Γράφει:

Δολάρια και συναίσθημα

Τα αμερικάνικα ΜΜΕ και ο φαύλος κύκλος της Τέταρτης Εξουσίας

της Θάλειας Νεοφύτου

Ο Μπιλ Κλίντον είχε κάποτε επισημάνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η μόνη μεγάλη δημοκρατική χώρα η οποία δεν παρέχει δωρεάν τηλεοπτικό χρόνο στα κόμματά της και στους υποψηφίους τους. Ισως γιατί δεν υπάρχει λόγος να γίνει κάτι τέτοιο. Ο χρόνος που παρέχεται στους υποψηφίους είναι μεν άφθονος, αλλά πληρωμένος και μάλιστα αδρά. Τον παραφουσκωμένο λογαριασμό κάθε προεκλογικής εκστρατείας, πληρώνουν συνήθως όχι οι ίδιοι οι υποψήφιοι, αλλά οι χορηγοί τους: Μεγάλες εταιρείες, ομάδες συμφερόντων και, κυρίως, κολοσσοί των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Το δούναι και λαβείν των ΜΜΕ

Οι όμιλοι των ΜΜΕ στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι γνωστοί για τις γενναίες εισφορές τους προς τους υποψηφίους προέδρους οι οποίες ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια δολάρια, όχι εξαιτίας της πίστης τους στον επόμενο πρόεδρο, αλλά γιατί αναμένουν να κερδίσουν υπερδιπλάσια από αυτή τους την επένδυση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, μεταξύ 1995 και 1998, οι δαπάνες ομίλων ΜΜΕ για στήριξη υποψηφίων ανήλθαν χονδρικά σε 31 εκατομμύρια δολάρια. Για την ίδια περίοδο τα λεφτά που δαπανήθηκαν για κρατικές διαφημίσεις στα ΜΜΕ ανήλθαν στα 70 δισεκατομμύρια δολάρια.

Τα μεγάλα ΜΜΕ στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτούν πανίσχυρα λόμπυ, έχοντας ως διαπραγματευτικό χαρτί την επιρροή τους στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Συχνά πιέζουν για νομοθεσίες οι οποίες ευνοούν τα συμφέροντά τους. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι τα όποια αρνητικά και «σκοτεινά σημεία» αυτών των νομοθεσιών δεν τυγχάνουν καμίας δημοσιογραφικής κάλυψης. Όπως δεν τυγχαίνει καμιάς κάλυψης και καμίας συζήτησης ο ρόλος των ίδιων των Μέσων Ενημέρωσης στην χρηματοδότηση και προβολή συγκεκριμένου υποψηφίου, με στόχο την ανάδειξή του, γεγονός που λίγο ως πολύ αποτελεί σκάνδαλο. Όμως τα αμερικάνικα ΜΜΕ είναι συνήθως πολύ επιλεκτικά ως προς τον ορισμό ενός σκανδάλου. Πόσο μάλλον όταν πολλά από τα «σκάνδαλα» που προβάλουν είναι κατευθυνόμενα και ίσως πληρωμένα.

Πληρωμένος όμως και μάλιστα ακριβά είναι και ο διαφημιστικός χρόνος ο οποίος αγοράζεται για τους σκοπούς της προεκλογικής καμπάνιας των υποψηφίων. Στην εκστρατεία του 2008 το κασέ ανεβαίνει επικίνδυνα. Ο Evan Tracey, αναλυτής προεκλογικής εκστρατείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνει λόγο για νέο ρεκόρ στις δαπάνες για διαφημίσεις. Η καμπάνια του 2008 κατέχει ήδη το ρεκόρ της μακροβιότερης, με διαφημίσεις να παίζουν από τον Δεκέμβριο του 2006. Εκατό μέρες πριν από τις εκλογές τα έξοδα για διαφημίσεις υποψηφίων ανήλθαν στα 800 εκατομμύρια δολάρια, με μέσες εβδομαδιαίες δαπάνες 23 εκατομμύρια, δέκα δηλαδή εκατομμύρια περισσότερα απ’ ό,τι την ίδια περίοδο το 2004.

Ζητείται ήρωας

Τόσο ο υποψήφιος Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο Τζον Μακέιν επένδυσαν από νωρίς σε πληθώρα τηλεοπτικών διαφημίσεων οι οποίες πιστεύεται ότι τους εξασφάλισαν το χρίσμα. Τα χρήματα τα οποία από νωρίς κατάφερε να μαζέψει ο Ομπάμα για την προεκλογική του εκστρατεία του επέτρεψαν να αγοράσει ήδη περισσότερες διαφημίσεις από οποιοδήποτε υποψήφιο στην ιστορία. Το γεγονός αυτό ώθησε τον ανθυποψήφιό του σε μια σειρά αρνητικών διαφημίσεων που στόχο είχαν να πλήξουν την εικόνα που με τόσο κόπο και χρήμα κατόρθωσε να κτίσει (όλοι έχουμε υπόψη την διαφήμιση του παρομοιάζει τον υποψήφιο των Δημοκρατικών με την Πάρις Χίλτον).

Οι διαφημίσεις των υποψηφίων επιτελούν και την κλασσική λειτουργία η οποία αποδίδεται στα ΜΜΕ, αυτή του “πυλωρού” (gatekeeper), καθορίζοντας την

ατζέντα της θεματολογίας που θα συζητηθεί στα πλαίσια των εκλογών. Το θέμα της ενέργειας συγκεντρώνει τα περισσότερα φώτα της δημοσιότητας, με περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια να έχουν δαπανηθεί μέχρι στιγμής για προεκλογικές διαφημίσεις. Επόμενο στην ατζέντα είναι το θέμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με διαφημίσεις πέραν των 130 εκατομμυρίων και ακολουθούν θέματα όπως η μετανάστευση, η εκπαίδευση, το εμπόριο και ο πόλεμος στο Ιράκ.

Με τα δολάρια να ρέουν ανάμεσα σε υποψηφίους προέδρους και ομίλους ΜΜΕ, η αμερικανική κοινή γνώμη κατευθύνεται όχι μόνο ως προς τον υποψήφιο που θα επιλέξει, αλλά και για τα ζητήματα τα οποία «οφείλει» να θεωρεί σημαντικά στην προεκλογική εκστρατεία. Πολλές φορές οι υπερβολικές διαφημίσεις και τα ελεγχόμενα σκάνδαλα που διοχετεύονται στα ΜΜΕ προκαλούν την απαξίωση για την πολιτική η οποία αντανακλάται στα υψηλά ποσοστά αποχής από τις αμερικανικές εκλογές. Την κατάσταση αυτή καλούνται να «θεραπεύσουν» εκ νέου τα ΜΜΕ, με ακόμα περισσότερες διαφημίσεις οι οποίες υπενθυμίζουν στους ψηφοφόρους γιατί πρέπει να προσέλθουν στις κάλπες και να ψηφίσουν συγκεκριμένο υποψήφιο. Μέσα σε αυτή την ακριβοπληρωμένη, σχεδόν δημοκρατία, ο Μπαράκ Ομπάμα απέδειξε από την αρχή ότι ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι της δημοσιότητας με τον Μακ Κέιν, κυρίως να ακολουθεί και να αμύνεται επιτιθέμενος.

Ωστόσο κανείς δεν πρέπει να παραβλέπει τον σημαίνοντα ρόλο της αίσθησης που προκαλούν οι προσωπικές ιστορίες των υποψηφίων προέδρων στην τελική έκβαση του αποτελέσματος. Και οι δύο υποψήφιοι σε αυτή την αναμέτρηση αντιπροσωπεύουν μια από τις αρχέτυπες ιστορίες που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία, στις λαϊκές παραδόσεις. Ο Ομπάμα αντιπροσωπεύει τον ήρωα που με την αξία του ανεβαίνει από τα χαμηλά στα ψηλά (κυρίως λόγω χρώματος), ενώ ο Μακ Κέιν είναι ο πρωταγωνιστής μιας τραγωδίας (ως αιχμάλωτος του πολέμου του Βιετνάμ), από την οποία όμως κατάφερε να βγει πιο δυνατός. Τα ΜΜΕ ανατροφοδοτούν ευχαρίστως αυτές τις ιστορίες , οι οποίες εκτός του ότι «πουλάνε», στις περισσότερες των περιπτώσεων πληρώνονται.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>