Γράφει:

Προσεγμένη εκτίμηση και ορθολογική οικονομική δράση

του Χριστόδουλου Χριστοδούλου

 

Η διεθνής οικονομική κατάσταση, εδώ και ένα χρόνο, προσομοιάζει με σταυρόλεξο εν πολλοίς δυσνόητο και, ακόμη, πολύ δυσεπίλυτο. Πολλοί μίλησαν για μια αναπόδραστη καθοδική κάμψη του συστήματος της ελεύθερης οικονομίας, μετά από μια υπερβολική, σε ρυθμούς αύξησης και χρονικής διάρκειας, οικονομική ανοδική πορεία. Πρόκειται για τους οπαδούς της παραδοσιακής φιλελεύθερης φιλοσοφικής θεώρησης του αστικού οικονομικού συστήματος, που ανάγεται αφετηριακά στο 19ο αιώνα. Άλλοι, οι λεγόμενοι οικονομικοί πραγματιστές, προτιμούν την ανίχνευση και επισήμανση των πραγματικών αιτίων που οδήγησαν στην από δωδεκαμήνου αρξάμενη καθοδική οικονομική πορεία που, σε μερικές περιπτώσεις, έχει περιορισθεί στα πλαίσια της κάμψης, ενώ σε άλλες έχει προσλάβει διαστάσεις κρίσης ή και βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης μπορούν να καταταγούν στο πλαίσιο της πρώτης κατηγορίας, με ουσιαστική υποχώρηση του ρυθμού της ανάπτυξής τους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατατάσσονται στην δεύτερη κατηγορία, με αισθητή κάμψη της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία προσεγγίζει τα όρια της κρίσης, όχι όμως ακόμη της οικονομικής ύφεσης. Οι περισσότεροι επώνυμοι οικονομολόγοι ή αξιωματούχοι διεθνών Οργανισμών και επιφανείς Κεντρικοί Τραπεζίτες εκτιμούν ότι αφετηρία της κρίσης και τροφοδότησης της συνέχισής της αποτελούν αφενός μεν η κατάρρευση τραπεζικών και άλλων μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ, λόγω των ανεπαρκώς διασφαλισμένων δανείων στον τομέα των ακινήτων, αφ’ ετέρου δε η άνευ προηγουμένου συνεχής αύξηση, και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, των τιμών του πετρελαίου και των παραγώγων του, καθώς και των σιτηρών, του γάλακτος και άλλων συνηρτημένων με αυτά τροφίμων.

συστήματος, που ανάγεται αφετηριακά στο 19ο αιώνα. Άλλοι, οι λεγόμενοι οικονομικοί πραγματιστές, προτιμούν την ανίχνευση και επισήμανση των πραγματικών αιτίων που οδήγησαν στην από δωδεκαμήνου αρξάμενη καθοδική οικονομική πορεία που, σε μερικές περιπτώσεις, έχει περιορισθεί στα πλαίσια της κάμψης, ενώ σε άλλες έχει προσλάβει διαστάσεις κρίσης ή και βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης μπορούν να καταταγούν στο πλαίσιο της πρώτης κατηγορίας, με ουσιαστική υποχώρηση του ρυθμού της ανάπτυξής τους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατατάσσονται στην δεύτερη κατηγορία, με αισθητή κάμψη της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία προσεγγίζει τα όρια της κρίσης, όχι όμως ακόμη της οικονομικής ύφεσης. Οι περισσότεροι επώνυμοι οικονομολόγοι ή αξιωματούχοι διεθνών Οργανισμών και επιφανείς Κεντρικοί Τραπεζίτες εκτιμούν ότι αφετηρία της κρίσης και τροφοδότησης της συνέχισής της αποτελούν αφενός μεν η κατάρρευση τραπεζικών και άλλων μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ, λόγω των ανεπαρκώς διασφαλισμένων δανείων στον τομέα των ακινήτων, αφ’ ετέρου δε η άνευ προηγουμένου συνεχής αύξηση, και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, των τιμών του πετρελαίου και των παραγώγων του, καθώς και των σιτηρών, του γάλακτος και άλλων συνηρτημένων με αυτά τροφίμων.

των ανεπαρκώς διασφαλισμένων δανείων στον τομέα των ακινήτων, αφ’ ετέρου δε η άνευ προηγουμένου συνεχής αύξηση, και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, των τιμών του πετρελαίου και των παραγώγων του, καθώς και των σιτηρών, του γάλακτος και άλλων συνηρτημένων με αυτά τροφίμων.

Τα αίτια και οι επιπτώσεις της κρίσης

Κρίσιμης σημασίας ζήτημα ήταν και εξακολουθεί να παραμένει όχι μόνο η επισήμανση των αιτίων της διεθνούς οικονομικής κρίσης, αλλά και η επιστράτευση των πλέον πρόσφορων μέσων και αποτελεσματικών μέτρων για την ανακοπή της κρίσης και την έναρξη της ανάστροφης πορείας, δηλαδή εκείνης της διεθνούς οικονομικής ανάκαμψης.

Στο παρόν χρονικό σημείο θα ήταν πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί ότι υπάρχει καθολική ή, τουλάχιστον, γενικά παραδεκτή εκτίμηση και συνταγή σχετικά με το σοβαρό αυτό θέμα. Θα μπορούσε, μάλιστα, να λεχθεί ότι οι απόψεις και εκτιμήσεις διίστανται ή απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε να συγχύζουν, μάλλον, παρά να αποσαφηνίζουν, και να δυσχεραίνουν αντί να διευκολύνουν την ορθολογική και δεοντολογική αντιμετώπιση της κατάστασης. Αποδεικνύεται, έτσι, για μια ακόμη φορά και στην παρούσα περίπτωση ότι υπάρχουν τόσες απόψεις και θεωρίες ή προσεγγίσεις, όσες είναι σχεδόν και οι οικονομικές σχολές ή όσοι είναι και οι διάσημοι οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί ή αξιωματούχοι διεθνών Οργανισμών, οι οποίοι ασχολούνται με τα αίτια που προκάλεσαν και τους τρόπους για την έξοδο από την εξαιρετικά επικίνδυνη οικονομική κρίση.

Είναι, εν προκειμένω, χαρακτηριστικές οι απόψεις, πρόσφατες μάλιστα, μερικών διεθνών οικονομικών διασημοτήτων. Ο πρώην Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Άλαν Γκρήνσπαν, στον οποίο αποδίδεται και η πιο μεγάλη ευθύνη για την κρίση στις ΗΠΑ λόγω της ανεπαρκούς ρύθμισης και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην διάρκεια της δεκαεπταετούς θητείας του, εξέφρασε πριν από λίγες εβδομάδες συγκρατημένη αισιοδοξία. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης της οικονομικής κρίσης λόγω πιθανής κατάρρευσης και άλλων μεγάλων τραπεζικών ή επενδυτικών ιδρυμάτων που προέβησαν σε μεγάλη δανειοδότηση στον τομέα των ακινήτων.

Εξάλλου, ο Καναδός Νομπελίστας Ρομπέρ Μουντέλ τόνισε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Βέλτ ότι ο κίνδυνος για την σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας πηγάζει από το ισχυρό ευρώ και όχι από τον πληθωρισμό. Ο Καναδός οικονομολόγος γνωμάτευσε, συναφώς, ότι η ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνά το 1,50 δολάρια. Υπενθυμίζεται ότι φέτος αυτή έφθασε και στο 1,60 δολάρια.

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισιέ, αλλά και οι συνεργάτες του στο Εκτελεστικό και το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας δεν παραλείπουν να επισημαίνουν διαρκώς ότι μόνη σανίδα σωτηρίας και εξόδου από την παρούσα κρίση και διασφάλισης 

οικονομικής σταθερότητας, είναι η καταπολέμηση του πληθωρισμού, έστω και με επιτόκια τα οποία δεν κρίνονται συντελεστικά της άμεσης, ουσιαστικής οικονομικής ανάπτυξης. Παρά ταύτα, ο μεν πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είχε φθάσει τον περασμένο Ιούλιο στο πρωτοφανές για τα χρονικά του Ευρώ σημείο του 4,1%, αντί του 2% που αποτελεί τον πάγιο στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω για το τρέχον έτος, ήτοι από 1,7%, που είχε προβλεφθεί, στο 1.2% έως 1,5%.

Ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Ben Bernanke δήλωσε πριν από τρεις βδομάδες ότι η χρηματοοικονομική θύελλα δεν έχει υποχωρήσει ακόμη και ότι οι επιπτώσεις της στην οικονομία γίνονται ορατές. Εξάλλου ο αξιωματούχος της ίδιας Τράπεζας κ. Frederick Mishkin, απαντώντας σε επικρίσεις ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν εκτίμησε σωστά τις επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά κατοικίας στη χώρα του, και ότι η μείωση του παρεμβατικού επιτοκίου κατά 3,25% ήταν υπερβολική και θα φέρει υψηλό πληθωρισμό, είπε ότι οι τολμηρές κινήσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ ήταν δικαιολογημένες για να αναχαιτίσουν ένα φαύλο κύκλο περιορισμού των πιστώσεων και αποδυνάμωσης της οικονομίας.

Τα συμπεράσματα από τα πιο πάνω αποσπάσματα δηλώσεων και τοποθετήσεων των ειδημόνων και αξιωματούχων είναι αυτόδηλα. Αυτόδηλη είναι και η σύγχυση, η αντιφατικότητα και η αβεβαιότητα που προκαλούν. Και, σε τελευταία ανάλυση, ο καθένας φαίνεται να αφορμάται από τις δικές του μάλλον ιδιαιτερότητες και ειδικές συνθήκες της οικονομίας της χώρας του ή της διεθνούς αρμοδιότητάς του παρά από μια καθολική, πολυεδρική εκτίμηση της συνολικής και οπωσδήποτε μη ομοιόμορφης κατάστασης της διεθνούς οικονομίας.

Η κυπριακή οικονομία

Στην περίπτωση της δικής μας οικονομίας εκτιμάται από τον αρμόδιο Υπουργό ότι αυτή έχει ήδη υποστεί τα χειρότερα και προβλέπει ανάκαμψη μέχρι το τέλος του 2008. Ο κ. Σταυράκης, επιχειρώντας μια αισιόδοξη μάλλον αποτίμηση των κυριότερων οικονομικών δεικτών, κρίνει ότι, με εξαίρεση τον πληθωρισμό που τον Ιούλιο ανήλθε στο 5,63% και ο εναρμονισμένος δείκτης στο 5,3%, οι υπόλοιποι δείκτες και ιδιαίτερα εκείνοι της ανάπτυξης, της ανεργίας και των δημόσιων οικονομικών, θα διαμορφωθούν σε ικανοποιητικά μεγέθη.

Θα ήταν δύσκολο, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να αμφισβητήσει κανείς τις ρεαλιστικές και συγκρατημένα αισιόδοξες εκτιμήσεις του Υπουργού Οικονομικών για την κυπριακή οικονομία, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Η προβλεφθείσα ανάπτυξη με καθοδική αναθεώρηση στο 3,7% δεν πρέπει να θεωρείται υπερβολική, ενώ ρεαλιστικές και εφικτές κρίνονται οι εκτιμήσεις του αρμόδιου Υπουργού για την ανεργία, και, ενδεχομένως, για το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος.

Ανησυχία ή προβληματισμό προκαλεί, εν πάση περιπτώσει, η βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη 

προοπτική της οικονομίας, δηλαδή εκείνη του προσεχούς και των επόμενων ετών. Γιατί υπάρχουν κάποια σημαντικά δεδομένα τα οποία κυριολεκτικά κτυπούν καμπανάκι, σε αντίθεση με τον διαπιστούμενο κυβερνητικό εφησυχασμό. Το πρώτο σημαντικό ανησυχητικό στοιχείο είναι η επικέντρωση, αν όχι και η εξάντληση της όλης κυβερνητικής δημοσιονομικής πολιτικής στην συνεχή αύξηση των εσόδων και όχι στην μείωση της σημειούμενης συνεχούς αύξησης των δημόσιων μη παραγωγικών δαπανών. Αλλά ήδη τα έσοδα έχουν αρχίσει να εκπέμπουν επικίνδυνα σήματα ότι έχουν φθάσει στα όριά τους. Σε μερικές, μάλιστα, περιπτώσεις, άρχισαν την κατιούσα πορεία τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μείωσης των εσόδων από τις αγοραπωλησίες και μεταβιβάσεις στον τομέα των ακινήτων, που τα τελευταία πέντε χρόνια βρίσκονταν στην πρωτοπορία της αύξησης των δημόσιων προσόδων και της ίδιας της ανάπτυξης.

Το δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η συνεχιζόμενη αύξηση των δημόσιων εσόδων προέρχεται κυρίως από τη φορολόγηση των αυξημένων καταναλωτικών δαπανών των Κυπρίων πολιτών. Ένα φαινόμενο καθόλου ευχάριστο, δεδομένου, μάλιστα, ότι πλείστες των δαπανών αυτών έχουν ως πηγή τους τον υπερδανεισμό των πολιτών. Έχουν κι αυτές οι δαπάνες τα όριά τους και η αντίστροφη μέτρηση θα αρχίσει, όταν σύντομα θα σημάνει η έναρξη της αποπληρωμής των δανείων.

Το τρίτο προβληματικό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι η όλη οικονομική διαχείριση από μέρους της κυβέρνησης και του αρμόδιου Υπουργείου περιορίζεται στο σήμερα και δεν επεκτείνεται ούτε καν στο αύριο. Δεν έχει γίνει, για παράδειγμα, η επεξεργασία ενός νέου αναπτυξιακού σχεδίου που θα υποκαταστήσει φθίνοντες ή διερχόμενους σοβαρή κάμψη υποτομείς της οικονομίας, όπως εκείνους των ακινήτων και του τουρισμού. Οι αρμόδιοι αρκούνται και ικανοποιούνται με τη διαπίστωση ότι ο στόχος της αύξησης των εσόδων, έστω και από τις καταναλωτικές δαπάνες των πολιτών, επιτυγχάνεται, με το δημοσιονομικό 

πλεόνασμα να ανέρχεται στο 0,5% του ΑΕΠ. Προσέγγιση επιφανειακή, βραχύπνοη και, δυνητικά, επικίνδυνη.

Τέλος, αβεβαιότητα και ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι καμία σοβαρή ή μεθοδευμένη δράση δεν έχει αναληφθεί στον τομέα της απάμβλυνσης των σοβαρών διαρθρωτικών προβλημάτων και χρονιζουσών εγγενών αδυναμιών της κυπριακής οικονομίας. Διαρθρωτικών αδυναμιών και εγγενών προβλημάτων που άπτονται της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, της εισαγωγής της νέας τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία, του εκσυγχρονισμού των μεθόδων και της εισαγωγής παραγωγικών κινήτρων, της πολιτικής μισθών και ημερομισθίων, κ.ά. Είναι φανερό, και τούτο το παραδέχεται και ο αρμόδιος Υπουργός αλλά το αισθάνονται ήδη έντονα στην καθημερινότητά τους και όλοι οι Κύπριοι πολίτες, ότι η διεθνής οικονομική κρίση άρχισε να εισβάλλει και στη μικρή μας χώρα. Και η οικονομία μας υφίσταται ήδη τις επιπτώσεις με την αύξηση του πληθωρισμού σε ανησυχητικά επίπεδα και με τις αναπόδραστες αρνητικές συνέπειες στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Μακράν οποιωνδήποτε κομματικών σκοπιμοτήτων ή μικροπολιτικών υποκινήσεων, κρίνουμε ότι η κυβερνητική οικονομική πολιτική δεν είναι σε θέση να ελέγξει και να χειραγωγήσει τις οικονομικές εξελίξεις. Απουσιάζει το όραμα, ελλείπει ο μεθοδευμένος σχεδιασμός, δεν υπάρχει η ενδεδειγμένη προοπτική. Κι όμως η επεξεργασία, η επιστράτευση και η έμπρακτη υλοποίησή τους επείγει, ίσως, όσον ποτέ άλλοτε προηγουμένως. Επιβάλλεται, εδώ και τώρα, προσεγμένη εκτίμηση των οικονομικών μας πραγμάτων και ανάληψη ορθολογικής οικονομικής δράσης.

Ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου είναι Πρώην Υπουργός Οικονομικών και Εσωτερικών και τέως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου