Γράφει:

Υστερόγραφο: Δέκα χρόνια μετά

Το άρθρο αυτό δημοσιεύεται αυτούσιο όπως είχε πρωτο δημοσιευθεί το 1999, όταν και αφορούσε στις συνομιλίες κορυφής Κληρίδη Ντενκτάς. Έχει παρέλθει έκτοτε σχεδόν μια δεκαετία, αλλά δυστυχώς, αν αντικατασταθεί το «Κληρίδης» με το «Χριστόφιας» και το «Ντενκτάς» με «Ταλάτ», όλα τα υπόλοιπα παραμένουν.

Το κυπριακό πρόβλημα, μετά την ανεξαρτησία και ως το 1974, ήταν ουσιαστικά μονοδιάστατο. Αφορούσε, δηλαδή, στην προσπάθεια για τροποποίηση του ζυριχικού εκτρώματος, με τρόπο που να ικανοποιεί τα «συμβαλλόμενα μέρη». Μετά την εισβολή του 1974 όμως, το κυπριακό πρόβλημα έγινε δισυπόστατο. Αφορούσε πλέον, όχι μόνο στην συνταγματική δομή μιας πολιτείας, αλλά και σε ένα έγκλημα πολέμου. Και εκεί εστιάζεται το πρόβλημα με τις οποιεσδήποτε συνομιλίες κορυφής πραγματοποιούν οι Κληρίδης Ντενκτάς.

Όπως έχει διαφανεί, μέσα από τις συνομιλίες Κληρίδη Ντενκτάς, προσπαθεί να βρεθεί συνταγματική δομή για ένα οιονεί ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό κράτος. Το κυπριακό πρόβλημα όμως, όπως λέχθηκε ανωτέρω είναι διφυές. Οι συνομιλίες έχουν εκτραπεί από την φύση του προβλήματος ως εισβολής και κατοχής και πραγματοποιούνται στην βάση μιας διακοινοτικής διαφοράς, μεταξύ δύο ισότιμων μερών. Πώς μπορεί να βρεθεί λύση για τους αγνοουμένους, τους πρόσφυγες ή τους εγκλωβισμένους, όταν αναζητούμε την βοήθεια του φερεφώνου Ντενκτάς, αντί να απαιτούμε την καταδίκη του εγκληματία πολέμου Τουρκίας; Πώς θα μπορούμε να απαιτήσουμε εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, όταν αυτές ρητά κατονομάζουν την Τουρκία ως υπεύθυνο για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Και γιατί παραξενευόμαστε στο τέλος τέλος, όταν οι αμερικάνικες πρεσβείες, αναγνωρίζουν έμμεσα το ψευδοκράτος; Μήπως δεν είναι οι συνομιλίες μας που έχουν νομιμοποιήσει την υπόσταση του ψευτοπροέδρου Ντενκτάς, ως συνομιλητή της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ισάξιου του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας; Μήπως δεν είμαστε εμείς που απαιτούμε να λησμονηθεί η φύση του Κυπριακού ως θέματος εισβολής και κατοχής, ώστε να μην απογοητεύσουμε τους εταίρους μας; Γιατί να περιμένουμε, αλήθεια, πως οι ξένοι θα υπερασπίσουν τα συμφέροντα που εμείς οι ίδιοι δεν υπερασπιζόμαστε;

Τους τελευταίους μήνες, η Κύπρος ανασαίνει πιο έντονα παρά ποτέ στον ρυθμό της επαναπροσέγγισης. Η προσπάθεια φανερή: Να καταδείξει πως το κυπριακό πρόβλημα, είναι πρόβλημα διακοινοτικό, πως έποικοι ουδέποτε υπήρξαν, και πως η επίλυση όλων των προβλημάτων θα επέλθει με την εξαφάνιση των «κακών Ελλήνων εθνικιστών». Το ερώτημα είναι όμως απλό. Μπορεί να επιτευχθεί επαναπροσέγγιση με χωριστές πλειοψηφίες και ποσοστώσεις; Αποτελεί παγκόσμια παραδοξότητα να επιθυμείς διακαώς την επαναπροσέγγιση, με στόχο να επιτύχεις τον ρατσιστικό διαχωρισμό με βάση το θρήσκευμα, την φυλή και την γλώσσα. Επαναπροσέγγιση μπορεί να γίνει μόνο στην βάση αλήθειας και στην βάση δημοκρατικών κρατών. Δεν μπορεί όμως να γίνει, ενώ το ένα κράτος κατέχει, κατά παράβαση κάθε διεθνούς δικαίου, το ήμισυ του κράτους που επιθυμεί να το επαναπροσεγγιστεί.

Τελικά ποιο είναι το πρόβλημα με τις συνομιλίες; Μα το αυτονόητο. Ότι διεξάγονται σε λανθασμένη βάση. Το ζήτημα δεν είναι, αν θα λύσουμε το Κυπριακό… Το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο θα λύσουμε το Κυπριακό, ώστε να μην ξεπουλήσουμε την υπόλοιπη μισή Κύπρο, στην προσπάθεια να κάνουμε το χατίρι του οποιουδήποτε έχει αναγάγει την διεθνή διπλωματία σε συζήτηση περί της έμφυτης καλοσύνης των λαών. Η διεθνής διπλωματία είναι δυστυχώς αμείλικτη και τιμωρεί σκληρά όσους την περιφρονούν. Η επανατοποθέτηση του κυπριακού στην ορθή του βάση ως ζητήματος εισβολής και κατοχής και η χάραξη ως πρώτιστου και αμετάβλητου στόχου της απελευθέρωσης της Κύπρου, αποτελεί τον μόνο τρόπο για να έχουν νόημα οποιεσδήποτε συνομιλίες.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>