Γράφει:

Γιατί «θορυβούμε» περί ιστορίας;

της Μαίρης Κουτσελίνη

 

Είναι γνωστό ότι οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης και αλλαγών στην εκπαίδευση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αν δεν πληροί το βασικό κριτήριο της Αποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 της διακήρυξης των Ηνωμένων Εθνών Περί του Δικαιώματος στην Εκπαίδευση (The right to education (Art. 13): 08712/99 (E/C.12/1999/10). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η παρεχόμενη εκπαίδευση πρέπει να είναι αποδεκτή από την κοινωνία μέσα στην οποία θα λειτουργήσουν τα ιδρύματα και προγράμματα, δηλαδή να είναι άμεσα σχετικά, πολιτιστικά αποδεκτά και αναγνωρισμένης ποιότητας. Επομένως, η τοποθέτηση ότι «ο τελικός λόγος για τις αλλαγές ανήκει στην εκάστοτε κυβέρνηση, έστω και αν οι ενδιαφερόμενοι εταίροι διαφωνούν», τοποθέτηση αρθρογράφου σε καθημερινή εφημερίδα, δείχνει φανατισμό για ετσιθελικές αλλαγές αλλά και άγνοια των εκπαιδευτικών θεμάτων.

Οι μεταρρυθμίσεις και οι εκδόσεις ακολουθούνται από αντιμεταρρυθμίσεις και μετά-εκδόσεις, κάθε φορά που η κουλτούρα της εξουσίας, όπως εκφράζεται στην εκπαίδευση, δεν συνάδει με την κουλτούρα της κοινωνίας και δεν είναι πολιτιστικά αποδεκτή. Από το σύνδρομο των μεταρρυθμίσεων και αντιμεταρρυθμίσεων υπέφερε για αρκετά χρόνια η εκπαίδευση στην Ελλάδα, όπου κάθε κυβέρνηση«έραβε και ξήλωνε» τα της προη-γούμενης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, είναι φανερό ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να εκφράζουν τα προγράμματα και τα διδακτικά εγχειρίδια την «άποψη» μιας ομάδας ή κάποιων συγγραφέων είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε απόρριψη. Πρόσφατα μέσα στα πλαίσια της διαστρέβλωσης της ιστορίας διαβάσαμε σε εφημερίδα ότι «κατά τον Αγώνα της ΕΟΚΑ οι Κύπριοι που δολοφονήθηκαν ως προδότες ήταν περισσότεροι από τους Άγγλους»! Αν είναι αυτή την Ιστορία που θέλουμε να γράψουμε, καλύτερα να μείνουμε μέχρι τους Περσικούς πολέμους- γιατί φαίνεται ότι μόνο ως εκεί μπορούμε να δούμε νηφάλια.

Για να γίνουν τα διδακτικά εγχειρίδια της Ιστορίας αποδεκτά, θα πρέπει να πληρούν δύο βασικά κριτήρια, το επιστημονικό και το παιδαγωγικό. Το πρώτο αναφέρεται στην εγκυρότητα των πληροφοριών και γενικά του περιεχομένου και το δεύτερο στο σκοπό και τα αποτελέσματα της διδασκαλίας της Ιστορίας στους μαθητές, απαντά δηλαδή το ερώτημα «Γιατί και πώς διδάσκουμε την Ιστορία στα σχολεία». Έτσι, ενώ το εγχειρίδιο Ιστορίας της κ. Ρεπούση εισηγείτο και εφάρμοζε κάποιες σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις, έπασχε από «συνωστισμό» ανακριβών και λανθασμένων πληροφοριών που «διχοτομούσαν» (όπως την «διχοτόμηση της Κύπρου» που περίγραψε στο βιβλίο της) τα κριτήρια θετικής αξιολόγησης της προσπάθειάς της.

Με τα πιο πάνω, η συζήτηση για τα βιβλία της Ιστορίας μπαίνει σε ορθές βάσεις, βάσεις που κάνουν πολλές από τις ως τώρα τοποθετήσεις αχρείαστες. Τα βιβλία της Ιστορίας ως προς το περιεχόμενο γράφονται από επιστήμονες Ιστορικούς, ούτε ιστοριοδίφες, ούτε κοινωνιολόγους, ούτε πολιτικούς επιστήμονες και πολύ περισσότερο χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση των πολιτικών που βλέπουν τα γεγονότα με τις κομματικές παρωπίδες. Ακόμη η Ιστορία, για να πληροί το επιστημονικό κριτήριο πρέπει να έχει την προοπτική του χρόνου, έναν απαραίτητο παράγοντα που επιτρέπει την νηφάλια και αποστασιοποιημένη συγκέντρωση, αξιολόγηση και ανάλυση των πηγών. Επιπρόσθετα, ως προς το επιστημονικό κριτήριο, η συγγραφή της ιστορίας υπακούει στη βασική αρχή του Hirst περί των μορφών της γνώσης, ότι δηλαδή κάθε επιστήμη έχει τα δικά της μεθοδολογικά εργαλεία και ότι οι πρωτογενείς πηγές είναι το βασικό εργαλείο του ιστορικού.

Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η Ιστορία δεν πρέπει να είναι ρατσιστική (π.χ. ανώτεροι και κατώτεροι λαοί) ούτε να περιέχει στερεοτυπικές αντιλήψεις (π.χ. βάρβαροι), όμως η ιστορία αφηγείται την ιστορία εθνών, τους αγώνες και τα επιτεύγματά τους, την πορεία και τα λάθη τους. Δεν είναι ούτε διεθνιστική ούτε απρόσωπη, αλλά συνάρτηση τόπου, χρόνου και ανθρώπων που βάζουν την σφραγίδα τους σε γεγονότα τα οποία διαμορφώνονται μέσα από την σύγκρουση αξιών και συμφερόντων. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, η καταγραφή της Ιστορίας δεν γίνεται επιλεκτικά για να εξυπηρετήσει πολιτικούς στόχους ούτε πολύ περισσότερο, για να εξυπηρετήσει την επαναπροσέγγιση, η οποία ειρήσθω εν παρόδω- θα γίνει μόλις αποκατασταθούν στην Κύπρο τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Πέρα, όμως, από τα πιο πάνω είναι πολύ σημαντικό το παιδαγωγικό κριτήριο. Γιατί διδάσκουμε Ιστορία; Για να αποκτήσει ο μαθητής Γνώση και όχι απλώς γνώσεις, δηλαδή Κριτική ιστορική σκέψη που θα τον οδηγήσει στην ανάλυση των ιστορικών γεγονότων, μέσα από όλους τους παράγοντες που κάθε φορά τα διαμορφώνουν. Κριτική σκέψη δεν σημαίνει βέβαια ότι οι μαθητές πρέπει να μάθουν να αναλύουν τα ιστορικά γεγονότα με τα εργαλεία- παρωπίδες ενός μόνο θεωρητικού ή μιας ερμηνευτικής προσέγγισης, αλλά θα είναι να σε θέση να επισημαίνουν, να συγκρίνουν, να ερμηνεύουν και να αξιολογούν μέσα από τις πηγές και τις αντικειμενικές περιστάσεις της εποχής όλους τους παράγοντες πολιτικούς, διπλωματικούς, πολιτιστικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς και βέβαια όχι μόνο τους κοινωνικοοικονομικούς που συνήθως καταλήγουν στη σκέψη-κλισέ της «πάλης των τάξεων».

Από την άλλη, θεωρώ υποτιμητικό για την Ιστορία και την παράδοσή μας αλλά και καταστροφικό για την ειρηνική συνύπαρξη όλων των κοινοτήτων στην Κύπρο το να αγνοούμε στην συζήτηση για το περιεχόμενο της Ιστορίας όλους τους άλλους- Αρμένιους, Λατίνους κλπ- και να προσπαθούμε να βρούμε τι είναι και τι δεν είναι αρεστό στην Τουρκία, λες και επειδή καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα του μισού σχεδόν πληθυσμού στην Κύπρο, αυτό την κάνει ισχυρότερη στο να διαπραγματεύεται ή να υποβάλλει τι θα διδαχθούν οι Έλληνες της Κύπρου στα δημόσια σχολεία. Ή μήπως για λόγους συμπάθειας για τον γερμανικό λαό θα αποσιω-πήσουμε τη Ναζιστική λαίλαπα και την αντίσταση των λαών; Ακόμη, στην νέα Ιστορία οι Αρμένιοι θα παραλείπουν την Γενοκτονία ή θα την ονομάζουν «ειρηνευτική παρέμβαση»;

Διδασκαλία της Ιστορίας για καλλιέργεια κριτικής σκέψης σημαίνει πρωτίστως βαθιά γνώση των γεγονότων και ερμηνεία τους με τρόπο που να αποφεύγονται ολοκληρωτικές, ιμπεριαλιστικές, ρατσιστικές και αγελαίες συμπεριφορές. Σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν σημαίνει ωραιοποίηση της Ιστορίας ή απόκρυψη των γεγονότων.

Γιατί λοιπόν θορυβούμε περί Ιστορίας; Γιατί κάποιοι νομίζουν ότι είναι Λογοτεχνία, για να κάνουμε πολλαπλές αναγνώσεις ή κακή εθνογραφία, για να αφηγείται ο καθένας αυτό που επικρατεί στη συνείδησή του. Ακόμη, γιατί αυτοί που θορυβούν είναι κατά κανόνα ακατάλληλοι να μιλούν για διδακτικά εγχειρίδια Ιστορίας, μια και δεν έχουν ούτε την επιστημονική γνώση του Ιστορικού ούτε την παιδαγωγική έγνοια του ειδικού της εκπαίδευσης.

 

Η Μαίρη Κουτσελίνη είναι Αναπληρωτής Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κύπρου

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>