Γράφει:

Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι: Μια κοινωνία σε διάσπαση

Η κατανόηση των ΗΠΑ προϋποθέτει, πέρα από τις στερεότυπες αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες όλοι είναι ίδιοι, κατανόηση της ιδεολογικής διαμάχης για τις κυρίαρχες αξίες της αμερικανικής κοινωνίας, μια διαμάχη που ήδη από την εποχή του Νίξον είχε καταστήσει το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ως το σημαντικότερο χώρο ιδεολογικών συγκρούσεων.

Ο τυπικός υπερσυντηρητικός Αμερικανός, που ψηφίζει το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, τάσσεται υπέρ της θανατικής ποινής ως του μόνου μέσου για αποτροπή των βίαιων εγκλημάτων που μαστίζουν τη χώρα. Η οπλοκατοχή είναι για τον ψηφοφόρο αυτό θεμελιώδες δικαίωμα, πολύ πιο σημαντικό από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή ή στο απόρρητο της επικοινωνίας. Σε τελική ανάλυση, για τον συντηρητικό ρεπουμπλικάνο, τα πιο πάνω δικαιώματα έχουν αξία μόνο για όσους έχουν κάτι να κρύψουν από το κράτος. Αντίθετα, το δικαίωμα στην οπλοκατοχή είναι το μόνο που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τον πολίτη.

Από την άλλη, ο φιλελεύθερος Αμερικανός που ψηφίζει το κόμμα των Δημοκρατικών, πιστεύει ότι η θανατική ποινή πρέπει να καταργηθεί, εφόσον αυτή έχει στην πράξη αποτύχει. Ακόμα και αν κάποιος θα μπορούσε να αποδεχθεί πως η θανατική ποινή δεν προσβάλλει τις στοιχειώδεις έννοιες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και πάλι αυτή δεν έχει πετύχει τους περιλάλητους στόχους της για μείωση της εγκληματικότητας και για αποτροπή της τέλεσης παρόμοιων εγκλημάτων. Στην αύξηση της εγκληματικότητας συντελεί αντίθετα η ελεύθερη οπλοκατοχή, η οποία δεν συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά μάλλον καταπάτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των άλλων.

Οπωσδήποτε δεν είναι όλοι οι ρεπουμπλικάνοι συντηρητικοί, ούτε και όλοι οι δημοκρατικοί φιλελεύθεροι με τον τρόπο που περιγράφονται στην παρούσα ανάλυση. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι οι εκλεγμένες ηγεσίες των δύο κομμάτων έχουν αναγάγει τα πιο πάνω θέματα σε κεντρικό άξονα της πολιτικής τους. Ο Νίξον, ο Ρήγκαν, ο Μπους, είχαν όλοι θέσει επίσημα ως κεντρικό άξονα της πολιτικής τους την επαναφορά της θρησκείας στην αμερικανική κοινωνία, την καταπολέμηση των εκτρώσεων και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας μέσα από την επιβολή της θανατικής ποινής. Ο στόχος για ένα Ανώτατο Δικαστήριο απαλλαγμένο από ακραιφνείς φιλελεύθερους δικαστές, συνιστούσε δεδηλωμένο στόχο κάθε ρεπουμπλικανικής κυβερνήσεως τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ο Τζορτζ Μπους ο Νεώτερος υπήρξε ο πρώτος που το κατάφερε.

Οι ηθικές αξίες του χριστιανικού πολιτισμού

Σύμφωνα με το δόγμα του χωρισμού εκκλησίας και πολιτείας που ισχύει στις ΗΠΑ, το Κογκρέσο δεν μπορεί να ψηφίσει οποιοδήποτε νόμο και η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, που θα προωθεί την εγκαθίδρυση ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκηση οποιασδήποτε θρησκείας. Σύμφωνα με το δόγμα του χωρισμού, το Αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο έχει απαγορεύσει όχι μόνο τη διδασκαλία των θρησκευτικών, αλλά και την προσευχή από τα σχολεία, ένα γεγονός που έχει χαρακτηριστεί ως ανωμαλία, εφόσον αποστερεί τους μαθητές από ένα σημαντικό μέρος της θεωρούμενης ως ηθικής διαπαιδαγώγησής τους.

Η εφαρμογή του χωρισμού εκκλησίας και πολιτείας, σε συνδυασμό με την απόφαση του Αμερικανικού Ανώτατου Δικαστηρίου να επιτρέψει τη διδασκαλία του δαρβινισμού στα σχολεία, οδήγησε ουσιαστικά στη διατύπωση της θεωρίας της γενέσεως (creationism) και αργότερα του έξυπνου σχεδιασμού (intelligent design), μιας αυτοαποκαλούμενης ως επιστημονικής θεωρίας, η οποία προσπαθούσε ουσιαστικά να τεκμηριώσει με επιχειρήματα βιολογίας και φυσικής τη θεωρία περί γενέσεως του κόσμου, όπως αυτή παρουσιάζεται στη Βίβλο. Το γεγονός ότι η θεωρία αυτή δεν υποστηριζόταν από θεολόγους, αλλά από Χριστιανούς επιστήμονες, βιολόγους και φυσικούς, αποτέλεσε το έναυσμα μιας έντονης πολιτικής πίεσης για διδασκαλία της θεωρίας στα σχολεία ως επιστημονικής, αντίθετα προς το δαρβινισμό. Η φιλελεύθερη θεωρία βέβαια αντέδρασε έντονα ισχυριζόμενη ότι η θεωρία της γένεσης δεν είναι επιστήμη, αλλά θρησκεία, περιβεβλημένη με ψευδοεπιστημονικά χαρακτηριστικά.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε τελικά ότι η θεωρία της γένεσης είναι θρησκεία και όχι επιστήμη και απαγόρευσε τη διδασκαλία της, μια απόφαση που χαιρετίστηκε από φιλελεύθερους θεωρητικούς, όπως ο Richards, D., Toleration and the Constitution, 1986, ο οποίος παρατήρησε πως η θεωρία της γενέσεως δεν είναι κριτικά και αξιολογικά ουδέτερη, αλλά ούτε και λογική. Αντίθετα ο Carter, S., Evolutionism, Creationism and Treating Religion as a Hobby, 1987, παρατήρησε ότι οι φιλελεύθεροι αδυνατούν να κατανοήσουν πως για τους θεωρητικούς της γένεσης η δαρβινική θεωρία είναι εντελώς εσφαλμένη και δεν δίστασε να διερωτηθεί για ποιο λόγο ένας ρεπουμπλικάνος ή ένας σοσιαλιστής μπορούν ελεύθερα να διδάσκουν την ιδεολογία τους στα σχολεία, ενώ αντίθετα οι Χριστιανοί δεν μπορούν.

Το πνευματικό παιδί του Ρόναλντ Ρήγκαν, ο Τζορτζ Μπους ο νεώτερος επέλεξε κατά τη δεύτερη θητεία του να δώσει τη χαμένη μάχη που στοίχισε περισσότερο στον ιδεολογικό του πατέρα και να διασφαλίσει την υποστήριξη των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων, ψηφοφόρων που σε ποσοστό 91% δήλωσαν ότι τον επανεξέλεξαν ως Πρόεδρο επειδή δηλώνει πίστη στην υπεροχή των δυτικών ηθικών αξιών και του χριστιανικού πολιτισμού. Κανένα ίσως ζήτημα δεν ενώνει τόσο τους ευαγγελιστές ρεπουμπλικάνους, όσο η επιθυμία για ανατροπή του δικαιώματος στην έκτρωση, το οποίο αναγνωρίστηκε με την περίφημη απόφαση Roe v. Wade. Και κανένας δικαστής δεν έχει πικράνει τους Ρεπουμπλικάνους τόσο όσο ο Harry Blackmun.

Με καταγωγή από τη Μινεσότα, ο Blackmun διορίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον Νίξον για να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τον τότε Πρόεδρο του Δικαστηρίου, κουμπάρο του και παιδικό του φίλο επίσης από τη Μινεσότα, Warren Burger, στη στήριξη της πολιτικής του Νίξον. Αντί αυτού ο Blackmun αναδείχθηκε σε σύμβολο της φιλελεύθερης διανόησης, και συγγραφέας μιας εκ των τριών διασημότερων αμερικανικών δικαστικών αποφάσεων του περασμένου αιώνα, της Roe v. Wade, της απόφασης με την οποία οι ηθικές αξίες των ευαγγελιστών παραγνωρίστηκαν και αναγνωρίστηκε πως η γυναίκα έχει δικαίωμα στην έκτρωση. Έκτοτε μέρος των Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών εκλέγεται, παρέχοντας στους ψηφοφόρους τους, μεταξύ άλλων, την υπόσχεση ότι δεν θα επιτρέψουν να εγκριθεί ξανά στο Ανώτατο Δικαστήριο, δικαστής ο οποίος θα στηρίζει την Roe v. Wade. Το όραμα για ανατροπή του δικαιώματος στην έκτρωση έχει γίνει για πολλούς ρεπουμπλικάνους συνώνυμο του οράματος για μια καλύτερη και πιο χριστιανική κοινωνία.

Η σύγκρουση για το Ανώτατο Δικαστήριο

 

Σε καμιά χώρα της Ευρώπης, η εκλογή δικαστών δεν συνιστά κορυφαία πολιτική σύγκρουση μεταξύ δύο αντιμαχομένων ιδεολογικών ρευμάτων, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Όταν το 1954, το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την Προεδρία του Earl Warren αποφάσιζε ομόφωνα, στη σημαντικότερη αμερικανική δικαστική απόφαση του περασμένου αιώνα, την Brown v. Board of Education, ότι η εγκαθίδρυση χωριστών δημόσιων σχολείων για λευκούς και μαύρους μαθητές βρισκόταν σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας, μια νέα εποχή ξεκινούσε για την αμερικανική κοινωνία. Μια εποχή κατά την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο θα βρισκόταν σε πρωταγωνιστικό ρόλο για τις πολιτικές εξελίξεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις καθημερινά, είτε αυτές αφορούν στο Γκουαντάναμο, είτε στην αποκάλυψη των μαγνητοταινιών του Watergate, είτε στον πόλεμο του Ιράκ, είτε εκλέγοντας ουσιαστικά τον Μπους ως Πρόεδρο στην πασίγνωστη απόφαση Μπους v. Γκορ, μια απόφαση που έτυχε ενδελεχούς κριτικής και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διχάζει τον νομικό και πολιτικό κόσμο της χώρας. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ συνιστά αρκετά συχνά ερευνητικό αντικείμενο των δημοσιογράφων, περισσότερο από ότι των δικηγόρων, ακριβώς διότι οι αποφάσεις του είναι εκ προοιμίου πολιτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο δημοσιογράφος της Ουάσιγκτον Ποστ, Bob Woodward που μαζί με τον Carl Bernstain αποκάλυψαν το σκάνδαλο του Watergate, υπήρξε εκείνος που ξεκίνησε το 1979 την τάση συγγραφής συχνά αμφιλεγόμενων δημοσιογραφικών αποκαλύψεων σχετικά με το ρόλο και την εσωτερική λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το βιβλίο του Woodard, The Brethren, συνιστά ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα της δημοσιογραφίας, και αποκαλύπτει με ενάργεια τις εσωτερικές συγκρούσεις του Δικαστηρίου.

Από το 2006 και τον διορισμό του John Roberts ως Προέδρου και του Samuel Alito ως μέλους του Δικαστηρίου στη θέση της Sandra Day O’ Connor, το Δικαστήριο έχει στραφεί οριστικά προς την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων. Ο Μπους κατάφερε εκεί που ακόμα και ο Ρήγκαν είχε αποτύχει: Στην δημιουργία ενός συντηρητικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ικανού να ανατρέψει οριστικά τα νομολογιακά προηγούμενα που άφησαν κληρονομιά άνθρωποι όπως ο Warren, ο Brennan, ο Marshall, ο Douglas και ο Blackmun. Στην απόφαση District of Columbia v. Heller του περασμένου Ιουνίου, το Ανώτατο Δικαστήριο με πλειοψηφία 5 – 4, αποδέχθηκε για πρώτη φορά, ότι το αμερικανικό Σύνταγμα προστατεύει το δικαίωμα στην οπλοκατοχή, μια απόφαση που σηματοδοτεί ότι το μέλλον, ανεξάρτητα από το ποιος Πρόεδρος θα εκλεγεί, είναι δυσοίωνο για τους φιλελεύθερους.

Ήδη εξάλλου, ο φιλελεύθερος δικαστής John Paul Stevens είναι 88 ετών και λογικά σύντομα ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ θα κληθεί να προβεί στην αντικατάστασή του. Τυχόν διορισμός νέου συντηρητικού δικαστή, θα ήταν καταστροφικός για τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς. Ο Ομπάμα έχει ορθά αποφύγει μια σύγκρουση στη βάση των κυρίαρχων αξιών της αμερικανικής κοινωνίας, μια σύγκρουση που στοίχισε την ήττα τόσο στον Γκορ, όσο και στον Κέρι. Το ερώτημα όμως παραμένει κατά πόσο μετά την ενδεχόμενη νίκη του, θα κατορθώσει να επαναφέρει την αμερικανική κοινωνία στο δρόμο του φιλελευθερισμού.

2 Comments

  1. Pingback
  2. MarketingCy
    10 Φεβρουαρίου 2016 13:06

    Η κόντρα μεταξυ ρεπουμπλικανων και δημοκρατων καλα κρατει, με ριζες φυσικα στο «divide and conquer» των αδερφων τους Αγγλων.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>