Μια μαρξιστική απάντηση στην αμερικανική πολιτική στο κυπριακό

Τον Απρίλιο του 2008 το πασίγνωστο London Review of Books δημοσίευσε ένα μακροσκελές άρθρο αναφορικά με το κυπριακό πρόβλημα με τίτλο “The Divisions of Cyprus”. Το άρθρο ήταν γραμμένο από τον γνωστό μαρξιστή ιστορικό και διανοούμενο, Perry Anderson, ο οποίος διέτελεσε εκδότης του New Left Review και Καθηγητής Ιστορίας και Κοινωνιολογίας στο UCLA. Ο Perry Anderson είναι εξάλλου αδελφός του Benedict Andreson, συγγραφέα του βιβλίου «Φαντασιακές Κοινότητες (Imagined Communities)».

Στο εν λόγω άρθρο ο Άντερσον ασκεί ενδελεχή κριτική στην αμερικανική και την βρετανική πολιτική στο κυπριακό. Ξεκινώντας από το 1960 ο Άντερσον ερμηνεύει το κυπριακό πρόβλημα ως δημιούργημα της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες ενθάρρυναν και επέτρεψαν την τουρκική επιθετικότητα. Αναφερόμενος στην εισβολή του 1974 ο Άντερσον παρατηρεί ορθά πως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ανήκει σε εκείνους που ενθάρρυναν και επέτρεψαν την τουρκική εισβολή, δηλαδή στις ΗΠΑ και στην Βρετανία. Ο Άντερσον δεν διστάζει να αναγνωρίσει πως ο Κίσιντζερ πρωταγωνίστησε και σχεδίασε μαζί με τους Τούρκους την εισβολή στην Κύπρο, εν γνώσει της αμερικανικής κυβερνήσεως. Περαιτέρω, αναφερόμενος στη Βρετανία, παρατηρεί ότι: «Αφού πρώτα ενθάρρυναν την τουρκική εχθρότητα απέναντι στην ελληνική πλειοψηφία, επέβαλαν μια Συνθήκη Εγγυήσεως στο νησί, αποστερώντας του την πραγματική ανεξαρτησία, ώστε να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς, δηλαδή την παραμονή μεγάλου αριθμού στρατιωτικών μονάδων στις κυρίαρχες Βάσεις. Τώρα όμως, που καλούνταν να συμμορφωθούν προς τη Συνθήκη, σταύρωσαν τα χέρια τους και παραχώρησαν ελεύθερη δίοδο στο σύγχρονο Αττίλα, ισχυριζόμενοι ότι ήταν ανήμποροι αυτοί, μια πυρηνική δύναμη να πράξουν διαφορετικά».

 

Η αλήθεια για το σχέδιο Ανάν

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ανάλυσης του Άντερσον, αλλά ταυτόχρονα και το πλέον ακριβές, είναι η περιγραφή των συνεπειών που θα είχε η αποδοχή του σχεδίου Ανάν. Σύμφωνα με τον Άντερσον, το σχέδιο Ανάν προέβλεπε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία είχε επανειλημμένα αναγνωριστεί για σαράντα χρόνια ως κυρίαρχο κράτος από τον ΟΗΕ, θα είχε καταργηθεί και ένα νέο κράτος θα την αντικαθιστούσε. Αξίζει να επαναλάβουμε το συμπέρασμα αυτό του Άντερσον, εις απάντηση ορισμένων «μαρξιστών» αναλυτών που ισχυρίζονταν ότι θα υπήρχε συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας: «Η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε καταλυθεί». Κρίνοντας τις διατάξεις του σχεδίου Ανάν, ο Άντερσον διαπιστώνει ότι:

«Στην ρίζα τους βρίσκεται η επικύρωση του εθνικού ξεκαθαρίσματος, σε μια κλίμακα και βαθμό που θα γινόταν αντικείμενο φθόνου από τους πολιτικούς του εποικισμού στο Ισραήλ, στο οποίο ο Avigdor Lieberman, ο ηγέτης του ακροδεξιού Yisrael Beitenu, καλεί δημόσια για μια «κυπριακή λύση» στη Δυτική Όχθη, ένα αίτημα που θεωρείται τόσο ακραίο, ώστε να απορρίπτεται από όλους τους συνεταίρους του. Όχι μόνο το σχέδιο Ανάν αθώωνε την Τουρκία από οποιαδήποτε υποχρέωση να αποκαταστήσει δεκαετίες κατοχής, αλλά αντίθετα επέβαλλε το κόστος σε αυτούς που είχαν υποφέρει. Αναμφίβολα το σχέδιο παραβιάζει τη Συνθήκη της Γενεύης που απαγορεύει σε μια κατοχική δύναμη να εγκαθιστά εποίκους στις κατεχόμενες από αυτήν περιοχές. Αντί να απαιτεί την αποχώρησή τους, το σχέδιο διασφάλιζε την παρουσία τους: κανένας δεν θα υποχρεωθεί να φύγει, σύμφωνα με τα λόγια του Pfirter. Τόσο λίγο μετρούσαν οι νομικοί κανόνες κατά τον καταρτισμό του σχεδίου, ώστε λήφθηκε μέριμνα για την εκ προτέρων αποφυγή της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Κρίνοντας τις αρχές του σχεδίου Ανάν, ο Άντερσον χαρακτηρίζει τερατώδες το γεγονός ότι μια μικρή πληθυσμιακή μειονότητα θα είχε τόση δύναμη λήψης αποφάσεων. Όπως αναφέρει: «θα ήταν αρκετό να ερωτηθεί η Τουρκία πώς θα αντιδρούσε αν της λεγόταν ότι η κουρδική της μειονότητα, η οποία ανέρχεται επίσης στο 18% περίπου, θα είχε τις μισές θέσεις στη Γερουσία, δικαιώματα βέτο κατά την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, πόσο μάλλον 30% του εδάφους υπό την αποκλειστική της δικαιοδοσία. Ποιος από τους απεσταλμένους του ΟΗΕ ή της ΕΕ ή τους απολογητές του σχεδίου Ανάν στα δυτικά μέσα, θα τολμούσε να ταξιδέψει στην Άγκυρα με ένα τέτοιο σχέδιο στο χαρτοφύλακά του; Αναμφίβολα οι εθνικές μειονότητες χρειάζονται προστασία και οι Κούρδοι της Τουρκίας σε κάθε περίπτωση χρειάζονται πολύ μεγαλύτερη προστασία συγκριτικά προς τους Τουρκοκύπριους, αλλά παρόμοιες δυσανάλογες λύσεις ουσιαστικά ενθαρρύνουν την αντιπαλότητα αντί να την περιορίζουν».

Ο Άντερσον δεν διστάζει να παρατηρήσει ότι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν δεν έγινε, διότι οι Κύπριοι παραπλανήθηκαν από τον Παπαδόπουλο ή από οποιονδήποτε άλλο, αλλά διότι αυτοί δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν από το σχέδιο, ενώ αντίθετα είχαν τόσα πολλά να χάσουν. Όπως παρατηρεί, λειτουργία του σχεδίου υπήρξε ουσιαστικά: «να στεγάσει την Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου, η οποία έχει καταδικαστεί ως παράνομη από τον ίδιον τον ΟΗΕ, ως ένα ίσο συνεταίρο σε μια δομή που έγινε ώστε να την εξυπηρετήσει. Στηριγμένο σε ξένες προδιαγραφές, το Σύνταγμα της Ζυρίχης αποδείχθηκε μη λειτουργικό και οδήγησε σε διακοινοτικές ταραχές και σε κατάρρευση. Το Σύνταγμα του Μπούργκενστοκ, όντας πιο πολύπλοκο και άδικο, συνιστούσε κατ” ουσία μια συνταγή για ακόμα μεγαλύτερη κατάρρευση και παράλυση».

 

Η εξυπηρέτηση των ξένων συμφερόντων

Σε τελική ανάλυση η λογική πίσω από το σχέδιο Ανάν ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων ξένων κρατών, δηλαδή της Τουρκίας και της Βρετανίας και όχι του κυπριακού λαού. Η διαδικασία που οδήγησε στο σχέδιο Ανάν υπήρξε το αποτέλεσμα της προσπάθειας της Βρετανίας να διασφαλίσει την αθώωση της Τουρκίας από οποιεσδήποτε ευθύνες και την ενοχοποίηση των Ελληνοκυπρίων. Το σχέδιο Ανάν δεν συνιστούσε λύση του προβλήματος, αλλά συνταγή διάλυσης, εφόσον αγνοούσε ολοσχερώς τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις του κυπριακού λαού και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της κυπριακής κοινωνίας, προς όφελος των στρατηγικών επιδιώξεων των ξένων δυνάμεων. Οι ΗΠΑ στήριξαν τη Βρετανία και την Τουρκία, κατά παράβαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου.

Η ανάλυση του Άντερσον είναι υποδειγματική και φανερώνει τον τρόπο σκέψης ενός ανεξάρτητου ακαδημαϊκού, ο οποίος δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει το αυτονόητο: ότι δηλαδή το σχέδιο Ανάν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και θα οδηγούσε σε αιματηρές περιπέτειες τον κυπριακό λαό. Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι: Γιατί μια παρόμοια μαρξιστική ανάλυση δεν διεξάγεται και από το κυπριακό μαρξιστικό κόμμα; Σε ποια μαρξιστική ανάλυση στηρίζεται η εκ περιτροπής συμπροεδρία, η διατήρηση συνθηκών εγγυήσεων και η νομιμοποίηση των εποίκων;

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>