Γράφει: ,

Συνέντευξη Ελένης Χατζηαργύρης (1925 – 2004): Τέσσερα χρόνια μετά που έπεσε η αυλαίας

στην Κατερίνα Γκότση

Η Ελένη Χατζηαργύρη στην τελευταία της συνέντευξη που δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, μιλά με την ζωντάνια που θα χαρακτήριζε μόνο μια ζωή γεμάτη και μέχρι τέλους στο αγαπημένο της σανίδι. Η Ελένη Γαρυφαλλίδου (και μετέπειτα Ελένη Χατζηαργύρη) γεννήθηκε το 1925 στην Χαλκίδα, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα, σπουδάστρια ακόμα, τα έκανε πλάι στον Κουν. Στη σχολή του γνώρισε τον συγγραφέα Κώστα Χατζηαργύρη με τον οποίο παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο. Ο γάμος τους υπήρξε βραχύβιος, όμως με αυτό το όνομα θα γίνει γνωστή, και θα το διατηρήσει ακόμα και μετά τον δεύτερο γάμο της. Η Ελένη Χατζηαργύρη συνεργάστηκε με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης, και δούλεψε πλάι στους μεγαλύτερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής της (Κατράκης, Μανωλίδου, Παξινού, Μινωτής, Ροντήρης, Χορν κ.α.) σε έργα του κλασικού ρεπερτορίου και του αρχαίου δράματος. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έπαιξε δραματικούς ρόλους σε κινηματογραφικές παραγωγές, αλλά οι αυξημένες θεατρικές της υποχρεώσεις δεν της επέτρεψαν να ασχοληθεί περισσότερο με τον κινηματογράφο.

Για αρκετές δεκαετίες δίδαξε υποκριτική σε διάφορες δραματικές σχολές. Το 2001 (μαζί με την Αλέκα Παΐζη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη) τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο με το Χρυσό Σταυρό Τιμής, ενώ το 2003 το Πανεπιστήμιο Αθηνών την αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα. Πέθανε ακριβώς πριν από τέσσερα χρόνια, την 1 Οκτωβρίου του 2004, ύστερα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Ο τελευταίος της ρόλος υπήρξε αυτός της κυρίας Κλάιν στο ομώνυμο έργο του Νίκολας Ράιτ. Την συναντήσαμε στο καμαρίνι της στο Θέατρο Εξαρχείων, τον Απρίλιο του 2003. Με την ευγένεια και την γλυκύτητα που πάντα την χαρακτήριζε μας μίλησε για το ξεκίνημά της, για τις συνεργασίες της, την αγάπη της για το θέατρο, αλλά και για το άγχος της σκηνής.

Όταν ξεκινήσατε, τι ήταν αυτό που ονειρευόσασταν;

Τίποτα καλέ. Με πήρε μία κυρία, ήμουνα στην τετάρτη γυμνασίου, του Μανόλη του Σκουλούδη η γυναίκα, της άρεσε η φωνή μου και με πήγε στον Κουν, ο οποίος τότε υποτίθεται ότι θα έκανε μία σχολή για να κάνει θέατρο κάποτε. Και βρέθηκα κι εγώ εκεί πέρα έτσι. Μα δεν είχα ιδέα. Δηλαδή δεν πρόφτασα να πω ως κοπέλα, πως λες εσύ, όταν μεγαλώσω θα γίνω τάδε. Δεν πρόφτασα. Βγήκα στο θέατρο χωρίς να έχω δει θέατρο.

Δεν ήταν δηλαδή αυτό που ονειρευόσασταν από μικρή.

Καθόλου, καθόλου. Καθόλου δεν το ονειρευόμουνα το θέατρο. Δεν είχα δει θέατρο καθόλου.

Αισθανθήκατε ποτέ ανταγωνισμό;

Καθόλου, ποτέ. Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ποτέ ούτε ως μεγάλη γυναίκα. Έχω περάσει θαυμάσια όπου έχω δουλέψει έχω, να χτυπήσω ξύλο, ευτυχήσει. Δεν έχω ανταλλάξει κουβέντα έτσι λίγο πιο απότομη με ηθοποιό, κανένα. Έχω περάσει θαυμάσια, μπορεί να είμαι τυχερή δεν ξέρω.

Γιατί πολλοί λένε ότι έχουνε περάσει πολλές δύσκολες στιγμές.

Καθόλου. Τι θα πει δύσκολες στιγμές; Περνάς δύσκολες στιγμές γιατί είναι οι ρόλοι δύσκολοι ώσπου να τους ετοιμάσεις, μπορεί να μην έχει πολλή δουλειά το θέατρο, αυτές τις δυσκολίες, τις ανθρώπινες. Παλιά μετά την παράσταση γυρίζαμε ταινία, το πρωί είχαμε πρόβα και μετά παράσταση, δεν υπήρχε Δευτέρα αργία, δεν υπήρχε Τρίτη αργία, υπήρχανε δεκατέσσερις παραστάσεις την εβδομάδα. Όλοι αυτοί που γυρίζαμε και ταινίες τότε, τις γυρίζαμε εις βάρος της υγείας μας και του ύπνου μας. Δεν κοιμόμασταν, γι΄ αυτό έχω πάθει αϋπνίες και άλλοι βέβαια άνθρωποι, γι’αυτό το λόγο. Τη νύχτα. Άρα λοιπόν δίναμε κι εκεί την ψυχή μας, τι να κάνουμε; Αλλά δυσκολίες του τύπου «ήρθε ένας να μου πάρει το ρόλο» όχι. Μοιράζαμε τους ρόλους κάτω. Μια εποχή που ήμασταν πολύ νέες, ήταν η Κατερίνα ας πούμε η μεγάλη πρωταγωνίστρια κι είχε ένα ρόλο στην πρώτη πράξη κι έναν ρόλο στην τρίτη κι έλεγε «θες τον ρόλο της πρώτης πράξης ή της τρίτης»; Θέλω να σου πω. Τόσο πολύ! Αλλά ήμασταν και λίγοι.

Τώρα που είναι πιο πολλοί;

Τώρα, τι να κάνουνε; Πού να πάνε, πού να πάνε;

Μήπως είναι τα πράγματα πιο ανταγωνιστικά τώρα;

Ε, οπωσδήποτε, αλλά που να πάνε κι αυτά τα παιδιά;

Θεωρείτε ότι όλα ήταν θέμα τύχης;

Τύχη θεωρώ αυτό: Το να με δει ο Μινωτής, να με δει ο Σολωμός και να με προσέξει, να με δει ο Κατράκης, να με δουν και να με προσέξουν και να με πάρουνε. Ναι, με πρόσεξαν, με είχαν στα πούπουλα που λέμε. Αλλά έχουμε περάσει και πολύ δύσκολα. Έχουμε κλάψει, έχουμε πονέσει, η Επίδαυρος είναι ένα πράγμα Παναγιά μου!- πάω τώρα στις παραστάσεις και λέω είναι δυνατόν να ήμουνα εκεί; Είναι δυνατόν; Μου’ρχεται τρέλα. Αυτό το πράγμα, αυτό το θηρίο με τα είκοσι χιλιάδες, μάτια, και λες πού να πάω τώρα Χριστέ μου, που να πάω; Είναι σαν να είσαι -πώς το λένε οι Ρωμαίοι; Στα θηρία! Αλλά είναι αυτό, είσαι εσύ κι ο Θεός πια. Είναι σπουδαία συναισθήματα, είναι πάρα πολύ σημαντικά. Εγώ είχα τέτοιο τρακ και έχω τέτοιο τρακ. Κάθε βράδυ παίρνω κάτι για το τρακ, σκέψου, τώρα. Τώρα!

Έχετε τρακ ακόμα;

Όχι ακόμα, χειρότερο τώρα, χειρότερα. Γιατί ο άλλος σου λέει γιατί εξακολουθεί να παίζει αυτή; Πρέπει να

έχει κάποιο λόγο. Λοιπόν πρέπει να είμαι καλή. Πρέπει να είμαι καλή για να δικαιώσω και να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου.

Υπάρχει μεγαλύτερη ευθύνη δηλαδή τώρα;

Πάρα πολύ, πολύ! Πολύ μεγάλη ευθύνη.

Παλιά ήσασταν η Ελένη και τώρα είστε η κυρία Χατζηαργύρη;

Όχι, όχι, πάντα είχα τρακ, δεν έχω ευχαριστηθεί ποτέ καμία παράσταση. Για μένα το θέατρο είναι λύτρωση, είναι λύτρωση όταν τελειώνει. Όλο αυτό το πράγμα που γίνεται, φτάνεις σε ένα σημείο και λες «αχ, τέλειωσε, τέλειωσε!», αλλά με αγαλλίαση. Πώς είναι μια εκκλησία που πας και κάνεις την προσευχή σου; Σε ένα ξωκλήσι που δεν υπάρχουνε άνθρωποι εκεί, είσαι εσύ και το πνεύμα αυτό, αυτό που πιστεύεις. Νομίζω ότι αυτό είναι για μένα το θέατρο.

Τι σας κρατάει ακόμα στη σκηνή;

Και πριν μερικά χρόνια που έπαιζα στο Εθνικό και έξω που’χα παίξει, νομίζω ότι παίζω περισσότερο για τα παιδιά. Για να μην αισθάνονται τα παιδιά ότι εγώ τους κάνω την δασκάλα και με μαθαίνουν απλώς από φήμες και από αναμνήσεις άλλων που διηγούνται. Δηλαδή θέλω να παίζω για τα παιδιά.

Γιατί έχετε διάθεση πολλή και ζωντάνια στην παράσταση!

Ναι, καλά είναι κι ο ρόλος βέβαια [αυτός της κυρίας Κλάιν], αλλά να χτυπήσω ξύλο είναι πράγματα που σε κρατάνε ζωντανό από μέσα σου, και αν είσαι υγιής, είναι σαν να προχωρείς ακόμα. Γιατί σ’αυτό το χώρο δεν υπάρχει σταμάτημα, δεν υπάρχει σταθμός να κατέβεις απ’ το θέατρο, όλο προχωρείς. Συνεχώς.

Αν κάποιο βράδυ δεν είσαστε σε πολύ καλή ψυχολογική κατάσταση..

Πάρα πολλές φορές δεν είμαι, αλλά είναι το «ρίντι παλάτσο», δεν μπορείς, πρέπει να παίξεις για αυτούς τους ανθρώπους που ήρθαν να σε τιμήσουν. Δεν πρέπει να τους τιμήσεις κι εσύ; Είναι τιμή δική τους, τιμή δική σου. Παίρνεις δίνεις, έτσι είναι αυτό.

Αν κάποιος σας ρωτούσε γιατί τελικά άξιζε που ακολουθήσατε αυτή την πορεία, που γίνατε ηθοποιός, τι νομίζετε ότι είναι αυτό που άξιζε για σας;

Το ότι γέμισα την ζωή μου ομορφιά, πόνο, συναισθήματα μεγάλα που δεν τα νιώθεις σε άλλα επαγγέλματα. Το θέατρο δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα. Μόνο στο θέατρο νομίζω ότι νιώθεις αυτά τα μεγάλα πράγματα, σαν την αρχαία τραγωδία.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>