Γράφει:

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΑ: Βαδίζοντας με όραμα, Η ίδρυση του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία»

της Έρσης Δημητριάδου

 

Ένα χρόνο μετά την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο τα τρία αναγνωστήρια της Λευκωσίας «ο Ζήνων», «ο Σόλων» και «η Ομόνοια», ενώθηκαν τον Ιούλιο του 1879 με στόχο την δημιουργία ενός μεγαλύτερου και πιο ισχυρού ιδρύματος, του «Κυπριακού Συλλόγου». Στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής στόχος του νεοσύστατου αναγνωστήριου ήταν η επαγρύπνηση των Κυπριακών συμφερόντων, η επιμόρφωση των Κυπριών μέσων διαλέξεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων και η διάδοση της παιδείας και του αθλητισμού. Με την συγχώνευση των τριών αναγνωστήριων, ιδρύθηκε ταυτόχρονα το πρώτο αθλητικό σωματείο της Κύπρου, «τα Παγκύπρια», γνωστό σε εμάς ως ΓΣΠ.

Το οίκημα του «Κυπριακού Συλλόγου» βρισκόταν δίπλα από εκκλησία του Αγίου Σάββα, στο κέντρο της αναπτυσσόμενης εμπορικής καρδιάς της Λευκωσίας. Εκεί, για τρεις δεκαετίες, ο Σύλλογος λειτούργησε ως ο πυρήνας της πολιτικής και πνευματικής ζωής της πόλης. Κατά την χειμερινή περίοδο, εβδομαδιαίες διαλέξεις με πληθώρα θεμάτων, μουσικές εσπερίδες και θεατρικές παραστάσεις, ψυχαγωγούσαν και εκπαίδευαν τους “χωραΐτες”. Μέλη του Συλλόγου ήσαν όλες οι προσωπικότητες της εποχής (λόγιοι, γιατροί, δικηγόροι, βουλευτές του Νομοθετικού Συμβουλίου, μικρομεσαίοι και μεγαλέμποροι, παραγγελιοδόχοι, διδάσκαλοι και καθηγητές), όπως επίσης και πολλοί άλλοι, ανώνυμοι Λευκωσιάτες. Ο Σύλλογος διέθετε μια αξιόλογη βιβλιοθήκη, όπου τα μέλη έβρισκαν Κυπριακές και ξενόφερτες, ακόμη και ξενόγλωσσές, εφημερίδες και βιβλία. Στον Σύλλογο ιδρύθηκε το 1898 και η πρώτη Νυκτερινή Σχολή της Λευκωσίας για τους αγράμματους βιοπαλαιστές της πρωτεύουσας.

Τον ίδιο χρόνο με την ίδρυση της Νυκτερινής Σχολής Λευκωσίας τα μέλη του «Κυπριακού Συλλόγου», μετά την απογοητευτική απάντηση του Αγγλικού Υπουργείου Αποικιών στο τελευταίο Κυπριακό υπόμνημα για Ένωση, είχαν φτάσει στο συμπέρασμα πως η Κυπριακή κοινωνία δεν έπρεπε να περιμένει οτιδήποτε από την Αγγλική κυβέρνηση. Στον εβδομαδιαίο τύπο της περιόδου η αποικιακή κυβέρνηση χαρακτηρίζεται ως επιτήδεια στο να βρίσκει ολοένα και καινούργιους τρόπους να φορολογεί τον Κυπριακό λαό, άλλα δειλή στο να πάρει την παραμικρή πρωτοβουλία για την βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζόμενων και των γεωργών. Αποκαρδιωτική ήταν επίσης η συνεχής άρνηση της αποικιακής κυβέρνησης στην ίδρυση ή στήριξη Γεωργικής Τράπεζας, αίτημα που εκκρεμούσε από το 1878.

Παράλληλα, την ίδια περίοδο, ο μοναδικός τραπεζικός οργανισμός στην Κύπρο, η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα, είχε κλείσει όλα τα υποκαταστήματά της, εκτός από εκείνο της Λάρνακας, αφήνοντας μικρομεσαίους και μεγαλέμπορους χωρίς τραπεζικές ευκολίες στις συναλλαγές τους σε Κύπρο και εξωτερικό. Ανομβρίες, διεθνείς ανακατατάξεις στις τιμές των σιτηρών, των χαρουπιών και των οινοπνευμα-τωδών- τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της νήσου- προοιώνιζαν οικονομικά δύσκολα χρόνια.

Δεν εκπλήσσει λοιπόν που στον εβδομαδιαίο τύπο της εποχής αναφέρεται ότι «Οσονδήποτε και αν διακρίνει τον Κύπριο εργάτη πνεύμα φειδούς και λιτότητας, λίαν επαισθητή είναι η παντελής έλλειψις εν τη νήσω ιδρυμάτων προορισμένων εις την περισυλλογή, διαφύλαξη και παραγωγική χρησιμοποίηση των οικονομιών των πολιτών, αδιαφόρως αν αύται είναι μικραί ή μεγάλαι».

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μέλη του «Κυπριακού Συλλόγου» ξεκίνησαν το Δεκέμβριο του 1898 διαδικασίες για ένα ριψοκίνδυνο κοινωνικό πείραμα, με στόχο την ανέλιξη του βιοτικού επιπέδου των Κυπρίων μέσα από το αίσθημα οικονομικς ασφάλειας, που θα έδιναν οι μικρές, για κάποιους σχεδόν δυσβάστακτες, εβδομαδιαίες, αποταμιεύσεις ενός σελινιού.

Το μέσον με το οποίο τα μέλη του «Κυπριακού Συλλόγου» οραματίστηκαν μια εύπορη Κυπριακή κοινωνία ήταν η ίδρυση του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία». Το πείραμα πέτυχε και το 1912 το ταμιευτήριο μετονομάστηκε σε Τράπεζα Κύπρου.

Η ιδέα ήταν απλή και ακολούθησε τα πρότυπα των αποταμιευτικών ιδρυμάτων στην Ευρώπη, συγκεκριμένα της Γερμανίας και Ιταλίας. Το σύνθημα για την ίδρυση του ταμιευτηρίου ήταν το «Ημείς δι” ημών» και «Βοηθήστε εαυτούς». Τα μέλη του Συλλόγου, με επικεφαλής τον δικηγόρο και βουλευτή του Νομοθετικού Συμβουλίου Ιωάννη Οικονομίδη, πρωτεργάτη και πρώτο διευθυντή του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία», αποσκοπούσαν στην ανέλιξη του βιοτικού επιπέδου μέσα από τις μικρές, εβδομαδιαίες, αποταμιεύσεις στις μετοχές του ταμιευτηρίου.

Μέτοχοι, όσοι μπορούσαν να κάνουν μία εφάπαξ καταβολή πέντε σελινιών και, ακολούθως, εβδομαδιαίες αποταμιεύσεις ενός σελινιού. Έμποροι, εμποροϋπάλληλοι, υποδηματοποιοί, ζαχαροπλάστες, σιδηρουργοί, πραματευτάδες, βιοπαλαιστές, τεχνίτες, κυβερνητικοί υπάλληλοι, νοικοκυρές, υφάντριες, ράπτριες και υπηρέτριες ήταν ανάμεσα στους πρώτους μέτοχους του ταμιευτηρίου, όπως επίσης και πολλά μέλη, επώνυμα ή ανώνυμα, του «Κυπριακού Συλλόγου». Μέχρι την λήξη των εγγραφών, 364 Κύπριοι είχαν σπεύσει να αποκτήσουν τις 1000 μετοχές του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία». Για τα επόμενα πέντε χρόνια, οι πλείστοι μέτοχοι συνέχισαν να κάνουν τις εβδομαδιαίες αποταμιεύσεις του ενός σελινιού, αρχικά στο οίκημα του «Κυπριακού Συλλόγου», Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη ή Τετάρτη μεταξύ 5-6 το απόγευμα

Το ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία» ξεκίνησε χωρίς άλλο κεφάλαιο, περάν του πεντασέλινου εφάπαξ και των εβδομαδιαίων καταβολών των μετόχων. Η εκλεγμένη από τους μετόχους τετραμελής διαχειριστική επιτροπή και το δωδεκαμελές διοικητικό συμβούλιο του ταμιευτηρίου, αμισθί εργαζόμενο, όπως σίγουρα συμπεραίνεται, συντηρητικά επένδυε τις αποταμιεύσεις του λάου σε αξιόπιστα δάνεια στους μετόχους του και με τον τρόπο αυτό επιβίωσε στα δύσκολα οικονομικά χρόνια που ακολούθησαν. Στο τέλος της πρώτης πενταετίας της λειτουργίας του το ταμιευτήριο είχε συσσωρεύσει κεφάλαιο £15,547 και έδωσε μέρισμα 7.5% ανά μετοχή.

Οι οραματιστές του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία» σίγουρα θα εκπλήσσονταν με την επιτυχή μακροζωία του επιχειρήματός τους. Την ίδρυση του ταμιευτηρίου «Η Λευκωσία» μιμήθηκαν όλες οι πόλεις και πολλές μικρότερες κοινότητες της Κύπρου. Ορισμένα από αυτά τα ταμιευτήρια, όπως «Αμμοχώστου», «Λάρνακος», «Μέλισσα» στην Πάφο, και το «Κυπριακό Ταμιευτήριο» ορθοπόδησαν και αργότερα συγχωνεύτηκαν με την Τράπεζα Κύπρου στην δημιουργία ενός παγκύπριου τραπεζικού οργανισμού.

Εκατόν δέκα χρόνια αργότερα, η ριψοκίνδυνη αλλά με οραματισμό καινοτομία που ξεκίνησε στην καρδιά της Λευκωσίας ήταν το πιο επιτυχές και μακροχρόνιο κληροδότημα του «Κυπριακού Συλλόγου».

Πηγές:

Εφημερίδα «Νέον Κίτιον»

Εφημερίδα «Φωνή της Κύπρου»

Ανδρέας Χατζηβασιλείου, Ιστορία του Κυπριακού Αθλητισμού, Τόμος Α. Από την Αρχαιότητα μέχρι το έτος 1896, (Λευκωσία, Αρμίδα, 2004).

 

 

Η Έρση Δημητριάδου είναι ιστορικός-ερευνήτρια

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>