Γράφει:

Ο αγιογράφος Κωνσταντίνος Βαφειάδης

της Σοφίας Πατσέλλη

 

Συνήθως κάπως έτσι γίνεται! Το ενδιαφέρον των πολλών ζωντανεύει, όταν νιώσουν ότι κάτι είναι προκλητικό. Τότε όλοι, «ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι» πολίτες γίνονται ειδήμονες και «φαίνονται» και αποφαίνονται επί παντός επιστητού. Αυτό έγινε και πριν ενάμιση περίπου χρόνο. Για όσους δεν γνωρίζουν, ο λόγος για την αγιογράφηση του ιερού ναού της Παναγίας «Άξιον Εστί» στην Αξιούπολη του Κιλκίς από τον Κωνσταντίνο Βαφειάδη. Ο αγιογράφος τάραξε την ελληνική κοινωνία, γιατί τόλμησε να ιστορήσει ναό με τρόπο που δεν είχε συνηθίσει να βλέπει στους ναούς της τα τελευταία πενήντα χρόνια. Οι μορφές των αγίων δεν είναι απόκοσμες, αλλά θελκτικές και ανθρώπινες. Τα ευαγγελικά επεισόδια συμβαίνουν σ’ ένα περιβάλλον αληθοφανές, το υπερκόσμιο προκύπτει μέσα από το φυσικό. Ο ίδιος ο Λένιν, ο ηθικός αυτουργός, και όχι ένας απλός φαντάρος, εκτελεί τον αποσχηματισμό του Ρώσου νεομάρτυρα, Άγιου Λουκά. Ο Χριστός στον Ναό εμφανίζεται ως «πηγή σοφίας» του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ομήρου, του Αισχύλου και του Φειδία. Όλα αυτά θεωρήθηκε ότι προσβάλλουν το θρησκευτικό φρόνημα των ορθόδοξων χριστιανών και προκάλεσαν σωρεία αντιδράσεων. Το γεγονός αυτό είναι η αφορμή, όχι για να αναλυθεί ξανά η ουσία, η λειτουργία και η τεχνοτροπία των αγιογραφήσεων, αλλά για να παρουσιαστεί ο αγιογράφος ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης και ως επιστήμονας, κυρίως ως στάση ζωής.

Η ζωή του

Ο Κωνσταντίνος Βαφειάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Η ζωή του και η ενασχόλησή με την τέχνη, τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά, είναι έννοιες ταυτόσημες. Από πολύ μικρός μπαινόβγαινε στα εργαστήρια μεταλλουργίας στου Παπαστράτου και στην Ρετσίνα. Ήταν παιδί ακόμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να εκφράσει με την ζωγραφική τις σκέψεις του. Τα πρώτα μαθήματα που έλαβε ήταν μαθήματα αγιογραφίας. Αργότερα παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και ελεύθερου σχεδίου, ενώ στα δέκαοχτώ του χρόνια καταπιάστηκε με το δάμασμα της πέτρας. Το 1987 εισήχθη με υποτροφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα. Παράλληλα, δούλεψε σε διάφορα εργαστήρια της Αθήνας, ενώ το 1992 τον βρίσκει σε εργαστήριο νωπογραφίας και φορητής εικόνας. Η ενασχόλησή του με την μεσαιωνική ζωγραφική τον ώθησε να εργαστεί ως αγιογράφος, αλλά και να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα αυτό σε θεωρητικό επίπεδο. Το 1995, εισάγεται στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικεύεται στην Βυζαντινή Αρχαιολογία. Το 2004 εγκρίνεται η διδακτορική του διατριβή «Η ζωγραφική στο Άγιο Όρος στις αρχές του 17ου αιώνα» και το ίδιο έτος αρχίζει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, απ’ όπου θα αποφοιτήσει το 2007. Όλη του η ζωή είναι ένα διάβα ανάμεσα σε εργαστήρια, εκθέσεις, συνέδρια, ερευνητικά προγράμματα, δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών, συνεργασία με Ιδρύματα και πολιτιστικούς φορείς. Εργάζεται ως λέκτορας (ΠΔ/407) στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών στο ΤΕΙ Αθηνών.

Η τεχνοτροπία, οι αντιλήψεις και το όραμά του

105

Όσον αφορά στην προσωπική του καλλιτεχνική έκφραση, δυο ατομικές εκθέσεις έχουν παρουσιαστεί στην Αθήνα: Αίθουσα «Αντήνωρ», Μάρτιος 1998 και στην Αίθουσα «Artower Gallery», Μάρτιος 2008. Στην τελευταία «Παγιδευμένοι ανάμεσα στην πτώση και στην επιστροφή», δεν απομακρύνεται πολύ από το πνεύμα της αγιογραφίας. Οι ανθρώπινες μορφές έχουν φτερά, μπορούν δηλαδή να ξεφύγουν, αλλά καμιά απ’ αυτές δεν πετάει, πατάνε πάνω στη γη. Σύμφωνα με την ιστορικό Τέχνης, Αιλιάνα Μαρτίνη, «Οι φτερωτές μορφές […] χαρακτηρίζονται από αμφισημία, αιωρούνται σχεδόν μεταξύ διαφορετικών υλικών, τεχνοτροπιών, ψυχολογικών διαθέσεων, πολιτισμών[…] Ένας σύγχρονος στο υλικό και στην τεχνοτροπία καλλιτέχνης προβάλλει τον στοχασμό, την μελέτη, την αναφορά στα θεία για το ξεπέρασμα της υπαρξιακής αγωνίας».

Στις αγιογραφίες του, οι άγιοι δεν έχουν απαρνηθεί την ανθρώπινή τους υπόσταση. Έχουν αγωνιστεί να φτάσουν εκεί που είναι, και ίσως και οι ίδιοι αμφισβητούν, αν τελικά το έχουν καταφέρει. Ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται βέβαια την δυσκολία να εισαχθούν καινοτομίες και προσωπική έκφραση σ’ ένα τέτοιο συντηρητικό χώρο, μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι εντελώς άγνωστο στη βυζαντινή τέχνη, ωστόσο ποτέ δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί απολύτως στην φονταμενταλιστική νοοτροπία των αγιογράφων. Με προϋποθέσεις θεολογικές, ιστορικές και καλλιτεχνικές προσπαθεί να εισάγει σε τέχνη εκκλησιαστική ένα νέο τρόπο έκφρασης, που να πηγάζει οργανικά απ’ την βυζαντινή παράδοση, να μην είναι αυθαίρετος, και ταυτόχρονα να εναρμονίζεται με τις αξίες του Ευαγγελίου. Θεωρεί ότι η στασιμότητα και η εμμονή σε εξωτερικούς τύπους δεν εναρμονίζεται με την ορθόδοξη παράδοση, αλλά συνδέεται με τάσεις κυρίως εθνικιστικές, και τάσεις αναζήτησης ταυτότητας στο ένδοξο παρελθόν. Λέει χαρακτηριστικά: «Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους συζητάμε για το ποιοι τελικά είμαστε και που ανήκουμε. Είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, φτιάχνουμε, λοιπόν, παντού κλασικά αγάλματα. Είμαστε «βυζαντινίζοντες», γεμίζουμε τις εκκλησίες μας με εικόνες. Ποια είναι τελικά η παράδοσή μας; Στον αιώνα μας το ζήσαμε αυτό, μια αυθαίρετη κίνηση σύνδεσης με το όψιμο Βυζάντιο, που λειτουργεί κατ’ ουσίαν ως ψυχολογική ομπρέλα. Αυτό εξηγεί γιατί οι αγιογράφοι ζωγραφίζουν με το στυλ της όψιμης παλαιολόγιας περιόδου. Δε γνωρίζουν καν, αν παράλληλα μ’ αυτό ή πριν απ’ αυτό υπήρχαν δεκάδες άλλα στυλ. Σήμερα η επιλογή των παραστάσεων που θα μπουν σε μια εκκλησία γίνεται κυρίως από θέματα που έχουν τυποποιηθεί για να εκφράσουν αυτό ακριβώς, την εξωτερική σχέση με έναν μύθο, τον μύθο με τον οποίο ζει ένας λαός, ο οποίος δεν συμμετέχει στο παρόν του.

Σε ερευνητικό επίπεδο, το όραμά του είναι μια μελέτη, τεχνομορφολογικής φύσης, που αφορά στην μεθοδολογία απόδοσης έργων σ’ έναν καλλιτέχνη ή μια εποχή ή ένα εργαστήρι, όταν δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία, χωρίς αυθαιρεσίες. Ενώ σήμερα αυτό γίνεται με τεχνοτροπικά μόνο κριτήρια, εκείνος υποστηρίζει ότι αυτό μπορεί να γίνει με αντικειμενικό τρόπο. Έχει παρουσιάσει ήδη δύο σχετικές μελέτες σε συνέδρια και έχει αποδώσει πειστικά με βάση

αυτή την μέθοδο το νέο καθολικό του Μεγάλου Μετεώρου. Μια τέτοια έρευνα θα καταστεί ιδιαίτερα σημαντική, γιατί θα ανατρέψει χρονολογήσεις και θα βοηθήσει στην κατανόηση της εξέλιξης της ελληνικής τέχνης.

Κεντρικός άξονας της ύπαρξής του η αφοσίωση και το απόλυτο δόσιμο σ’ ό,τι έχει ορίσει ως σκοπό της ζωής του. Τυχερός ή «γυμνός στο κέντρο της Ομόνοιας», εκτεθειμένος σε παντός είδους κριτικές! Με τη διπλή του ιδιότητα, την επιστημονική και την καλλιτεχνική, ζει και αναμετριέται με τα δεδομένα της Ελλάδας, «της χώρας που έχει πάψει να παράγει πολιτισμό και πουλάει πια τα έτοιμα. Της χώρας που προσπαθεί ακόμη να ορίσει την ταυτότητά της με ιδεολογήματα».

Ποτέ δεν ήταν απ’ τους ανθρώπους που πήγαινε με τα νερά των άλλων. Για εκείνον πάντα προηγείτο η αλήθεια. Αυτήν δέχεται ακόμα κι αν τον ξεβολεύει. Και είναι από εκείνους που ξέρουν ότι η κίνηση, είτε προς τα εμπρός, είτε προς τα πίσω, χρειάζεται τόλμη και αυθυπέρβαση.

Η Σοφία Πατσέλλη είναι φιλόλογος.

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>