Γράφει:

O θάνατός σου η ζωή μου…

Αμερικανική πρωτοκαθεδρία και μεταπολεμικός παρεμβατισμός

 

Κατά τον 19ο αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρισκόταν εν μέσω σφοδρών πολεμικών συγκρούσεων, οι ΗΠΑ επέλεγαν τον δρόμο του απομονωτισμού. Το δόγμα Μονρόε, το οποίο έφερε το όνομα του ομώνυμου Προέδρου, επέβαλλε την αποχή των ΗΠΑ από τα της Ευρώπης και τον περιορισμό της στο Δυτικό Ημισφαίριο. Αργότερα, η απόφαση του Προέδρου Ουίλσον να εμπλέξει τις ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν εξαιρετικά δύσκολη, δεδομένης της αυστηρής προσύλωσης στον απομονωτισμό. Εν τούτοις, υπήρξε η απαρχή για την εμπλοκή της χώρας στα διεθνή, εξωαμερικανικά ζητήματα. Εμπλοκή η οποία έλαβε θεσμική διάσταση με το δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσιαλ, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι τότε όμως, είχε μεσολαβήσει μια σοβαρότατη διεθνής εξέλιξη: Οι ΗΠΑ είχαν αναχθεί στην μεγαλύτερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη που είχε γνωρίσει ποτέ ο πλανήτης, ένα status το οποίο επέβαλλε μια σειρά από νέες αξιώσεις και υποχρεώσεις.

Ο Ψυχρός Πόλεμος

Η έξοδος από τον απομονωτισμό είχε δικαιολογηθεί στη βάση της ανάσχεσης της σοβιετικής απειλής. Η ΕΣΣΔ προέβαλλε ως το αντίπαλον δέος και η όποια επέκταση της σοβιετικής επιρροής γινόταν αντιληπτή ως απειλή για τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ επέλεξαν τον δρόμο του διαρκούς παρεμβατισμού στα εσωτερικά τρίτων κρατών: Όποτε και όπου η ανάγκη το επέβαλλε, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα έπρεπε να είναι έτοιμες να επαναφέρουν την μεταπολεμική τάξη πραγμάτων και να αποτρέψουν την σε βάρος τους ανατροπή του ισοζυγίου ισχύος. Η απαρχή του καινοφανούς αμερικανικού παρεμβατισμού πέραν του Δυτικού Ημισφαιρίου έγινε με την παρέμβαση στην Ελλάδα για την αποτροπή της επικράτησης των κομμουνιστών στον ελληνικό εμφύλιο. Πέραν της Ευρώπης, οι ΗΠΑ επέκτειναν την δράση τους στην Άπω Ανατολή, με τον πόλεμο στην Κορέα, για την αποφυγή της επικράτησης του κομμουνιστικού καθεστώτος σε ολόκληρη την χερσόνησο. Εν

τούτοις, το γεγονός που πυροδότησε την έκρηξη του αμερικανικού παρεμβατισμού ήταν η κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας από την ΕΣΣΔ. Πλέον το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος στο έδαφος των ΗΠΑ στοίχειωνε τον ύπνο των διαχειριστών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το έγγραφο με την κωδική ονομασία NSC 68, του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, που συντάχθηκε το 1950, λίγους μήνες μετά την κατασκευή της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας και την επικράτηση του Μάο Ζεντόγκ στον κινεζικό εμφύλιο, περιγράφει τον ψυχροπολεμικό πανικό που είχε καταλάβει τις ΗΠΑ: Μία ήττα του “ελεύθερου κόσμου” σε οποιοδήποτε σημείο της γης ισοδυναμούσε με ήττα παντού. Η στρατηγική της ανάσχεσης της σοβιετικής επέκτασης και της διατήρησης του status quo είχε λάβει σάρκα και οστά. Το πεδίο εντός του οποίου θα εκτυλισσόταν ήταν αυτό της πυρηνικής αντιπαράθεσης και της κούρσας των εξοπλισμών, με αποτέλεσμα την λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου». Με αυτά τα δεδομένα, ήταν φυσιολογικό ο αμερικανικός παρεμβατισμός να εξαπλωθεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης: Λατινική Αμερική, Βαλκανική Χερσόνησος, Άπω Ανατολή, Μέση Ανατολή, Νοτιοανατολική Ασία, Αφρική. Μεταξύ των ετών 1945 και 1989 έλαβαν χώρα 18 αμερικανικές στρατιωτικές παρεμβάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Σχεδόν όλες είχαν ως πρόσχημα την αποτροπή της “κομμουνιστικής απειλής”.

 

Οι “κρυφές” παρεμβάσεις

Δεν ήταν όμως μόνο οι παρεμβάσεις με στρατιωτικά μέσα. Σε αρκετές περιπτώσεις η αντίληψη περί κομμουνιστικής απειλής επέβαλλε την παρέμβαση στα εσωτερικά κρατών με δημοκρατικά εκλελεγμένες κυβερνήσεις, κάτι που θα καθιστούσε δύσκολη την νομιμοποίησή της στα μάτια της αμερικανικής, αλλά και της διεθνούς κοινής γνώμης. Σε αυτές τις περιπτώσεις λάμβαναν χώρα κρυφές παρεμβάσεις, τις οποίες συνήθως διεκπειραίωνε η CIA, είτε μέσω των πρακτόρων της, είτε μέσω του άτυπου στρατού που διέθετε. Τεράστιοι μηχανισμοί προπαγάνδας και ελέγχου της κοινής γνώμης στήνονταν στις χώρες-στόχους: Από μηχανισμούς ελέγχου των ΜΜΕ και των πολιτικών κομμάτων, μέχρι και ποδηγέτηση των τοπικών εργατικών συνδικάτων. Πεδίο τέτοιου είδους παρεμβάσεων ήταν κυρίως στην Λατινική Αμερική. Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση της Χιλής: Το πραξικόπημα του 1973 και η δολοφονία του Προέδρου Σαλβαδόρ Αλλιέντε, ο οποίος είχε κατηγορηθεί ότι θα οδηγούσε την χώρα στον κομμουνισμό, είχε προετοιμαστεί εντατικά από τις μυστηκές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Χαρακτηριστική άλλωστε ήταν και η τοποθέτηση του τότε Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσσιντζερ, σε συνεδρία της Επιτροπής 40 του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το 1970: «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να καθόμαστε και να παρακολουθούμε μία χώρα να βαδίζει προς τον κομμουνισμό, εξ αιτίας της ανευθυνότητας του λαού της». Επί του ιδίου

θέματος, ο τότε πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ, ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα, αφού παραδέχθηκε ότι υπήρξε ενίσχυση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων και ΜΜΕ από τις ΗΠΑ, τόνισε ότι αυτό που είχε συμβεί «ήταν προς το συμφέρον του λαού της Χιλής και, κυρίως, προς το δικό μας συμφέρον». Σε παρόμοια περίπτωση, στην πολυετή διαμάχη της σοσιαλιστικής κυβέρνησης των Σαντινίστας με τους αντιφρονούντες αντάρτες Κόντρας στην Νικαράγουα, η μυστική στήριξη των ΗΠΑ στους Κόντρας προκάλεσε σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων που συντάραξε την αμερικανική πολιτική ζωή περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αρχές της δεκαετίας του ’90. Και αυτό διότι, ενώ το Κογκερέσσο είχε απαγορεύσει την παροχή οικονομικής βοήθειας στους Κόντρας λόγω των βιαιοτήτων που διέπρατταν εναντίον αμάχων, οι κυβέρνηση, μέσω της CIA, φρόντισε να αποστείλει βοήθεια. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα χρήματα αυτά, νοουμένου ότι δεν ήταν δυνατό να προέλθουν από τον επίσημο προϋπολογισμό του κράτους, προήλθαν από την μυστική πώληση πεπαλαιωμένου στρατιωτικού εξοπλισμού στο Ιράν, επί του οποίου οι ίδιες οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει εμπάργκο πώλησης όπλων μετά την επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης το 1979 και την μετέπειτα κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας. Επιπλέον, η συναλλαγή αυτή επιτεύχθηκε μέσω του Μανζέρ Αλ Κασσάρ, ο οποίος βρισκόταν στην κορυφή της λίστας των πιο επικίνδυνων τρομοκρατών.

«Ανθρωπιστικές παρεμβάσεις» και «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας επεφύλαξε μία σοβαρότατη μετατροπή της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα. Οι ΗΠΑ παρέμειναν η μόνη υπερδύναμη, προστατευόμενη από ένα διόλου ευκαταφρόνητο χάσμα ισχύος από τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις. Αν και τότε αρκετοί έσπευσαν να προβλέψουν την επικράτηση ενός ειρηνικού κόσμου, βασισμένου στην διάδοση του φιλελεύθερου δυτικού οικονομικού μοντέλου, εν τούτοις, ο κόσμος εξακολούθησε να αποτελεί πεδίο αντιπαραθέσεων και κινδύνων. Συνεπώς, έπρεπε να υιοθετηθεί ένας νέος παρεμβατισμός, ο οποίος θα αποσκοπούσε στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και, κυρίως, την προάσπιση της αμερικανικής παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας. Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρεται στο κείμενο του Λευκού Οίκου «A national security strategy for a new century», January 5 2000, η νέα στρατηγική εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ στηρίζεται στην διαρκή εμπλοκή και ηγεσία τους στο εξωτερικό, με την χρήση των αναγκαίων στρατιωτικών, διπλωματικών και πληροφοριοδοτικών μέσων. Με αυτά τα μέσα οι ΗΠΑ θα πρέπει να είναι πρόθυμες να επηρεάσουν την δράση άλλων κρατών και μη κρατικών δρώντων, με στόχο την διατήρηση της παγκόσμιας ηγεσίας και να παραμείνουν ένας αξιόπιστος σύμμαχος για την κοινότητα των κρατών με τα οποία υπάρχουν κοινά συμφέροντα. Και αυτό ακόμη και αν η δράση θα πρέπει να είναι μονομερής. Με γνώμονα αυτήν ακριβώς την παραδοχή, οι ΗΠΑ δεν εγκατέλειψαν ποτέ τον παρεμβατισμό. Πλέον όμως, με τον σοβιετικό κίνδυνο να έχει εκκλείψει, έπρεπε να εδραιωθεί ένας νέος ιδεολογικός μανδύας νομιμοποίησης. Κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία και επί προεδριών Τζωρτζ Μπους πρεσβύτερου και Μπιλ Κλίντον, η νέα ιδεολογία του αμερικανικού παρεμβατισμού παρέπεμπε στο ανθρωπιστικό στοιχείο: Στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών θεσμών. Με εξαίρεση, όμως, την παρέμβαση στην Σομαλία το 1992, οι υπόλοιπες παρεμβάσεις αυτής της χρονικής περιόδου, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, κινούν υποψίες για ύπαρξη κινήτρων που σχετίζονται με τα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα και τις ηγεμονικές αξιώσεις των ΗΠΑ. Π.χ. ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο το 1991, η παρέμβαση στην Αϊτή το 1994 και στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη το ίδιο έτος και ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας το 1999. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες από τις πιο πάνω παρεμβάσεις έτυχαν ευρείας διεθνούς υποστήριξης, αποτυπωμένης σε σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Κατά την δεύτερη μεταψυχροπολεμική δεκαετία τα πράγματα άλλαξαν. Η κυβέρνηση του νεώτερου Μπους, η οποία είχε στελεχωθεί από θιασώτες της λεγόμενης νεοσυντηρητικής σχολής σκέψης, προέβη σε μία εκ θεμελίων αναδιαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Όχι των στόχων και των επιδιώξεων, αλλά των μέσων για την επίτευξή τους και της νομιμοποιητικής ιδεολογίας

που θα τους περιέβαλλε. Με αφορμή το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, ο Πρόεδρος Μπους κήρυξε έναν ανελέητο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», στα πλαίσια του οποίου αιτιολόγησε δύο μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις, στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, η δεύτερη χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, ούτε καν του ΝΑΤΟ. Πλέον ο αμερικανικός παρεμβατισμός είχε υπαχθεί στο δόγμα του «προληπτικού κτυπήματος», ενώ αντί της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών θεσμών είχε επικρατήσει η λογική της επιβολής της δημοκρατίας μέσω καθεστωτικής αλλαγής. Η επιλογή όμως αυτή επεφύλασσε τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση Μπους και για τον αμερικανικό λαό, ενώ διατάραξε την αρμονία στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς συμμάχους τους. Οι κυριώτερες συνπέπειες ήταν οι πλείστοι των νεοσυντηρητικών συνεργατών του Προέδρου να απομακρυνθούν, να επιδιώκεται εναγωνίως η εξεύρεση του λιγότερο επώδυνου τρόπου εξόδου από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για τις επερχόμενες εκλογές Τζων Μακέιν προσπαθεί να αποσυνδεθεί από το βεβαρυμένο μητρώο και την αρνητική εικόνα του νυν Προέδρου. Η κυβέρνηση αντιλήφθηκε, έστω και καθυστερημένα, τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε την χώρα ο μονομερής και καθόλου δημοφιλής παρεμβατισμός της, με αποτέλεσμα να επιλέγει πλέον τον διάλογο με κράτη όπως το Ιράν και η Β. Κορέα, τα οποία ο Πρόεδρος είχε παλαιότερα δακτυλοδείξει ως ενδεχόμενους μελλοντικούς στόχους.

Επιλογή ή ανάγκη;

Είναι εύκολα αντιληπτή η διαχρονική εμμονή των ΗΠΑ στον παρεμβατισμό ως εργαλείο προάσπισης και προώθησης των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων και, κυρίως, ως μέσον κατοχύρωσης της αμερικανικής παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας. Η μελέτη του αμερικανικού παρεμβατισμού οδηγεί τον ερευνητή στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται απλώς για μια πάγια επιλογή, αλλά για μια ανάγκη. Ανεξαρτήτως του ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα κυβερνούσε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εντεύθεν, οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά τρίτων κρατών και, κυρίως, με στρατιωτικά μέσα, δεν έπαψαν ποτέ να συμβαίνουν. Το μόνο που κατά καιρούς μεταβαλλόταν ήταν η στρατηγική και το ιδεολογικό/νομιμοποιητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονταν. Οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται διαχρονικά την πρωτοκαθεδρία τους ως το κλειδί για την επιβίωσή τους σε έναν κόσμο ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Συνεπώς, η εμπλοκή τους στα του κόσμου θεωρείται αναπόφευκτη. Είτε αποσκοπώντας στην αποτροπή της επέκτασης μιας ανταγωνίστριας δύναμης, είτε στην επιβολή των δικών τους όρων, οι ΗΠΑ είχαν και έχουν πάντα τον παρεμβατισμό στην ατζέντα τον επιλογών τους.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>