Γράφει:

Κριτικές με ΑΠΟΨΗ

Ιωάννα Κλειασίου:

«Και η βρόχα έπιπτε … στρέητ θρου»

Βίος και Πολιτεία Γιώργου Ζαμπέτα

του Φώτη Π. Βασιλείου

Συνήθως τα βιβλία που στηρίζονται σε αφηγήσεις λαϊκών καλλιτεχνών ακροβατούν αποτυχημένα ανάμεσα στην αυτοδικαίωση και την αγιογραφία, σπανίως εκπληρώνουν τις προσδοκίες που δημιουργούν και αφήνουν την πικρή γεύση της διάψευσης. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση: Το βιβλίο της Ιωάννας Κλειασίου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Ντέφι”, είναι εξαιρετικό και η αφήγηση του Γ. Ζαμπέτα συναρπαστική. Εδώ έχουμε ένα από τα καλύτερα -ίσως το κορυφαίο και σαφώς το πληρέστερο- βιβλίο για λαϊκό μουσικό.

Ο Γ. Ζαμπέτας γεννήθηκε το 1925. Βέρος Αθηναίος, άνθρωπος της γειτονιάς, λαϊκός και γνήσιος, ντόμπρος, χιουμορίστας, αθυρόστομος, βαθιά ευαίσθητος, επιβίωσε από χίλιες-δυο δυσκολίες και κατάφερε να φτάσει πολύ ψηλά. Σε πιάνει ίλιγγος διαβάζοντας την διεθνή του καριέρα: Έπαιξε στις πέντε ηπείρους, σολίστ σε συμφωνικές ορχήστρες και μόνος, μπροστά σε βασιλιάδες, προέδρους, πρωθυπουργούς, δικτάτορες, μεγιστάνες, αστέρες του σινεμά. Ακόμα και μπροστά στον σάχη του Ιράν. Όλα εξιστορούνται απλά, ήρεμα, ισότιμα με τις βραδιές στον «Κήπο του Αλλάχ» και τα «Ξημερώματα».

Αυτά σαν σολίστας, σαν μπουζουξής. Διότι ο Ζαμπέτας ήταν περιζήτητος σολίστας. Με την καθαρή, κρυστάλλινη, ζαμπετική πενιά του. Έπαιξε για όλους τους συνθέτες μας με πρώτο και καλύτερο τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος τον γούσταρε και σύχναζε στα μαγαζιά του. Και φυσικά τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, που τον αγαπούσε πολύ, τον Πλέσσα, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λεοντή και άλλους. Στο βιβλίο υπάρχει και η γνωστή ιστορία με τον Θεοδωράκη με τη “Γειτονιά των Αγγέλων”.

Ο Ζαμπέτας όμως έκανε μεγάλη καριέρα και σαν συνθέτης. Τα πρώτα του τραγούδια (Σαν σήμερα σαν σήμερα, Βαθιά στη Θάλασσα θα πέσω, κ.ά.) ήταν στο ύφος που είχε πέραση το ’50. Γρήγορα, όμως, βρήκε τη δική του φωνή. Και έγραψε δεκάδες τραγούδια, που παραμένουν επιτυχίες ακόμα και σήμερα και συνεχίζουν να παίζονται στα πάλκα και μαζί και άλλα, εξίσου σπουδαία, που έχουν μείνει πιο δίπλα, γιατί η extra light εποχή μας δεν τα σηκώνει. Και όλα αυτά χωρίς να παρασυρθεί από τις σειρήνες του τουρκογύφτικου, του ινδικού ή του εύκολου τραγουδιού, που και εκείνη την εποχή εγγυόταν σίγουρη επιτυχία.

Του άρεσε να βοηθά τους νέους και με τα τραγούδια του ξεκίνησαν και απογειώθηκαν πολλές καριέρες: Μοσχολιού, Μητροπάνος, Κόκοτας, Μαρινέλλα -ποιον να πρωτοπούμε; Βοηθούσε, όμως, και τους παλιούς. Υπεραγαπούσε τον Στράτο Παγιουμτζή και τον έπαιρνε πάντα στις δουλειές του. Και τον Μάρκο, όταν περνούσε τα δύσκολα, και άλλους.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι μεγάλοι του νεοελληνικού τραγουδιού: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Μπιθικώτσης, Καζαντζίδης και μύριοι άλλοι. Όλοι. Ιστορίες τραγουδιών και ανθρώπων. Μικροϊστορία. Και για όλους έχει να πει ένα καλό λόγο. Όχι, δεν εξωραΐζει την κατάσταση. Και τα παράπονά του τα διατυπώνει, και τις διαφωνίες, τους τσακωμούς, τις αδικίες, όλα τα αναφέρει. Αλλά ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος είναι πάντα αγαπητικός. Δεν αφήνει την πικρία να θολώσει την εικόνα του άλλου. Αγαθή καρδιά!

Μην το θεωρείτε δεδομένο: Μια ματιά στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν με αφηγήσεις του Καζαντζίδη αν ρίξετε, θα καταλάβετε.

Στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα: Η ιστορία του μπουζουκιού, τρίχορδου και τετράχορδου, των μαγαζιών, των συνοικιών, των ηχογραφήσεων, που θα ενθουσιάσουν τους φίλους του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού. Αυτό που απουσιάζει είναι η ιδιωτική ζωή. Ο Ζαμπέτας σπανίως αναφέρεται σε προσωπικά ζητήματα δικά του και άλλων. Το κάνει μόνο όταν αυτό υπηρετεί την κύρια αφήγηση και χωρίς ποτέ να καταντάει κουτσομπόλης ή ηθικολόγος.

Για να ολοκληρωθεί το βιβλίο, η Ι. Κλειασίου συναντούσε καθημερινά τον Ζαμπέτα για δυο χρόνια και άκουγε τις αφηγήσεις του. Δεκάδες κασέτες. Αυτές τις επεξεργάστηκε, έλεγξε χρονολογίες, ονόματα και τα άλλα στοιχεία και έβαλε τις αφηγήσεις στη σειρά σεβόμενη το ύφος του Ζαμπέτα. «Χρησιμοποιούσε υπέροχες ελληνικές λέξεις, ξεχασμένες και άγνωστες στο φτωχό λεξιλόγιο του νεοέλληνα. Έλεγε λέξεις “αργκό” ανακατεμένες με αμερικάνικες “ελληνικούρες” και πολλές φορές έφτιαχνε λέξεις δικές του!», σημειώνει η Κλειασίου στην εισαγωγή της. Πράγματι, καιρό είχα να διαβάσω ένα τόσο ωραίο, πλούσιο, ρέον ελληνικό κείμενο.

Στο παράρτημα του βιβλίου έχουν συγκεντρωθεί φωτογραφίες, χειρόγραφα, η δισκογραφία και η φιλμογραφία του Γ. Ζαμπέτα -ανεκτίμητο βοήθημα για όλους που αγαπάμε το λαϊκό τραγούδι. Το βιβλίο συνοδεύει και CD με τον Ζαμπέτα να σολάρει σε μουσικές Χατζιδάκι, και Ξαρχάκου. Ωραία θα ήταν αν περιλάμβανε και αποσπάσματα από τις συνομιλίες του Ζαμπέτα με την συγγραφέα.

Χίλια Περιστέρια

Στίχοι: Ιωάννα Κλειάσιου

Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας

Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ζαμπέτας

Πήρα λουλούδια κι έπλεξα

στεφάνι να σου κάνω

κι ένα άσπρο σύννεφο

κι ένα άσπρο σύννεφο

εκεί για να σε βάλω

Και χίλια περιστέρια

να σου φιλούν τα χέρια

κι εγώ να σ” αγαπώ

κι εγώ να σ” αγαπώ

Πήρα απ’ τ” αηδόνια τις φωνές

να λέω τ” όνομά σου

και από χίλια αρώματα

και από χίλια αρώματα

έφτιαξα τ” άρωμά σου

Πήρα των αστεριών το φως

χρυσάφι να σε ντύσω

την αγκαλιά μου άνοιξα

την αγκαλιά μου άνοιξα

εκεί για να σε κλείσω

 

Ο τελευταίος σταθμός, Τζέι Παρίνι

της Ιωάννας Χατζηκωστή

Γύρω στα 1910, λίγο πριν τις κοσμογονικές αλλαγές στη Ρωσία, μετά την έκδοση των βιβλίων «Άννα Καρένινα» και «Πόλεμος και ειρήνη», ο Λέων Τολστόι είναι, χωρίς αμφιβολία, ο διασημότερος συγγραφέας στον κόσμο και ο σημαντικότερος άνθρωπος στην Ρωσία. Το βιβλίο παρουσιάζει τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Τολστόι και το τίμημα όλης αυτής της δόξας, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που καταγράφονται στα ημερολόγια του Ρώσου συγγραφέα, της γυναίκας του, των μαθητών του, του γιατρού του, της κόρης, του γιου του κ.ά.

Το βιβλίο, εν μέρει μυθοπλασία και εν μέρει αλήθεια, παρουσιάζει τον Τολστόι σαν έναν άνθρωπο βαθιά σκεπτόμενο και με ουσιαστικές αναζητήσεις, ο οποίος θέλοντας απεγνωσμένα να βρει την γαλήνη στο τέλος της ζωής του, προσπαθεί να ξεφύγει από όλους τους επίγειους δεσμούς που τον περιορίζουν. Μακριά από την γυναίκα του και την προβληματική σχέση τους, τα δεκατρία παιδιά του, τους ανθρώπους του Τύπου που τον λυμαίνονται, τους φανατικούς Τολστοϊκούς της αυλής του-οι οποίοι καταλήγουν να είναι Τολστοϊκότεροι του ίδιου του Τολστόι με τρόπο κουραστικό-, ο συγγραφέας σε μεγάλη πια ηλικία επιχειρεί μια δραματική τελική έξοδο από την ζωή.

Πρόκειται για δυνατό ιστορικό μυθιστόρημα χαρακτήρων που κινείται σε δύο πόλους. Πάνω από τις όποιες ανθρώπινες αδυναμίες και μικρότητες χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα της αυλής του, τις άγριες αλλά υπόγειες μάχες που διεξάγονται για την περιουσία και τα πνευματικά δικαιώματα του μεγάλου συγγραφέα, πάνω από όλα στέκει ξέχωρα και σε λαμπρό λαμπρότατο- φως η μορφή του Τολστόι, όπως διαγράφεται και μέσα από το ίδιο το έργο του. Συντονισμένος με ό,τι πιο υψηλό, αγνό και ωραίο, σε μια πορεία αυτοπραγμάτωσης που ξεπερνά και διαπερνά με τρόπο συγκλονιστικό τα επίγεια στέκεται ο Τολστόι. Ενας άνθρωπος που επιθυμεί να πεθάνει μόνος μακρυά από όσους αγάπησε ακριβώς γιατί η αγάπη του για αυτούς έχει φτάσει στην ολοκλήρωση, στην Θέωση. Ο θάνατος δεν τον τρομάζει, για τον Τολστόι αυτό που εμείς θεωρούμε ως «τέλος» είναι απλά μια ακόμη από τις πολλές και ωραίες μεταμορφώσεις της ζωής.

Αυτά στην άσπρη πλευρά του βιβλίου. Στην μαύρη βρίσκει κανείς την αυλή του Τολστόι. Το θέμα εκεί είναι η εγκατάλειψη του ατόμου από το ίνδαλμα του, η εγκατάλειψη από τον άνθρωπο από τον οποίο, πνευματικά, υλικά ή άλλως πως παίρνεις όλο το φως σου. Εκεί βλέπει κανείς τον τρόμο του να μένεις στα σκοτεινά, επειδή έμαθες και αφέθηκες να είσαι ετερόφωτος. Το πρόβλημα αυτό γεννάται στην αυλή του Τολστόι στους Πολλούς λίγο πριν τον θάνατο του Ενός. Κάποιοι από την αυλή του θα μπορέσουν να ζήσουν χωρίς τον Τολστόι αλλά άλλοι όχι, για αυτό και στο τέλος γραπώνονται ασφυκτικά πάνω του. Όσοι δεν θα τα κατάφερουν να επιβιώσουν χωρίς αυτόν είναι γιατί δεν κατάλαβαν ποτέ το φως του Τολστόι. Δεν κατάφεραν να δουν ότι η περιουσία του Τολστόι δεν ήταν στα πνευματικά δικαιώματα αλλά στο Πνεύμα.

Ο ίδιος τρέχοντας να ξεφύγει από ό,τι τον περιορίζει, θα πεθάνει τελικά σε ένα φτωχικό καλυβάκι, το σπίτι του σταθμάρχη ενός μικρού σταθμού τρένου στα βάθη μιας τεράστιας χώρας, στην κατατρεγμένη πορεία του προς την Ελευθερία. Τις τελευταίες του ώρες, στον τελευταίο σταθμό του τίτλου του βιβλίου, θα μαζευτεί έξω από αυτό το ταπεινό καλυβάκι ολόκληρη η Ρωσία, να υποκλιθεί στο Πνεύμα που πέρασε από δίπλα τους και τους άγγιξε, έστω και λίγο.

 

Ο μπακαλόγατος ή της κακομοίρας της Σοφίας Πατσέλλη

Η Σοφία Πατσέλλη είναι φιλόλογος

Σαράντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Κώστας Χατζηχρήστος έγραψε ιστορία στον ρόλο του πανέξυπνου και ταυτόχρονα αφελούς Ζήκου στην φαρσοκωμωδία των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου «Ο μπακαλόγατος ή της κακομοίρας» . Η ταινία μεταφέρεται για δεύτερη χρονιά φέτος στο σανίδι του θεάτρου “Μουσούρη” στην Αθήνα, σε σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη, ο οποίος με τις πασίγνωστες πλέον ατάκες του Ζήκου καταφέρνει να άρει τις αναστολές και να παρασύρει σε αυθόρμητα γέλια ακόμα και την πιο σοβαρή φυσιογνωμία.

Τολμηρός ο Πέτρος Φιλιππίδης, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τον μεγάλο μας κωμικό, για να ενσαρκώσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, τον ρόλο του εφευρετικού μικρού που ήρθε από την επαρχία για να γίνει, στο μπακάλικο του κυρ Παντελή, το παιδί για όλες τις δουλειές. Το «κωμικό» του έργου δεν συνίσταται τόσο στην ιστορία του ερωτοχτυπημένου Ζήκου ούτε στους γεροντο-έρωτες του αφεντικού του και στις ανατροπές των σχεδίων τους, αλλά ούτε και στις αφελείς ατάκες τους, όσο στον τρόπο που όλα αυτά παρουσιάζονται. Η ικανότητα του Πέτρου Φιλιππίδη να προκαλεί γέλιο χωρίς καν να αρθρώσει λέξη, μόνο με τις γκριμάτσες ή τις χειρονομίες του, είναι ένα από τα βασικά συστατικά της συνταγής για την επιτυχία. Άξιοι συμπρωταγωνιστές του οι Τάσος Κωστής, Χριστίνα Τσάφου, Γιώργος Λέφας, Γιάννης Δεγαΐτης, Σπύρος Πούλης, Θάλεια Ματίκα, Αλίνα Κοτσοβούλου, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ειρήνη Τσιάρη, Θανάσης Τσαλταμπάσης, ενώ τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά και τα κουστούμια του Γιάννη Μετζικώφ μεταφέρουν χαριτωμένα το κλίμα της εποχής του ’60.

Κανείς δεν θα μπορέσει να κατανοήσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση της Πλατείας Καρύτση, ούτε και της ατελείωτες ουρές στην Χρήστου Λαδά, αν δεν γίνει κοινωνός αυτού που συντελείται μέσα στο θέατρο.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>