Γράφει:

Κίνδυνοι από την άνοδο των επιτοκίων

Τους τελευταίους μήνες παρατηρήθηκε αύξηση τόσο των δανειστικών όσον και των καταθετικών επιτοκίων. Η ΚΤΚ σημειώνει ότι περαιτέρω αύξησή τους δύναται να περιορίσει την πιστωτική επέκταση και να έχει κατασταλτικές επιδράσεις στον πληθωρισμό και στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Σύννεφα στην Ευρωζώνη;
Ο ολοένα και πιο αναμενόμενος φόβος για πληθωρισμό στην Ευρωζώνη οδήγησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σε αύξηση στο βασικό της επιτόκιο, με την πιο πρόσφατη, την στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, να έχει σημειωθεί στις 3 Ιουλίου. Η ΕΚΤ ανέβασε, για πρώτη φορά ύστερα από 13 μήνες, το κεντρικό της επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, μέχρι και την τιμή του 4.25%, στην προσπάθειά της να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, ο οποίος εκτινάχτηκε τον περασμένο μήνα στο 4% – το ψηλότερο σημείο εδώ και 16 χρόνια!
Τον ίδιο καιρό τα τελευταία οικονομική στοιχεία της Ευρωζώνης καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, συρρίκνωση των τομέων μεταποίησης και υπηρεσιών και πτώση του δείκτη επιχειρηματικής εμπιστοσύνης σε ορισμένες χώρες. Ωστόσο, στελέχη της ΕΚΤ δήλωσαν ότι αυτά τα αποτελέσματα ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενα και ότι μάλιστα, τα περιθώρια κινήσεων από μέρους της ΕΚΤ δεν έχουν εξαντληθεί.

Σημειώνουν, παράλληλα, ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για μια νέα αύξηση των επιτοκίων στους κόλπους της ζώνης του Ευρώ, παρά την επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Αυτή η κίνηση της ΕΚΤ αντιμετωπίζει αρκετό σκεπτικισμό, με ιδιαίτερες επιφυλάξεις για την επίδραση που θα έχει στο ρυθμό ανάπτυξης των οικονομιών της Ευρώπης, τον καιρό μάλιστα που τα στοιχεία που αφορούν στην Ευρωζώνη παραπέμπουν σε μια γενικευμένη και ταχεία επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, τόσο στον πυρήνα όσο και την περιφέρεια και με οικονομικούς κύκλους να αναφέρονται στις μεγαλύτερες υποχωρήσεις δεικτών από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και σε αρνητικά ρεκόρ τριετίας.

Οι εγχώριες εξελίξεις και οι προσδοκίες της Κεντρικής Τράπεζας
Από το πρόσφατο Οικονομικό Δελτίο της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΤΚ), φαίνεται ότι ο Κυπριακός πληθωρισμός δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τις διεθνείς εξελίξεις, με τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών να ανέρχεται το Μάιο 2008 σε 4.6%, σε σύγκριση με 1.9% τον αντίστοιχο μήνα του περασμένου έτους. Οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται από αυξημένο εγχώριο δανεισμό και ιδιαίτερα στεγαστικών δανείων. Μια συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν και η σχετική επιδείνωση του ελλείμματος του Λογαριασμού Εισοδημάτων στο Ισοζύγιο Πληρωμών, αν και η εγχώρια ζήτηση για δανειακά κεφάλαια παρουσιάζει σχετική σταθεροποίηση τους τελευταίους μήνες. Στο παρόν πληθωριστικό περιβάλλον η ΚΤΚ εισηγείται στην Κυβέρνηση να κατευθύνει τη δημοσιονομική της πολιτική ώστε να συγκρατηθεί όσο το δυνατόν η εγχώρια ζήτηση και να περιοριστούν οι πληθωριστικές προσδοκίες.

Λαμβάνοντας υπόψη τα εγχώρια και διεθνή δεδομένα (και διαμορφώνοντας τις αναγκαίες υποθέσεις), η ΚΤΚ αναμένει ότι για το 2008 ο πληθωρισμός θα φθάσει το 4.2%. Για το 2009 εκτιμείται ότι θα υπάρξει μια εκτόνωση των πληθωριστικών πιέσεων, ιδιαίτερα λόγω επιβράδυνσης στην φρενήρη πορεία των τιμών του πετρελαίου και έτσι ο πληθωρισμός θα περιοριστεί στο 2.4%. Η ΚΤΚ υπογραμμίζει ωστόσο ότι οι κίνδυνοι για ψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού συνεχίζουν να υπάρχουν, ιδιαίτερα με περαιτέρω επιδείνωσης του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και εγχωρίων παραγόντων, όπως λ.χ. η συνέχιση της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Η οικονομική μεγέθυνση της οικονομίας το 2008 αναμένεται ως 3.6%, δηλαδή μειωμένη από το 2007 που ανερχόταν σε 4.4%. Το 2009 ωστόσο ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης αναμένεται στα επίπεδα του 3.9%, υιοθετώντας πάντοτε τις υποθέσεις για βελτίωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, σταθεροποίηση της τιμής του πετρελαίου και επιβράδυνση στην άνοδο των τιμών των τροφίμων.

Όσον αφορά τα επιτόκια, τους τελευταίους μήνες παρατηρήθηκε αύξηση τόσο των δανειστικών όσον και των καταθετικών επιτοκίων. Η ΚΤΚ σημειώνει ότι περαιτέρω αύξησή τους δύναται να περιορίσει την πιστωτική επέκταση και να έχει κατασταλτικές επιδράσεις στον πληθωρισμό και στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού σημειώθηκε λόγω της αύξησης στα επιτόκια διατραπεζικών δανείων που σημειώθηκε τους τελευταίους μήνες, ενώ η αύξηση των καταθετικών επιτοκίων (ιδιαίτερα για μακροχρόνιες καταθέσεις) οφείλονται στον εντονότερο ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών για προσέλκυση νέων καταθέσεων.

Επιπτώσεις από την άνοδο των επιτοκίων
Εφόσον ο πληθωρισμός αυξάνεται, το να διατηρηθούν τα ονομαστικά επιτόκια στα ίδια επίπεδα θα ισοδυναμούσε με μείωση των πραγματικών επιτοκίων και άρα των καταθέσεων. Μια μείωση των καταθέσεων θα ακολουθούσε περιορισμός των επενδυτικών δανείων και άρα της εγχώριας επένδυσης και του ΑΕΠ. Από την άλλη μεριά όμως, η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει το χρηματοδοτικό κόστος και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συντείνει στις πληθωριστικές πιέσεις. Επίσης, ψηλότερα επιτόκια συνεπάγονται ότι επενδύσεις με χαμηλότερο ρίσκο (δηλαδή μικρότερες αλλά πιο βέβαιες αποδόσεις) θα τείνουν να μην χρηματοδοτούνται με δανειοδότηση από τις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες θα προτιμούν επενδύσεις με μεγαλύτερες (αλλά πιο αβέβαιες) χρηματικές αποδόσεις. Αυτό φυσικά αυξάνει την αβεβαιότητα στο τραπεζικό σύστημα, εφόσον κάποια επενδυτικά σχέδια θα καταρρεύσουν και σε περίοδο κρίσης μπορούν να παρασύρουν και άλλα μαζί τους και να προκαλέσουν μακροοικονομική αστάθεια.

Μια ενδεχόμενη αρνητική επίπτωση από την αύξηση των επιτοκίων μπορεί να προέλθει από υπερβάλλουσα ζήτηση για δανεισμό, ανατροπές στην αγορά ακινήτων και μη επαρκής παρακολούθηση του επενδυτικού κινδύνου των χαρτοφυλακίων των εμπορικών τραπεζών. Ένα παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης σημειώθηκε παλαιότερα στη Σουηδία όταν μετά της φιλελευθεροποίησης του τραπεζικού συστήματος οι εμπορικές τράπεζες έτρεξαν να ικανοποιήσουν την υπερβάλλουσα ζήτηση για δανειακά κεφάλαια με αύξηση των επιτοκίων, με σκοπό την έλκυση καταθέσεων (αύξηση της προσφοράς δανειακών κεφαλαίων).

Οι τράπεζες αυτές έδιναν δάνεια συνεχώς άκρα για να επιδείξουν κερδοφορία και (με την υποστήριξη και της κεντρικής τράπεζας) τα δάνεια αυξάνονταν περισσότερο από τις καταθέσεις και για να καλύψουν αυτήν τη ζήτηση οι εμπορικές τράπεζες δανείστηκαν από το εξωτερικό. Αυτή η πιστωτική επέκταση ενισχύθηκε και από τις τιμές των ακινήτων, λόγω της οποίας οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν επενδυτικά σχέδια υψηλού κινδύνου και χρησιμοποιούσαν τα ακίνητα ως υποθήκη, αναμένοντας περαιτέρω αύξηση στις τιμές τους.

Ξαφνικά όμως οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να κατεβαίνουν λόγω κάποιων φορολογικών μεταρρυθμίσεων (όπως την επικείμενη επιβολή του ΦΠΑ στην Κύπρο) και κάποιες τράπεζες βρέθηκαν χωρίς εξασφάλιση αποπληρωμής των δανείων που έδωσαν. Εκείνη την περίοδο η Σουηδία είχε και μεγάλα ελλείμματα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της και ως αποτέλεσμα αναγκάστηκε να προβεί σε υποτίμηση της Σουηδικής κορώνας. Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν αλυσιδωτές αντιδράσεις οι οποίες επέφεραν μακροοικονομική κατάρρευση.

Εκτός από την σθεναρή εποπτεία που διατηρεί ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο η ΚΤΚ στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, μια ασφαλιστική δικλίδα που έχει η Κύπρος (σε σύγκριση με άλλες χώρες) από τέτοια δυσμενή ενδεχόμενα, αποτελούν και οι αυστηροί όροι στις επενδύσεις ακινήτων που συνεχίζει να διατηρεί η Κύπρος. Αυτοί οι όροι επενεργούν ως εξασφάλιση από τις εκάστοτε διακυμάνσεις των τιμών στις κτηματαγορές λόγω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και των εκάστοτε αυξομειώσεων του επιτοκίου, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Λόγω της επενδυτικής αυτής πολιτικής, η Κύπρος δεν επηρεάστηκε από την κατρακύλα των τιμών των ακινήτων, που σημειώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2008 στη Δυτική Ευρώπη και αναμένεται ότι δεν θα επηρεαστεί ούτε και από την πρόσφατη αύξηση του επιτοκίου από την ΕΚΤ.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>