Γράφει:

Συλλογικό σύστημα ασφάλειας Ελλάδας-Κύπρου: Μια αποτυχημένη προσπάθεια

Ανάλυση

του Γιώργου Κέντα

 

Η σύσταση του Δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΔΕΑΧ) Ελλάδας-Κύπρου αποτέλεσε μια στρατηγική κίνηση, η οποία αποσκοπούσε στην ενίσχυση της αποτρεπτικής δυνατότητας των δύο κρατών έναντι μιας κοινής απειλής, δηλαδή της Τουρκίας. Αυτή η κίνηση εξυπηρετούσε μια σειρά από στόχους που με τη σειρά τους υπαγόρευαν κάποιες πολιτικές, η υλοποίηση των οποίων ήταν απαραίτητη για την υλοποίηση του ΔΕΑΧ.

Στρατηγικοί στόχοι και πολιτικές

Στην ουσία το ΔΕΑΧ αποτελούσε ένα κοινό σύστημα συλλογικής ασφάλειας Ελλάδας και Κύπρου, δύο ανεξάρτητων κρατών που αντιμετώπιζαν ένα συνεχές δίλημμα ασφάλειας. Αυτό το δίλημμα προκλήθηκε από την τουρκική επιθετικότητα και την αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας έναντι της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών. Οι δύο κυβερνήσεις είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο επιλογές: Είτε θα οικοδομούσαν δυνατότητες στρατηγικής αποτροπής της τουρκικής προκλητικότητας, είτε θα προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις της Άγκυρας.

Οι ιστορικές εμπειρίες από την τουρκική επιθετικότητα και η αναξιοπιστία της Τουρκίας στην τήρηση των συμφωνηθέντων, θεωρήθηκαν ως καθοριστικά στοιχεία για την επιλογή πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Δεύτερο, η αδυναμία της Ελλάδας και της Κύπρου να εξισορροπήσουν την ισχύ της Τουρκίας τους άφηνε μία μόνο επιλογή: την οικοδόμηση δυνατοτήτων αποτροπής. Τρίτο, η απουσία οποιουδήποτε θεσμικού πλαισίου είτε σε διεθνές, είτε σε περιφερειακό επίπεδο που να προσφέρει εγγυήσεις ασφάλειας και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, ανάγκαζε την Κύπρο και την Ελλάδα να στηριχθούν στα δικά τους μέσα για την εξασφάλιση της επιβίωσής τους. Τόσο ο ΟΗΕ όσο και το ΝΑΤΟ δεν μπόρεσαν να συμβάλουν στην εμπέδωση της κρατικής ασφάλειας στην Ελλάδα και την Κύπρο ούτε μπόρεσαν να περιορίσουν την τουρκική επιθετικότητα.

Επομένως, η αντίληψη περί κοινής απειλής και η πεποίθηση ότι αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα στο πλαίσιο ενός ενιαίου αμυντικού χώρου οδήγησε στην θέσπιση του ΔΕΑΧ. Βεβαίως, ο κεντρικός στρατηγικός στόχος ήταν η διασφάλιση της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και η επιβίωση του Ελληνισμού στο νησί.

Η υλοποίηση αυτών των στόχων υπαγόρευε μια ενισχυμένη πολιτική και στρατιωτική συνεργασία, αύξηση των αμυντικών δαπανών, συνεχή σχεδιασμό επιχειρήσεων και διατήρηση υψηλού βαθμού ετοιμότητας στην ανάληψη δράσης και οικοδόμηση αξιοπιστίας στην αποτροπή οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας από την Τουρκία. Με άλλα λόγια, στόχος του ΔΕΑΧ ήταν η εμπέδωση μιας δυνατότητας πρόκλησης στρατηγικού κόστους στην Τουρκία σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης.

Συμβολικοί στόχοι και πολιτικές

Το ΔΕΑΧ δεν έχει μόνο στρατηγική σημασία. Έχει πάνω απ” όλα συμβολική αξία, η οποία υπαγορεύει με την σειρά της μια σειρά πολιτικών ενεργειών. Αρχικά, η θέσπιση του ΔΕΑΧ αποτελούσε μια κίνηση που ενίσχυε την αξιοπιστία και την αποφασιστι-κότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να αμυνθούν έναντι της τουρκικής απειλής. Δεύτερο, το ΔΕΑΧ έστελλε στην Τουρκία το μήνυμα ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ ως μέσο πολιτικής επιβολής. Τρίτο, στάλθηκε σε τρίτα μέρη το μήνυμα ότι τα δύο κράτη Ελλάδας και Κύπρου δεν είναι διατεθειμένα να αποδεχθούν έναν ηγεμονικό ρόλο για την Τουρκία στην περιοχή.

Αυτοί οι στόχοι μπορούσαν να εξυπηρετηθούν μόνο μέσω μιας συστηματικής προώθησης του ΔΕΑΧ ως ενός εργαλείου εξωτερικής πολιτικής. Το ΔΕΑΧ μπορούσε να είναι αξιόπιστο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής μόνο από την στιγμή που η επιχειρησιακή του ετοιμότητα και αξιοπιστία θα ήταν εμφανής τόσο στην Τουρκία όσο και σε τρίτα κράτη και οργανισμούς. Η πολιτική του casus belli από την Ελλάδα ήταν μια σωστή πολιτική, η οποία φυσικά δεν απέβλεπε σε μια πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία. Εξυπηρετούσε τον κορυφαίο συμβολικό στόχο του ΔΕΑΧ. Δηλαδή, αποτύπωνε την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να υπερασπιστεί τον ενιαίο αμυντικό χώρο Ελλάδας-Κύπρου.

Εσωτερικοί λόγοι και πολιτικές

Το ΔΕΑΧ εξυπηρετούσε και κάποιους εσωτερικούς στόχους των πολιτικών ηγεσιών σε Κύπρο και Ελλάδα. Μπορούμε να τους διακρίνουμε σε ουσιώδεις και πρόσκαιρους πολιτικούς στόχους. Αναμφίβολα, το μήνυμα ότι ο Ελληνισμός συνασπίζεται για να αμυνθεί έναντι της Τουρκίας είναι ένα ουσιώδες μήνυμα. Η ανύψωση του ηθικού των Ελλήνων και η ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι επίσης ένα ουσιώδες πολιτικό μήνυμα. Από την άλλη, η απόπειρα συγκομιδής κομματικών ή και προεκλογικών ωφελημάτων, αποτελούν σίγουρα πρόσκαιρους πολιτικούς λόγους, οι οποίοι αποδυναμώνουν το ΔΕΑΧ.

Η επιτυχής υλοποίηση του ΔΕΑΧ απαιτούσε την εμπέδωση μιας συλλογικής συνείδησης ανάμεσα στους πολίτες των δύο κρατών, η οποία αναδείκνυε αυτό το δόγμα ως ένα κοινωνικό αγαθό. Όπως φάνηκε εκ των υστέρων, οι πολιτικές ηγεσίες στην Κύπρο και την Ελλάδα δεν θεώρησαν το ΔΕΑΧ ως ένα εθνικο-κοινωνικό αγαθό αλλά ως ένα πρόσκαιρο πολιτικό εργαλείο.

Αποδυνάμωση και περιθωριοποίηση

Η αποδυνάμωση και η περιθωριοποίηση του ΔΕΑΧ ήταν αποτέλεσμα αναθεωρητικών επιλογών στην εξωτερική πολιτική. Η εκλογή Σημίτη το 1996 σηματοδότησε μια στροφή στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Το δόγμα της αποτροπής αντικαταστάθηκε με το δόγμα της προσέγγισης και της λεγόμενης κοινοτικοποίησης των ελληνοτου-ρκικών σχέσεων. Η νέα πολική προέβλεπε την μονομερή και άνευ όρων προώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας ως ένα μέσο ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο κρατών, αποκλιμάκωσης της πόλωσης και αποτροπής ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα απέρριψε την πολιτική αποτροπής και την αντικατέστησε με μια πολιτική κατευνασμού.

Στην Κύπρο, η Λευκωσία αποδέχθηκε το νέο δόγμα κατευνασμού. Θεωρητικά αυτό το δόγμα θα οδηγούσε σε αμοιβαία οφέλη για όλα τα μέρη, αφού η αποτροπή μιας ένοπλης σύγκρουσης θα πραγματοποιείτο σε ένα νέο πλαίσιο πολιτικής, με απώτερο στόχο την ομαλοποίηση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, την λύση του Κυπριακού και την προώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.

Το ΔΕΑΧ εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου, λόγω κυρίως διαφορετικών μεταξύ τους στρατηγικών αντιλήψεων. Η Ελλάδα θεωρεί ότι (1) η ομαλοποίηση των διμερών της σχέσεων δεν πρέπει να εξαρτάται από το Κυπριακό και (2) ότι όλες οι αντιπαραθέσεις με την Τουρκία μπορούν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της ΕΕ. Η κυβέρνηση της Κύπρου, από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι είναι υποχρεωμένη να διατηρεί μια αξιόπιστη στρατιωτική ικανότητα αποτροπής, αλλά δεν φαίνεται να έχει ξεκάθαρους στρατηγικούς στόχους για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορέσει να επιτευχθεί αυτός ο στόχος στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Ελλάδα.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>