Γράφει:

Τα κακώς κείμενα: Η εποχή του Ευφημισμού

της Μαρίας Υψηλάντη

 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην Ελληνική αλλά και στην παγκόσμια κοινωνία όλο και περισσότερο η τάση να μην λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους. Προκειμένου να διατυπωθεί μια δυσάρεστη κατάσταση ή πραγματικότητα επιστρατεύονται κάθε λογής ευφημισμοί για να εκφραστεί με όσο γίνεται πιο «ανώδυνους» όρους. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο· και στην αρχαιότητα για παράδειγμα ο θάνατος ονομαζόταν «Χάρων», και η εχθρική, άξενη θάλασσα «Εύξεινος Πόντος», αλλά αυτού του τύπου οι εκφράσεις δεν φανέρωναν σε καμμία περίπτωση μαζική φοβία για τον πόνο ή για το οποιοδήποτε αρνητικό γνώρισμα των ανθρώπων. Σήμερα ζούμε σε μια κομπλεξική κοινωνία η οποία αυτοκολακεύεται, αρνείται να χαλάσει την ψυχική της ζαχαρένια, τρέμει να χαρακτηριστεί και να χαρακτηρίσει. Παντοειδείς έννοιες δυσάρεστες ή όχι «κολακευτικές» για τα μέτρα και τα σταθμά της εποχής της άτεγκτης Δημοκρατίας και Ισότητας μετονομάζονται για να αμβλύνουν / εξαλείψουν, έστω λεκτικά, τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, ώστε κανείς να μην αισθάνεται ότι υστερεί, και για να ξορκίσουν τον μόνιμο εφιάλτη του θανάτου.

Η κοινωνία του στρουθοκαμηλισμού

Παλιότερα δεν ακουγόταν τόσο συχνά ο όρος «έφυγε» ή «ταξίδεψε» αντί του «πέθανε», αν και είναι αλήθεια ότι τότε συνηθιζόταν η έκφραση «απεδήμησε εις Κύριον». Αυτή όμως ήταν περισσότερο θρησκευτικώς τοποθετημένη παρά ευφημιστική, αφού το «εις Κύριον» συμπλήρωνε την έννοια του σκέτου «ταξιδιού» και δεν άφηνε περιθώρια, έστω και ακουστικά, για αμφισημία ως προς το είδος του ταξιδιού. Ομοίως, παλιότερα τα γραφεία που αναλάμβαναν την κηδεία και την ταφή ονομάζονταν «γραφεία κηδειών» και όχι-γελοιοδέστατα-«γραφεία τελετών», σαν να είναι δυνατόν να οργανώνουν και άλλες τελετές, δηλαδή γάμους ή βαφτίσια. Αλλά η λιγόψυχη και παλιμπαιδίζουσα κοινωνία μας, σαν μωρό που αρνείται να στενοχωρηθεί, δεν θέλει να βλέπει στην πινακίδα την λέξη «κηδεία» για να της θυμίζει την αναπόφευκτη κατάληξη. Πάλι καλά που διατηρείται ακόμα η λέξη «κηδεία» (που στην βάση της είναι και αυτή εν μέρει ευφημιστική, γιατί «κήδομαι» σημαίνει «φροντίζω») στις αναγγελίες των συγκεκριμένων κηδειών.

Η κοινωνία της ψωροπερηφάνειας

Παλιότερα δεν θεωρείτο υποτιμητικό να εργάζεται κάποια ως «υπηρέτρια» ή «υπηρεσία» (όπως ακούμε κατά κόρον στις ελληνικές ταινίες) σε ένα σπίτι. Σήμερα όμως η λέξη αυτή ηχεί δυσάρεστα στο πολιτισμένο αυτάκι μας και μάλλον θίγει όποιαν / όποιον ασκεί το εν λόγω επάγγελμα. Ενώ ο όρος που την αντικατέστησε, «οικιακή βοηθός», ελαττώνει την απόσταση μεταξύ εργαζομένου και «αφεντικού», και, έστω και ακουστικά, φέρνει τον εργαζόμενο πιο κοντά σε ασχολουμένους με «ανώτερα» επαγγέλματα, όπως «βοηθός» μικροβιολόγου ή μηχανικού. Ομοίως ο όρος «υπάλληλος του Δήμου» φέρνει τον «σκουπιδιάρη» πιο κοντά στον υπάλληλο ενός οποιουδήποτε οργανισμού που κάνει «δουλειά γραφείου». Ποιόν κοροϊδεύει μια τέτοια γλώσσα;

Η κοινωνία των συμπλεγμάτων

Τα χαρακτηριστικά της σχετίζονται με αυτά που μόλις περιγράφτηκαν. Οι αγράμματοι άνθρωποι συνηθίζεται να χαρακτηρίζονται «απλοί». Κατά βάθος όμως το επίθετο αυτό είναι προσβλητικό, γιατί γειτνιάζει με την «απλοϊκότητα», άρα με την ευήθεια, ενώ ο αμόρφωτος άνθρωπος δεν είναι και ανόητος, κατά κανόνα μάλιστα το αντίθετο όμως η κοινωνία της κενοδοξίας και της ξιπασιάς φοβάται τις λέξεις που σημαίνουν απευθείας έλλειψη μορφώσεως, συνεπώς δηλώνουν μια ορισμένη μειονεξία και «θίγουν» αυτόν που περιγράφουν. Τα παιδιά / άτομα με διανοητική καθυστέρηση ή σωματική αναπηρία έγιναν πρώτα παιδιά / άτομα «με ειδικές ανάγκες» και κατόπιν, επειδή και η λέξη «ανάγκες» μειώνει αυτόν που τις έχει έναντι αυτού που δεν τις έχει (άρα δεν είμαστε όλοι ίσοι και κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο να λέγεται ανοιχτά!), παιδιά / άτομα με «ειδικές ικανότητες». Αυτό είναι ο πιο εξωφρενικός ευφημισμός από όσους αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής. Γιατί και ο «οικιακός βοηθός» είναι ενός είδους βοηθός, και ο θάνατος είναι ενός είδους ταξίδι ή αποχώρηση, και η κηδεία είναι ενός είδους τελετή όμως η διανοητική καθυστέρηση ή η σωματική αναπηρία δεν είναι, καθεαυτήν, κανενός είδους ικανότητα, ίσα ίσα είναι έλλειψη ικανοτήτων.

Τα παραδείγματα που παρέθεσα δεν είναι ασφαλώς εξαντλητικά. Είναι όμως ενδεικτικά και φανερώνουν ένα παράδοξο: Οι παλαιότεροι άνθρωποι έμοιαζαν να «αντέχουν» περισσότερο τις αλήθειες, να μην κρύβουν το κεφάλι στην άμμο, να δέχονται τις καταστάσεις και να χρησιμοποιούν για αυτές τους όρους του λεξιλογίου της γλώσσας τους. Οι σημερινοί δείχνουν να νομίζουν ότι αν κάτι λεχθεί διαφορετικά χάνει και ένα μέρος της ουσίας του που αν την ακούσουμε στην κατηγορηματική της ολότητα θα μας λυπήσει ακόμα περισσότερο από όσο μας λυπεί ενώ την ζούμε. Η κοινωνία λοιπόν μοιάζει να προχωρά αντίστροφα: Αντί να ενηλικιώνεται ανηλικιώνεται.

 

Η Μαρία Υψηλάντη είναι Λέκτωρ Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>