίξει την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είχε εξάλλου τη δυνατότητα μέχρι την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, να διαθέτει το έδαφος της για διεθνείς στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμα και αν συναινούν και οι δύο συνιστώσες πολιτείας, παρά μόνο αν συναινούν η Ελλάδα και η Τουρκία.

Οι συντάκτες του σχεδίου Ανάν είχαν οραματιστεί ένα κράτος του οποίου η επιβίωση θα στηριζόταν στην αμφίβολη προϋπόθεση ότι η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχουν στο διηνεκές κοινούς στόχους οι οποίοι θα καθορίζουν μια κοινή εξωτερική πολιτική των τριών αυτών κρατών. Οι συντάκτες του σχεδίου θεωρούν ως μη αναστρέψιμη την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας και την επίλυση των ελλαδοτουρκικών διαφορών. Θεωρώντας ότι οι πεποιθήσεις τους αυτές θα πραγματοποιούνταν οι συντάκτες του σχεδίου Ανάν δεν διστάζαν να ανακοινώσουν ότι η Κύπρος θα αποτελούσε γέφυρα φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μέσα σε ένα ειρηνικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρά τις αισιόδοξες αυτές πεποιθήσεις όμως, είναι πιο πιθανό ότι η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα αποτελούσε εστία συνεχών εντάσεων και πιθανών συγκρούσεων, όχι μόνο στα πλαίσια της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και της ΕΕ.

Η νέα Κυπριακή Δημοκρατία, ως το πρώτο κράτος παγκοσμίως που θα έχει παραιτηθεί με τη θέλησή της από το δικαίωμα αυτοπροστασίας, θα βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση εξάρτησης με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, στις οποίες θα αναλάβει να προσφέρει υπηρεσίες ως αντάλλαγμα της προστασίας τους. Όπως ορθά επομένως παρατήρησε και ο Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Κώστας Χρυσόγονος, «το πολιτειακό μόρφωμα που δημιουργείται έτσι υπάγεται εννοιολογικά σε ό,τι η κλασική πολιτειολογική θεωρία χαρακτηρίζει ως προτεκτοράτο». Η Κύπρος θα βρίσκεται ουσιαστικά σε κατάσταση εξάρτησης προς την Τουρκία, η οποία διατηρεί σε μόνιμη βάση ένα μέρος των κατοχικών δυνάμεών της στο νησί, οι οποίες σε συνδυασμό με τη νομιμοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των εποίκων και την διατήρηση σε ισχύ της Συνθήκης Εγγυήσεως την οποία είχε παράνομα επικαλεστεί η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο το 1974, δημιουργούν ένα δικαιολογημένο αίσθημα ανασφάλειας στον κυπριακό λαό αναφορικά με το καθεστώς εγγυήσεων και ασφάλειας, ενός σχεδίου που βασίζεται σε αυτή τη λογική.

Ως συνέπεια, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε δεν θα λύσει το πρόβλημα ασφάλειας της Κύπρου, εφόσον η ασφάλειά της θα εξακολουθήσει να εξαρτάται από την ομαλή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Ο κίνδυνος να επηρεάζεται η λήψη πολιτικών αποφάσεων από την έλλειψη ασφάλειας στο νησί είναι εμφανής, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η λειτουργία του κράτους θα εξαρτάται σε καθολικό βαθμό από την καλή θέληση των συνιστωσών πολιτειών. Με ποιο τρόπο μπορεί να επέλθει η εφαρμογή των νόμων στην περίπτωση που οι αρχές των συνιστωσών πολιτειών αποδειχθούν απρόθυμες να συνεργαστούν, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα διαθέτει στρατό ή οποιουσδήποτε άλλους μηχανισμούς επιβολής των αποφάσεών της;

Η απάντηση είναι πως η εφαρμογή των νόμων θα εξαρτάται από την καλή θέληση των εγγυητριών δυνάμεων, δηλαδή της Τουρκίας και της Αγγλίας. Η εγγύηση του Συντάγματος ανήκει σε κάθε περίπτωση στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και ιδιαίτερα στην Τουρκία, η οποία καθίσταται εγγυητής ενός κράτους μέλους της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν αποτελεί μέλος της ΕΕ. Ουσιαστικά η λειτουργία του Συντάγματος εξαρτάται από την επίδειξη καλής θέλησης από την Τουρκία, ένα κράτος που ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζει προβλήματα κήρυξης του κυβερνώντος κόμματος ως παράνομου, απόπειρας πραξικοπήματος, στρατιωτικού ελέγχου και πολιτικής αστάθειας. Είναι ευνόητο ότι το σύστημα εγγυήσεων κάθε άλλο παρά αντιστοιχεί στις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού.

Η λύση του κυπριακού προϋποθέτει επομένως τη μεταβολή της λογικής της προτεκτορατοποίησης και την προσχώρηση στη λογική της δημιουργίας ενός κυρίαρχου κράτους. Μια συνταγή λύσης που θα είναι βασισμένη σε μια εσφαλμένη ανάλυση, είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένη να αποτύχει. Οποιαδήποτε βιώσιμη λύση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη της Κυπριακής Δημοκρατίας να παραμείνει ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος, όχι σε θεωρητικό, αλλά σε πραγματικό επίπεδο και είναι για το λόγο αυτό που η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να αποτελεί το πρώτο βήμα οποιασδήποτε λύσης. Το αίσθημα ασφάλειας των Κυπρίων είναι ιδιαίτερα σημαντικό και οι συνταγές προτεκτορατοποίησης θα πρέπει επιτέλους να εγκαταλειφθούν. Σε αντίθετη περίπτωση η κατάρρευση θα είναι και αυτή τη φορά δεδομένη, με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον του τόπου.

2 Comments

  1. Demetrios Kyprianou
    7 Σεπτεμβρίου 2008 19:32

    Συμφωνώ με το περιεχόμενο του άρθρου που με τόση γλαφυρότητα αναλύει τούς κινδύνους που θα έχει οποιαδήποτε λύση που θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία αφ’ενός και τη δημιουργία μιας αδύναμης ομοσπονδιακής Κυβέρνησης αφ’ετέρου. Για να καμφθεί η Τουρκική και Αγγλική αδιαλαξία στο θέμα των εγγυήσεων, προτιμότερο η Κύπρος να αποτελέσει προτεκτοράτο των Η.Ε. και της Ε.Ε.για αριθμό ετών μέχρι να σταθεροποιηθεί η συνεργασία των δύο κοινοτήτων.

  2. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>