Γράφει:

Ενδιαφερόμαστε πραγματικά για ό,τι συμβαίνει γύρω μας;

της Μαρίας Υψηλάντη

Ο σύγχρονος τηλεθεατής παρακολουθεί σε καθημερινή βάση παντοειδείς εικόνες βίας από τους δέκτες του. Η σημερινή βία, ειδικά η πολεμική, αν και πιο «πολιτισμένη» σε σχέση με το παρελθόν (με την έννοια ότι υπόκειται σε περισσότερους περιορισμούς, εξ αιτίας του κάποιου εκπολιτισμού των ηθών), εξαπλώνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα και είναι περισσότερο ορατή λόγω της τεχνολογίας α) του πολέμου, που αφανίζει μεγαλύτερους αριθμούς με λιγότερη προσπάθεια και β) των μέσων μαζικής επικοινωνίας που την αναμεταδίδουν ανά την υφήλιο.

Παρακολουθούμε λοιπόν τις εξελίξεις από τα φλεγόμενα μέτωπα του πλανήτη με νεκρούς και τραυματίες να παρελαύνουν μπροστά μας υπό τη δημοσιογραφική κάλυψη ανταποκριτών που ασθμαίνουν και τονίζουν αυτάρεσκα την επικινδυνότητα της αποστολής τους δείχνοντας έτσι (αν και πασχίζουν να μας πείσουν για το αντίθετο) πόσο λίγο ενδιαφέρονται για τη μοίρα των θυμάτων που τους περιβάλλουν και πόσο πολύ κόπτονται για την προσωπική τους προβολή. Αλλά και εμείς ως θεατές δεν πάμε πίσω σε απάθεια. Ο εθισμός σε τέτοια θεάματα έχει αμβλύνει τις αισθήσεις και παραλύσει τα αισθήματά μας: Εφόσον είναι τόσο συχνές παρόμοιες εικόνες έχουμε «πάρει απόφαση» ότι αυτά συμβαίνουν, με αποτέλεσμα ούτε να μας εκπλήττουν, ούτε να μας σοκάρουν, ούτε, δυστυχώς, και να μας συγκινούν. Εδώ θα θυμηθώ με θλίψη και την προβολή από την ΕΡΤ του κανονικού μουσικοχορευτικού της προγράμματος σε χρονική απόσταση λίγων εβδομάδων από τις ολέθριες πυρκαγιές του 2007 με τις δεκάδες των θυμάτων στην Ηλεία. Είναι ασφαλώς και αδύνατον και λανθασμένο να απαιτηθεί η επ” άπειρον συνέχιση του εθνικού πένθους όμως είναι τουλάχιστον αψυχολόγητο, για να μην πω ενδεικτικό μιας γενικής αναλγησίας, να σκορπίζεται ένα τεχνητό κέφι από κρατικό επικοινωνιακό φορέα με νωπή ακόμα μια εθνική βιβλική καταστροφή. Από τους ιδιωτικούς σταθμούς, που ούτως ή άλλως φημίζονται για την ανύπαρκτή τους ηθική και αισθητική, δεν μπορούμε ούτε να ζητήσουμε το λόγο, ούτε να περιμένουμε τίποτα καλύτερο.

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: είναι μόνο σημερινό φαινόμενο η αδιαφορία; Αναμφισβήτητα οι συνθήκες της σύγχρονης ζωής διευκολύνουν την μεγιστοποίηση του ατομικισμού· αυτή η παγκόσμια πραγματικότητα είναι και ελληνική. Η συνείδηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, η ολιγαρκής διαβίωση στην ύπαιθρο, η πολυμελής οικογένεια με τους ισχυρούς εσωτερικούς της δεσμούς αντικα-ταστάθηκαν από την μοναχικότητα, την γεμάτη υλικές απαιτήσεις ζωή στην πόλη, και την πυρηνική οικογένεια της οποίας τα μέλη αποκόπτονται αργότερα ή γρηγορότερα και ακολουθούν τον ανεξάρτητό τους δρόμο δυσφορώντας για τυχόν παρεμβάσεις και «ενοχλήσεις» στην ζωή τους από οποιονδήποτε, ακόμα και τον στενότερο, συγγενή. Για όλους αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτόν του ως μονάδα και όχι ως μέλος του συνόλου και αισθάνεται δέκτης πιέσεων από κάθε κατεύθυνση (διαφημίσεις, συγκρίσεις με φίλους και συναδέλφους, περιρρέουσα ατμόσφαιρα) για συνεχή ανύψωση του βιοτικού και κοινωνικού του επιπέδου. Έτσι, απορροφημένος από τον εαυτόν του και από τις δικές του, επίπλαστες σε μεγάλο βαθμό, ανάγκες, ακούει όσα συμβαίνουν στον κόσμο λίγο πολύ μηχανικά και μέσα στα πλαίσια της (και πάλι επιβεβλημένης από την αμείλικτη συνήθεια) ανάγκης για ενημέρωση χωρίς την οποία κινδυνεύει να θεωρηθεί ελαττωματικός και καθυστερημένος. Η εγωκεντρικότητα αυτή εκφράζεται με ποικίλους τρόπους. Με την γαϊδουριά της συμπεριφοράς των οδηγών που το μόνο τους μέλημα είναι να μην χάσουν τη άνεση του παρκαρίσματος και καταλαμβάνουν το πεζοδρόμιο αδιαφορώντας για το αν εμποδίζουν κινούμενους σε δύο πόδια ή σε αναπηρικά καροτσάκια (εδώ οι Έλληνες, και ακόμα περισσότερο στην Κύπρο, με τη γνωστή βαρβαρότητα της απόλυτης εξάρτησης από το όχημα, έχουν την πρωτοκαθεδρία) με την αδιαφορία για την καταστροφή του περιβάλλοντος, όταν για να αποφευχθεί αυτή πρέπει να βγούμε λίγο απ” τη βολή μας με την ιδεοληψία για διάκριση και με το αδίστακτο «καπέλωμα» των άλλων με τη ζωή μέσα σε χυδαίο νεοπλουτισμό με την κενόδοξη εμμονή της αυτοπροβολής.

Αλλά και όσοι δεν βλέπουμε τον εαυτόν μας σε μια τέτοια περιγραφή, είμαστε άραγε περισσότερο ευαισθητοποιημένοι σε σχέση με τους γύρω μας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που αναλάβαμε μια πρωτοβουλία ή έστω συμμετείχαμε σε μια προσπάθεια, ακόμα και απειροελάχιστη, με σκοπό την αποκατάσταση ενός λάθους, την διαμαρτυρία για μια αδικία (όχι που να αφορά εμάς όμως!) ή την προσφορά βοήθειας, χρηματικής, ηθικής ή οποιασδήποτε άλλης; Ακόμα και αν δηλώνουμε πως μας αγγίζουν τα προβλήματα των άλλων, σπάνια προχωρούμε σε ανιδιοτελή δράση υπέρ αυτών, γιατί μεγάλο χάσμα χωρίζει θεωρία από πράξη, και γιατί, στο κάτω-κάτω «έχουμε και τα δικά μας να κοιτάξουμε». «Όταν έχεις εσύ έχω κι εγώ, όταν έχω εγώ έτσι είν” ο κόσμος», λέει μια παροιμία: Η δημώδης σοφία βγαίνει από τα βάθη των αιώνων, συνεπώς η τάση να απαιτούμε να συμπάσχουν με εμάς οι άλλοι χωρίς να κάνουμε και εμείς το ίδιο φαίνεται να είναι παλιό φαινόμενο. Είναι δυστυχώς λοιπόν στη φύση του ανθρώπου η οκνηρία προς την αρωγή, και αυτή η οκνηρία σήμερα ευνοείται και διογκώνεται από τις συνθήκες της ζωής που περιγράφτηκαν παραπάνω. Και ίσως αυτό φανεί οξύμωρο όταν αναλογισθεί κανείς ότι με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επικοινωνιών πληθαίνουν οι κοινωφελείς οργανισμοί και οι συλλογικές κινήσεις για την υποστήριξη των ευρισκομένων σε ανάγκη. Ελπιδοφόρα είναι πράγματι η ανάμειξη πολλών σε αυτές, όμως οι αριθμοί τους και ο ζήλος τους δεν αρκούν για να ακυρώσουν την εικόνα της αδράνειας και της αδιαφορίας που χαρακτηρίζει σε γενικές γραμμές τον μέσο άνθρωπο για ό,τι βρίσκεται έξω από τον μίζερο μικρόκοσμό του.

 

Η Μαρία Υψηλάντη είναι Λέκτορας Αρχαίων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>