Γράφει:

Εργολάβοι λήθης

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

 

Η κ. Ρεπούση μας απασχόλησε πριν από έναν χρόνο με το σχολικό της βιβλίο που αμφισβητήθηκε από σχεδόν όλες τις ιδεολογικές σχολές για την Ιστορία, πλην ορισμένων ατομικών περιπτώσεων που της συμπαραστάθηκαν. Προσωπικά είμαι αντίθετος με την απόσυρση του πονήματός της, με την προϋπόθεση ότι θα έχει εισαχθεί στην Εκπαίδευση το πολλαπλό βιβλίο. Έχω κι άλλοτε επιχειρη-ματολογήσει γι΄ αυτή την απαράδεκτη (κληρονομιά του μεταξικού καθεστώτος) αλλά βολική για τις εξουσίες, όλες τις εξουσίες, κάθε απόχρωσης, ιδιοποίηση της γνώσης. Αλλά βέβαια το πολλαπλό βιβλίο θέλει και άλλου τύπου εκπαιδευτικούς, να ξέρουν να επιλέγουν, να συγκρίνουν, να συζητούν και, βέβαια, να ρισκάρουν. Επανέρχομαι.

Η κ. Ρεπούση εκκινεί από μία απόπειρα του υπουργού Παιδείας της Κύπρου που με εγκύκλιό του θέλησε να ευνοήσει συνθήκες προσέγγισης μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μαθητές. Οι προθέσεις του υπουργού βρήκαν πολλές αντιρρήσεις. Η κ. Ρεπούση εξαιτίας αυτού του γεγονότος αναπτύσσει μια συζητήσιμη ιστορικά και παιδαγωγικά μέθοδο που δεν πρέπει να περάσει ασχολίαστη: σχολιάζει αρνητικά ότι ο σύγχρονος Κύπριος μαθητής ζει και κινείται στο σχολικό του περιβάλλον ανάμεσα σε τεκμήρια ιστορικής μνήμης που τον εγκλωβίζουν στην υποχρέωση να αντιμετωπίζει την τραγωδία της χώρας του ως καθήκον μνήμης.

Σχολιάζει ειρωνικά, αρνητικά, ότι «τα παιδιά πρέπει να θυμούνται την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και να αγωνίζονται για την επιστροφή τους στην πρότερη της εισβολής κατάσταση, να θυμούνται τον ξεριζωμό των Ελληνοκυπρίων από τα σπίτια τους και να διεκδικούν την επιστροφή τους σ΄ αυτά, να λογαριάζουν τους χαμένους ανθρώπους για αγνοούμενους για να μην αναγνωρίζουν τα τετελεσμένα… (Τα παιδιά) πρέπει να θυμούνται όσα (η ελληνοκυπριακή πλευρά) προκάλεσε στους Τουρκοκυπρίους για να εθνοκαθάρει τη Μεγαλόνησο από το «σύνοικον» στοιχείο, όσα προηγήθηκαν της τουρκικής εισβολής, όσα καλύπτει η οδύνη της τραγωδίας, όσα κρύβουν τα ομαδικά μνήματα. Ό,τι πάει να αμφισβητήσει αυτήν την ακλόνητη ισορροπία μνήμης και λήθης, να ανοίξει μια συζήτηση πέρα από τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος, να απαλλάξει, ίσως, την εκπαίδευση από το βαρύ φορτίο αυτής της απόλυτα μεροληπτικής εκδοχής του παρελθόντος, να ιστορικοποιήσει τις εμπειρίες και τα βιώματα ενός λαού που διχάστηκε, βρίσκεται στο στόχαστρο των εργολάβων της μνήμης»!!

Αν αντιλαμβάνομαι καλά η κ. Ρεπούση πιστεύει πως στην κυπριακή μαθητιώσα νεολαία κρύβει κανείς ότι την τραγωδία της Νήσου προκάλεσε η χούντα των Αθηνών. Κρύβει κανείς ότι οργανώθηκε πραξικόπημα και αποπειράθηκαν κάποιοι προδότες Έλληνες και Ελληνοκύπριοι να δολοφονήσουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ότι αυτοανακηρύχτηκε ψευδοπρόεδρος ένας εγκάθετος της χούντας. Ή αγνοούν πως σ΄ έναν πόλεμο (να τον ονομάσω αν όχι εμφύλιο, συνοίκειον) υπάρχουν θύτες και θύματα, εγκλήματα και αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις; Αλλά, αφού οι Ελληνοκύπριοι μαθητές θα πρέπει να πάψουν να αναζητούν την επιστροφή στα μέρη που γεννήθηκαν οι πατέρες τους, αφού πρέπει να αποδεχτούν τα τετελεσμένα, τι νόημα έχει η πάγια, όλων των πτερύγων της πολιτικής ζωής, Ελλάδος και Κύπρου, θέση περί στρατού κατοχής και ανακήρυξης ως κράτους ενός ψευδοκράτους.

Η κ. Ρεπούση, πανεπιστημιακός δάσκαλος μελλόντων εκπαιδευτικών της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης, έχει λύσει το Κυπριακό. Και μας ζητάει να ξεχάσουμε ό,τι μας τρώει και μας παροξύνει την μνήμη, να ξεχάσουμε τους νεκρούς μας και τους αγνοουμένους μας (ως τετελεσμένα πράγματα) και να αποδεχτούμε ότι έχουμε αποκρύψει από τα παιδιά μας τα ομαδικά μνήματα, όπου, βέβαια, έχουν παραχώσει τα «θύματα» της εθνοκάθαρσης.

Ποιο καθήκον μνήμης πρέπει να αποσκορακίσουν οι Κύπριοι μαθητές; Γιατί είναι εργολάβος μνήμης μια Εκπαίδευση που σε κάθε βήμα ο μαθητής αντικρύζει τείχη, ξενικά κατοχικά φυλάκια και εν επάρσει την κατοχική σημαία; Ποια τετελεσμένα έχουν πάρει πλέον και νομική διεθνή μορφή ώστε ο Κύπριος μαθητής που οι γονείς του μεγάλωσαν, δημιούργησαν περιουσίες στα κατεχόμενα θα πρέπει να απεμπολήσει το καθήκον να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα; Η κ. Ρεπούση αγνοεί πως τα Διεθνή Δικαστήρια έχουν δικαιώσει και εκδώσει αποφάσεις όπου αναγνωρίζονται σε Ελληνοκυπρίους αποζημιώσεις και κληρονομικά δικαιώματα; Ποια ιστορική μέθοδος είναι αυτή που, μιας διεθνούς και μάλιστα των Ηνωμένων Εθνών ανοιχτής διαπραγμάτευσης διαδικασία, σπεύδει να ονομάσει και μάλιστα να συμπεριλάβει στην σχολική ύλη ένα πρόβλημα ως λυμένο; Και μάλιστα χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι είναι καιρός πια να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος.

Τώρα μπορεί κανείς να καταλάβει πώς η ιστορική εργολαβία της λήθης μετέτρεψε τον πανικό και την ασφυξία του λιμανιού της Σμύρνης σε συνωστισμό ουράς προσκυνητών τον Δεκαπενταύγουστο για την Τήνο!

Αλλά τι θα γίνει με τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ζωγράφους της Κύπρου; Τι θα γίνει με τα υπέροχα ποιήματα του μεγάλου Κώστα Μόντη, τι με τη βραβευμένη ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, με τα σπαρακτικά ποιήματα του Πασιαρδή, τα σπουδαία πεζά του Λεύκιου Ζαφειρίου, τα δοκίμια του αείμνηστου Ανδρέα Χριστοφίδη, τις συνταρακτικές φωτογραφίες του μακαρίτη φίλου Ανδρέα Μαλέκου, όπως και τις εργασίες του Μιχάλη Πιερή και του ιστορικού πανεπιστημιακού και πρέσβη Γιώργου Γεωργή; Εργολάβοι μνήμης κι αυτοί; Γιατί όχι; Κι αν ακόμη βρεθούν εργολάβοι λήθης και φιμώσουν τη μνήμη των νεωτέρων, πώς θα εμποδίσουν την λειτουργία της μνήμης μέσα από την υψηλής τάσης συχνότητα της ποιητικής γλώσσας; Καταγράφω εδώ μερικές ψηφίδες από τα σύντομα του Μόντη με τίτλο, ΜΝΗΜΗ: «Τι λαμβάνει άραγε υπόψη που δεν λαμβάνουμε εμείς/ Τι δε λαμβάνει άραγε υπόψη που λαμβάνουμε εμείς/ Τι πείρα έχει που δεν την έχουμε εμείς/ και διαγράφει και υπογραμμίζει κατά το δοκούν;». «Εμείς τα ζήσαμε/ κι αν θες θυμήσου τα/ αν θες μην τα θυμηθείς». «Έχει τα δικά της κριτήρια/ τι να κρατήσει και τι ν΄ απορρίψει/ Δεν δέχεται οδηγίες»!! Και από ένα «Γράμμα στην Μητέρα»: «Ποιους ήλιους βασάνιζαν χτες οι Τούρκοι στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ ποιους στίχους βασάνιζαν χτες στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ και μου μεταγγίζονταν/ και δυσπνοούσα/ κι αρρυθμούσα;».

Και ένα άκρως εκπαιδευτικό που πιθανόν ένας εργολάβος της μνήμης θα το ανθολογούσε σε αναγνωστικό του Δημοτικού, απ΄ όπου θα το εξοβέλιζε η κ. Ρεπούση. «ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ»: «Μένουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σχολείου και το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν» (Έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για την τουρκική εισβολή):

«Κοιτάζουν ένα γύρο τους χάρτες και τα θρανία/ κοιτάζουν τον πίνακα που ΄γραφαν τα πρώτα τους γράμματα/ ξαναβλέπουν ένα γύρο τους παλιούς φίλους/ ξανακούν ένα γύρο τις παλιές φωνές/ ξανακούν το κουδούνι του διαλείμματος».

Καθήκον μνήμης στον ορίζοντα, αποκεφαλίστε το!

Γνωρίζω τον αντίλογο. Η Ιστορία είναι αμερόληπτη, οφείλει να τείνει προς την αντικειμενική γνώση, να λαμβάνει υπόψη και την άλλη πλευρά. Η Ιστορία καλά κάνει, αλλά η μνήμη και των λαών και των ατόμων έχει δική της λογική και δεν είναι ούτε δικαίωμα ούτε καθήκον, ούτε έχει ανάγκη από εργολάβους να την κατασκευάζουν κατά το δοκούν. Έχει δικό της δοκούν, λέει ο Μόντης. Δικούς της μηχανισμούς. Δεν δέχεται οδηγίες. Αφαιρέστε τη μνήμη από την ποίηση του Καβάφη, από τις τραυματικές εμπειρίες του Αναγνωστάκη, από τον Πατρίκιο, τον Αλεξάνδρου, τον Κατσαρό, από τις εφιαλτικές μνήμες του Σαχτούρη. Στον Σεφέρη ξυπνούν τη μνήμη του εκεί στην Κύπρο από το τρίξιμο του μαγκανοπήγαδου, ενώ ο καλόγερος βγάζει νερό από το πηγάδι στο μοναστήρι Κύκκου. Και το τρίξιμο του μάγκανου το πάει στη Σκάλα της Σμύρνης, στο πατρικό τους εξοχικό γι΄ αυτό και ονομάζει αυτόν τον ήχο που του ξυπνάει το παρελθόν «φωνή πατρίδας».

 

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι Καθηγητής Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» και αναδημοσιεύεται στην «Σύγχρονη Άποψη» με την ευγενή άδεια του κυρίου Γεωργουσόπουλου.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>