Γράφει:

Οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου στο Ιράκ: Μηνύματα και προκλήσεις για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ από το υπάρχον Διεθνές Δίκαιο.

Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και η συνεπακόλουθη παγκόσμια κρίση που προκάλεσε επηρέασαν καθοριστικά τη νέα τάξη πραγμάτων στο διεθνές σύστημα. Το κύρος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Ο πόλεμος στο Ιράκ αποτέλεσε απλά την κορυφή του παγόβουνου μιας παρατεταμένης κρίσης στο διεθνές σύστημα. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης, επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό, ενώ και οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν τεταμένες λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων που επικράτησαν στους κόλπους της Ένωσης. Ο πόλεμος στο Ιράκ αποτέλεσε μια ισχυρή αφορμή για να αναδειχθεί η μεγαλύτερη κρίση στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία. Παράλληλα, τα μουσουλμανικά κράτη στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που δεν διατηρούν καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ άρχισαν να αναζητούν νέα μέσα αναχαίτισης της αμερικανικής πολιτικής. Η κυριότερη επίπτωση του πολέμου στο Ιράκ είναι φυσικά η δημιουργία ενός νέου χώρου εκκόλαψης τρομοκρατών.

Όλες αυτές οι συνέπειες, καθώς και η προοπτική αντιμετώπισής τους, αποτελούν ένα από τα κεντρικά ζητήματα συζήτησης στις επερχόμενες αμερικανικές εκλογές. Ανεξάρτητα από το ποιος θα επικρατήσει, μια τόσο βαθιά κρίση όπως αυτή που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράκ μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο στο πλαίσιο μιας διεθνούς συνεργασίας ανάμεσα στα μεγάλα κράτη της υφηλίου. Μια προοπτική, όμως, που σήμερα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη.

Διεθνές Δίκαιο

Η χρήση βίας στο διεθνές σύστημα επιτρέπεται μόνο για σκοπούς αυτοάμυνας. Για οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι ο μόνος θεσμός που, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, έχει τη δυνατότητα να εξουσιοδοτήσει τη χρήση βίας για την προστασία της διεθνούς τάξης και ασφάλειας. Σε ένα πρόσφατό βιβλίο του, ο καθηγητής M. Doyle σημείωσε ότι οι αντιλήψεις των μεγάλων κρατών για την έννοια της κρατικής ασφάλειας και άμυνας δεν μπορούν να καλυφθούν

Σε μια εποχή που η αντίληψη περί τρομοκρατίας και πιθανών συμμαχιών μεταξύ κρατών και τρομοκρατικών οργανώσεων αντιμετωπίζονται ως ζητήματα υψίστης ασφαλείας, δημιουργείται η αίσθηση ότι σε «ιδιαίτερες περιπτώσεις» η χρήση προληπτικής βίας είναι αναγκαία. Οι ΗΠΑ στήριξαν την απόφασή τους για εισβολή στο Ιράκ στην πεποίθηση ότι η χρήση προληπτικής βίας είναι αναγκαία για λόγους αυτοάμυνας. Δηλαδή ερμήνευσαν τη χρήση προληπτικής βίας στο πλαίσιο των δικαιωμάτων τους για αυτοάμυνα.

Τα ερωτήματα που δημιουργούνται από αυτό το ζήτημα είναι πολλά: Είναι ποτέ δυνατό να αναγνωριστεί η χρήση προληπτικής βίας ως μέσο αυτοάμυνας; Έχουν παρουσιαστεί στο διεθνές σύστημα τόσες αλλαγές που θέτουν ένα τέτοιο ζήτημα με επιτακτικό τρόπο; Θα μπορούσε η διεθνής κοινότητα να θεσμοθετήσει νέους κανόνες για τη χρήση βίας έναντι μη-κρατικών δρώντων; Για την ώρα όλα αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αντικείμενο συζήτησης στην κοινωνία των διεθνολόγων, όχι όμως των κρατών.

Τρομοκρατία

Αναμφίβολα η 11η Σεπτεμβρίου 2001 αποτέλεσε την αρχική αφορμή για τον χαρακτηρισμό του Ιράκ ως κράτους παρίας και ως κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις, οι νεοσυντηρητικοί κύκλοι στο Λευκό Οίκο εισηγήθηκαν να κτυπηθεί το Ιράκ. Ο τότε υπουργός εξωτερικών τους, C. Powell, διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση για να κτυπήσουν το Ιράκ.

Παρόλα αυτά, το Ιράκ ήταν ήδη στόχος των ΗΠΑ από το 1998, όποτε για πρώτη φορά αμερικάνικά και βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν τη χώρα χωρίς προηγούμενη έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ (και η Βρετανία) έκαναν χρήση προληπτικής βίας στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Παράλληλα, όπως ανέφερε ο έγκυρος δημοσιογράφος των New York Times, M. Gordon, οι ΗΠΑ άρχισαν να εξουδετερώνουν την αντιαεροπορική ασπίδα του Ιράκ αρκετά χρόνια πριν από την εισβολή τον Μάρτιο του 2003. Η αντίστροφη μέτρηση, όμως, άρχισε τον Ιανουάριο του 2002, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ τοποθέτησε το Ιράκ στον άξονα του κακού, μαζί με την Β. Κορέα και το Ιράν.

Η απόφαση για την εισβολή βασίστηκε σε δύο λόγους: στους ισχυρισμούς των ΗΠΑ α) ότι το Ιράκ είχε πρόγραμμα παραγωγής όπλων μαζικής καταστροφής και β) ότι το καθεστώς Χουσεΐν ήταν δυνατόν να συνεργαστεί με τρομοκρατικές οργανώσεις διαθέτοντάς τους αυτά τα όπλα με απώτερο στόχο να κτυπηθούν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους. Ο άνθρωπος που κλήθηκε να υποστηρίξει την επίθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν ο C. Powell, ο οποίος παρουσίασε μια σειρά από διαφάνειες για το «μυστικό πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής» του Ιράκ.

Το Ιράκ δεν είχε όπλα μαζικής καταστροφής και αν το καθεστώς Χουσεΐν αντιπαθούσε τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Παρόλα αυτά η επέμβαση στο Ιράκ είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του μεγαλύτερου μέχρι στιγμής χώρου εκπαίδευσης και δράσης τρομοκρατών και την όξυνση της κρίσης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Τα διαβαθμισμένα έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, πολλές μελέτες ακαδημαϊκών και η πραγματικότητα επί του εδάφους δείχνουν ότι η εισβολή στο Ιράκ είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του προβλήματος της τρομοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα. Οι επιπτώσεις αυτού του φαινομένου είναι αισθητές τόσο στην Μέση Ανατολή και την Ασία όσο και στην Ευρώπη.

Ιράκ, η επόμενη μέρα

Η προσδοκία της διακυβέρνησης Bush ήταν ότι η εισβολή στο Ιράκ θα οδηγήσει στην αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Η εκδημοκρατικοποίηση του Ιράκ στα πρότυπα δυτικών καθεστώτων είναι μάλλον απομακρυσμένη. Η εθνοτική κρίση και ο ακήρυκτος εμφύλιος δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για την διατήρηση της ενότητας του κράτους. Έστω και αν η αιματοχυσία έχει περιοριστεί τους τελευταίους μήνες, η κυβέρνηση του Ιράκ δεν είναι σε θέση να επιβάλει την τάξη. Η πρόσφατη συμφωνία για σταδιακή μείωση του ρόλου των αμερικανικών στρατευμάτων στην χώρα και σταδιακή αποχώρηση μέρους αυτών, είναι ασαφής. Αναμφίβολα, η προοπτική de facto ή de jure τριχοτόμησης του Ιράκ είναι ένα ενδεχόμενο το οποίο κερδίζει έδαφος, αν σκεφτεί κανείς ότι ήδη η κουρδική περιοχή απολαμβάνει μιας ιδιόμορφης αυτονομίας.

Ο επόμενος πρόεδρος

Η συζήτηση για την ιδιοσυγκρασία των δύο υποψηφίων για το προεδρικό αξίωμα στις ΗΠΑ είναι ορθή. Ο J. McCain είναι ένας συντηρητικός πολιτικός, ο οποίος αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις στο πλαίσιο μιας μονολιθικής αντίληψης περί της ηγεμονίας των ΗΠΑ. Θεωρεί ότι η κατοχή στο Ιράκ πρέπει να συνεχιστεί και η τρομοκρατία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κυρίως με στρατιωτικά μέσα. Ο B. Obama, από την άλλη, είναι υπέρ της πολυμερούς συνεργασίας στις διεθνείς σχέσεις και ενδιαφέρεται να αποκαταστήσει το κύρος των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή. Ο Obama υποστηρίζει επίσης την επικέντρωση των ΗΠΑ στην κρίση στο Αφγανιστάν και τη σταδιακή αποδέσμευση από το Ιράκ, χωρίς όμως να αμφισβητεί την συνέχιση της παρουσίας αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ.

Ανεξάρτητα από την αντιπαράθεση των προσωπικών χαρακτηριστικών των δύο υποψηφίων, η οποία βασίζεται κυρίως στην αναπαραγωγή στερεοτύπων, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων. Αν θα πρέπει να διδαχθεί κάτι από την διακυβέρνηση του G. W. Bush αυτό θα είναι ότι η χρήση της στρατιωτικής ισχύος για προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων έχει κάποια όριά. Όταν ξεπεραστούν αυτά τα όρια τότε το συγκριτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ στο στρατιωτικό πεδίο τίθεται σε αμφισβήτηση.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>