Γράφει:

Summum ius summa iniuria

του Αντώνη Πετρίδη

 

Στο παρόν κείμενο θα ήθελα να μιλήσω περί ορίων. Το κείμενό μου είναι ένα πνίγος ερωτηματικών, για τα οποία προφανώς δεν έχω ρητές απαντήσεις. Η έννοια των ορίων ασκούσε ανέκαθεν μαγική έλξη στους πολιτισμούς, γιατί διαχώριζε την ελεγχόμενη και ασφαλή σφαίρα του Εαυτού από την άγρια, ανεξέλεγκτη και ανοίκεια περιοχή του Άλλου. Τα όρια όμως ανέκαθεν προϋπέθεταν επίσης μια γκρίζα ζώνη αμφισημίας, όπου τελούνταν ποικίλες τελετουργικές ανατροπές και όπου η τόσο λαγαρή, τόσο σχηματική σχέση στο Ορθό και το Λάθος, το Επιτρεπτό και το Ανεπίτρεπτο, το Δίκαιο και το Άδικο ετίθεντο εν αμφιβόλω.

Ας μιλήσουμε λοιπόν περί ορίων στην περιοχή της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λαϊκή εντολή που εγκαθιδρύει μια εκλελεγμένη κυβέρνηση στο θώκο της εξουσίας είναι ισχυρή και αδιαμφισβήτητη, σύμβολο της κυριαρχίας του ιδίου του λαού. Δε συζητείται επίσης το νομικό δικαίωμα μιας τέτοιας κυβέρνησης να κουμαντάρει τον τόπο μέσα στα όρια των συνταγματικών διατάξεων. Πού τοποθετεί όμως κανείς τα ηθικά όρια της δράσης μιας δημοκρατικά εκλελεγμένης κυβερνήσεως; Υπάρχουν άραγε περιπτώσεις όπου μια εκλελεγμένη κυβέρνηση μπορεί να παρανομεί χωρίς να καταπατά κανένα γραπτό νόμο, όπου κρατικοί αξιωματούχοι μπορεί κατάφωρα να προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα, να απαιτούν πειθήνια υποταγή στις επιταγές τους, έστω και αν αυτή συγκρούεται με τα ιερά και τα όσια ενός λαού, χωρίς να μπορούν να βρεθούν υπόλογοι ενώπιον δικαστού, χωρίς να έχουν τύποις υπερβεί τα όρια των νομικών αρμοδιοτήτων τους; Η εξουσία μιας δημοκρατικής κυβέρνησης της επιτρέπει εννόμως να νομοθετεί, να διακηρύσσει και να εφαρμόζει πολιτικές που δεν αντιφάσκουν με το γράμμα του Συντάγματος. Ποιο είναι όμως το ρευστό, το επισφαλές εκείνο σημείο, όπου το νομικό έρεισμα μιας εκπεφρασμένης πολιτικής μετατρέπεται σε ένα είδος βελούδινης καταπίεσης με την προβιά της συνταγματικής νομιμότητας;

Ας υποθέσουμε, εντελώς θεωρητικά, ότι βρισκό-μαστε αντιμέτωποι με την πρόθεση μιας κάποιας δημοκρατικά εκλελεγμένης κυβέρνησης να εφαρμόσει μια εκπαιδευτική, π.χ. πολιτική, της οποίας διακηρυγμένος στόχος είναι να αναδομήσει άνωθεν τη διαλεκτική σχέση ενός λαού με το παρελθόν του και, όλα αυτά, υπό το κράτος ασύ-στολων ψυχολογικών εκβιασμών και το σιγόντο μιας απίστευτης βωμολοχίας εκ μέρους ωνίων κονδύλων. Ας υποθέσουμε, αν και κάτι τέτοιο φαντάζει αδιανόητο, ότι η κυβέρνηση μιας ημικατεχόμενης χώρας σκοπεύει να επιβάλει στη μαθητιώσα νεολαία της μια εκδοχή του ιστορικού παρελθόντος, όπως ακριβώς την έχουν κατασκευάσει οι ξένοι ηθικοί αυτουργοί της Κατοχής και όλα αυτά χωρίς διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους, χωρίς να έχει αρθεί η απειλή, στο βωμό ενός πολιτικού ραγιαδισμού μονομερών παραχωρήσεων όπου δεν υφίστανται επ” ουδενί οι συνθήκες της αμοιβαιότητας. Ας μην κοροϊδευόμαστε: οι αλλαγές που θα επέλθουν στα βιβλία της Ιστορίας δε θα συμπεριλαμβάνουν καμία «κυπριακή αφήγηση»…

Μέχρι πού είναι υποχρεωμένο ένα δημοκρατικό σώμα να ανεχθεί τη νομότυπη ύβριν της κυβέρνησης που εξέλεξε; Πού τίθενται τα όρια της ιερής οργής; Το Σάββατο δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο: υπάρχουν άραγε όρια στην υποχρέωση του πολίτη να σέβεται το Νόμο; Το αρχαίο ελληνικό δράμα από τον Αισχύλο μέχρι το Μένανδρο θέτει συνεχώς αυτό το εναγώνιο ερώτημα. «Είναι επικίνδυνο», είπε κάποτε ο Βολταίρος, «να έχεις δίκαιο σε θέματα όπου οι κατεστημένες αρχές έχουν άδικο». Η στιγμή κατά την οποία ένας πολίτης διαπιστώνει ότι η ίδια η αίσθηση της ταυτότητάς του, το ιερό δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ποινικοποιείται, είναι πραγματικά μια τρομακτική, μια κολοσσιαία στιγμή, όπου η φωνή του Κυρίου ακούγεται ξανά επί των υδάτων.

Τι επιλογές αντίδρασης μέσα στα όρια του νόμου προσφέρονται σε ένα πληθυσμό, ο οποίος θεωρεί ότι διάγει σε ένα καθεστώς νομιμοφανούς αυθαιρεσίας; «Υποχρεούται ένας πολίτης», ρωτά με τη σειρά του ο Henry David Thoreau, «να παραδώσει τη συνείδησή του στο Νομοθέτη; Γιατί να έχει τότε συνείδηση ο κάθε άνθρωπος; Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε άνθρωποι πρώτα και υπήκοοι ύστερα. Δεν ενδείκνυται να καλλιεργεί κανείς το σεβασμό προς το νόμο τόσο όσο το σεβασμό προς το δίκαιο». Ο Thoreau είχε υπόψη του τον Νόμο περί Δουλείας. Το δοκίμιό του, που συγκλόνισε τους δημοκρατικούς αγώνες από το 1849 και εφεξής, φέρει τον τίτλο: Περί του Καθήκοντος της Πολιτικής Ανυπακοής.

 

Ο Αντώνης Πετρίδης είναι Λέκτορας Αρχαίων Ελληνικών στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>