Γράφει:

Είναι οι ΗΠΑ η νέα ΕΣΣΔ και η Κίνα οι νέες ΗΠΑ;

Το 1991 η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε, προκαλώντας μια πολύ σημαντική παγκόσμια ανακατανομή ισχύος και μια άνευ προηγουμένου σε εκτόπισμα -και ταχύτητα τέλεσης- αναδιαμόρφωση του διεθνούς συστήματος. Δεν είχε όμως πάψει ποτέ να είναι μια πανίσχυρη στρατιωτική δύναμη. Παρά τα προβλήματα συντήρησης που αντιμετώπιζαν τα στρατεύματά της κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της, διέθετε ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο, με διηπειρωτικούς πυραύλους σε επιθετική διάταξη, με στόχο το υπερατλαντικό αντίπαλον δέος. Και ως μια πανίσχυρη δύναμη πέρασε στην ιστορία, κληροδοτώντας στην -αισθητά μικρότερη σε μέγεθος και διεθνές εκτόπισμα- Ρωσία αρκετές από τις δυνατότητες του κόκκινου στρατού.

Πολλά «κανόνια», λίγο «βούτυρο»

Η στρατιωτική ισχύς της Σοβιετικής Ένωσης, στο λυκόφως του ογδονταετούς περάσματός της από την ιστορία, δεν συμβάδιζε με τις οικονομικές της δυνατότητες. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Economist, «πέρα από την καθαρά στρατιωτική δύναμη, κάθε άλλη πηγή φαινομενικής σοβιετικής ισχύος ήταν για χρόνια κενή περιεχομένου. Ο κεντρικός σχεδιασμός λειτουργούσε όταν η πρόοδος μετριόταν με τόνους χάλυβα ή τσιμέντου, ή με τανκς και πυραύλους. Όμως τα αντιστραμμένα κίνητρα οδηγούσαν επίσης σε εργοστάσια που παρήγαγαν με μηχανικά μέσα προϊόντα που κανείς δεν ήθελε, ενώ τα καταστήματα δεν διέθεταν τα επιθυμητά, από φρέσκο κρέας μέχρι ψυγεία. Η αφαιρούμενη αξία – παραγόμενα αγαθά που άξιζαν, σε πραγματικούς όρους, λιγότερο από τα υλικά που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τους- δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ” άπειρον. Εν τω μεταξύ, οι ελλείψεις δημιούργησαν μια μαύρη οικονομία καθοδηγούμενη από το έγκλημα, που, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, η αξία της ανερχόταν στο 30% της πραγματικής, ίσως και περισσότερο» (The Economist, November 7th-13th 2009, σελ. 28). Όλα αυτά την ώρα που η αμερικανική οικονομία ανθούσε, ο αμερικανικός λάιτ πολιτισμός εισέρρεε παντού και το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής αποτελούσε τον μοίχειο πόθο των καταπιεζόμενων από τα κομμουνιστικά καθεστώτα λαών.

Μήπως σήμερα συμβαίνει το ίδιο, αλλά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές;

Οι λάτρεις της θεωρίας που θέλει την ιστορία να διαγράφει κύκλους θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι η εποχή στην οποία ζούμε σήμερα παρουσιάζει ομοιότητες με την δεκαετία του ’80, όταν άρχισε και ολοκληρώθηκε το 1991, η αποκαθήλωση του σοβιετικού γίγαντα, την ώρα που θριάμβευε το «αμερικανικό όνειρο». Είναι γεγονός ότι στοιχεία όπως η τεράστια οικονομική ζημιά που υπέστησαν οι ΗΠΑ από την οικονομική κρίση, η αναδίπλωσή τους από διεθνείς εμπλοκές (Ιράκ, Κεντρική Ευρώπη), σε συνδυασμό με τον μειωμένο μεν αλλά ακόμη ιλιγγιώδη- ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας, θυμίζουν εκείνη την εποχή. Ταυτόχρονα, όπως και τότε, αλλά με πολύ διαφορετικά ισοζύγια, η υποχωρούσα δύναμη, παρά την οικονομική της δυσπραγία, διατηρεί μια γιγαντιαία στρατιωτική μηχανή, με δυνατότητες άμεσης προβολής ισχύος σε μεγάλη γεωγραφική ακτίνα. Ας εξετάσουμε όμως λίγο πιο προσεκτικά αυτά τα ζητήματα.

ΑΕΠ και ρυθμός ανάπτυξης

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν την μεγαλύτερη εθνική οικονομία στον κόσμο, με το ΑΕΠ τους να φτάνει τα 14,204,322 τρισεκατομμύρια δολάρια (2008). Την ίδια στιγμή, το αντίστοιχο ΑΕΠ της Κίνας, της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, ανερχόταν στα 4,326,187 τρισ. Περίπου δηλαδή στο ένα τρίτο. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία είναι της Ιαπωνίας, με ΑΕΠ που φτάνει τα 4,909,272. Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα πάλι με τον Economist, αναμένεται μέσα στον επόμενο χρόνο η κινεζική οικονομία να ξεπεράσει την ιαπωνέζικη και να καταστεί η δεύτερη μεγαλύτερη παγκοσμίως (the Economist, October 24th-30th 2009, A Special Report on China and America, σελ. 5). Και αυτό γιατί, σε ό,τι αφορά στον εξ” ίσου σημαντικό δείκτη του ρυθμού ανάπτυξης, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Εάν το ΑΕΠ ενός κράτους καταδεικνύει το μέγεθος της οικονομίας του με στατικούς όρους, ο ρυθμός ανάπτυξης διαγράφει την δυναμική της οικονομίας και την προοπτική της για το μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρυθμός ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας κυμαινόταν το 2008 μεταξύ 0,4 και 1,1%. Την ίδια περίοδο, η Κίνα παρουσίαζε ρυθμό ανάπτυξης που κυμαινόταν μεταξύ 6 και 10%. Η πτώση που παρουσίασε στο πρώτο μισό ωφειλόταν στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, ενώ εντός του 2009 επανήλθε η ανοδική τάση, με τον δείκτη να ανεβαίνει ξανά πάνω από 8%. Σύμφωνα δε με την Παγκόσμια Τράπεζα η προοπτική για το 2010 είναι θετική για την κινεζική οικονομία, η ανάκαμψη της οποίας οφείλεται σε «μεγάλα δημοσιονομικά και νομισματικά κίνητρα», με τα οποία αντιμετωπίστηκε η πτώση των εξαγωγών που παρατηρήθηκε ως αποτέλεσμα της κρίσης (China Quarterly Update, November 2009). Εν τούτοις, παρά την σημαντική δυναμική της Κινεζικής οικονομίας σε εθνικό επίπεδο, με όρους κατά κεφαλήν εισοδήματος η Κίνα παραμένει χαμηλά, στην 133η θέση, με 6,000 δολάρια ετησίως, ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται στην 10η θέση με 47,500.

Με τα δεδομένα που μόλις αναφέραμε και αν οι συγκριτικοί ρυθμοί ανάπτυξης συνεχίσουν να υφίστανται, δεν αποκλείται μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια η Κίνα να καταστεί η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Το γεγονός αυτό μπορεί να λέει πολλά για το μέλλον του διεθνούς συστήματος, μπορεί όμως να λέει και λιγότερα απ” ό,τι νομίζουμε. Μια ανάλυση που θα εμβάθυνε περισσότερο στο θέμα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα που ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την φαινομενικότητα των αριθμών που αναφέραμε, εάν λάμβανε υπόψη και άλλους παράγοντες όπως η τεχνολογική ανάπτυξη, η διάρθρωση της οικονομίας, η ευημερία του πληθυσμού, ο βαθμός ενεργειακής αυτάρκειας, η σύνθεση της βιομηχανίας κ.α.

Εξοπλιστικές δαπάνες και στρατιωτική τεχνολογία

Ένα άλλο, πολύ σημαντικό μέτρο ισχύος είναι οι στρατιωτικές δυνατότητες. Σε αυτό το επίπεδο οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απολαμβάνουν μιας αδιαμφισβήτητης πρωτοκαθεδρίας. Σύμφωνα με το BBC News (http://news.bbc.co.uk, 8 Ιουνίου 2009) το 2008 οι παγκόσμιες δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς παρουσίασαν ρεκόρ, έχοντας ανέλθει στα 1,464 τρισ. δολλάρια, 4% περισσότερες απ” ό,τι το προηγούμενο έτος. Από το 1999 η αύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 45%. Από αυτές τις δαπάνες, αναλογεί στις ΗΠΑ το ποσό-μαμμούθ των 607 δισ., που αντιστοιχεί σε ποσοστό 58%! Η Κίνα, ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατός, ξόδεψε το 2009 84,9 δις. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι Κίνα αυξάνει σταθερά (αν και ελαφρώς) τις εξοπλιστικές της δαπάνες από το 2000, ενώ οι ΗΠΑ, μετά την έκρηξη ανόδου επί διακυβέρνησης Μπους, φέτος προέβη σε μείωση για πρώτη φορά στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Εν τούτοις, η διαφορά είναι τόσο μεγάλη που πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί οποιαδήποτε τάση ανατροπής του τρέχοντος ισοζυγίου βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται αν λάβουμε υπόψη και την σημαντική υπεροχή των ΗΠΑ σε επίπεδο στρατιωτικής τεχνολογίας.

Υπερεξάπλωση

Κατά την δεκαετία του ’80 η Σοβιετική ένωση υπέπεσε στο σφάλμα της στρατηγικής υπερεξάπλωσης (επιδίωξη υψηλών στόχων χωρίς την κατοχή αντίστοιχων υλικών μέσων), με την εισβολή στο Αφγανιστάν και την χρηματοδότηση φιλικών καθεστώτων στην Ασία και την Αφρική, η οποία την οδήγησε μοιραία στην κατάρρευση. Τις συνέπειες μιας αντίστοιχης υπερεξάπλωσης αντιμετωπίζουν στις μέρες μας και οι ΗΠΑ, μετά το φιάσκο του πολέμου στο Ιράκ και τον συνεχιζόμενο και ολοένα και λιγότερο ελεγχόμενο πόλεμο στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με την χαρακτηριστικότατη περιγραφή του καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστου, «(…) άρχισαν να φαίνονται τα αρνητικά αποτελέσματα της μεταψυχροπολεμικής υπερεξάπλωσης του Κλίντον και των υιού και πατέρα Μπους. Την στιγμή μάλιστα που η έξοδος από το Ιράκ και το Αφγανιστάν δεν μπορεί παρά να είναι καταστροφική, πολλές νέες χώρες εν δυνάμει υπερδυνάμεις ήδη αμφισβητούν την επίπλαστη αμερικανική πρωτοκαθεδρία της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Μπροστά στέκεται ολόρθο το μέγα πρόβλημα, επιπλέον, της οικονομικής κρίσης, για την οποία οι ΗΠΑ φέρουν μεγάλη ευθύνη. (…) Στο επερχόμενο νέο περιβάλλον πολλών μεγάλων δυνάμεων οι ΗΠΑ θα αισθάνονται πολύ άβολα και αμήχανα» (Σύγχρονη Άποψη, τεύχος 8ον, Δεκέμβριος 2008). Μήπως αυτό το δεδομένο, σε συνδυασμό με τους διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που περιγράψαμε πιο πάνω, κυρίως στην οικονομία, μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάρρευση των ΗΠΑ -τύπου ΕΣΣΔ- την οποία να εκμεταλλευτεί η Κίνα και να ανέλθει στην κορυφή μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων; Να επωφεληθεί δηλαδή μιας ανακατανομής ισχύος στον βαθμό που επωφελήθηκαν οι ΗΠΑ την περίοδο 1988-1991;

Διαφορετικοί παίκτες, διαφορετικές συνθήκες

Το σενάριο αυτό μάλλον δεν είναι εύκολο να ευοδωθεί, για πολλούς λόγους. Η κατάσταση των ΗΠΑ δεν είναι τόσο δραματική, όσο της Σοβιετικής Ένωσης στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η οικονομία τους έχει προοπτικές ανάκαμψης, οι οποίες άρχισαν ήδη να διαφαίνονται. Επιπλέον, σε σχέση πάντα με την ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ είναι εθνικά ομοιογενείς και δεν κινδυνεύουν σε καμία περίπτωση να διαλυθούν στα εξ” ων συνετέθησαν εξαιτίας κάποιου εσωτερικού εθνικού ή εθνοτικού αναβρασμού. Οι ΗΠΑ διαθέτουν επίσης κάτι που η Σοβιετική Ένωση δεν απέκτησε ποτέ: Το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, η προσαρμοστικότητα του οποίου απέναντι στις κρίσεις έχει αποδειχθεί παροιμιώδης. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι στο επίκεντρο του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, έχει οικοδομηθεί σε αμερικανοκεντρικές βάσεις.

Αυτό που μάλλον αποτελεί την τάση του άμεσου μέλλοντος και που έχει αρχίσει ήδη να διαφαίνεται- είναι το πέρασμα σε έναν πολυπολικό κόσμο, όπου αυτός που θα έχει τα «κανόνια» δεν θα έχει κατ” ανάγκη και το «βούτυρο». Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποδεχτούν ότι η στρατιωτική τους υπεροπλία θα συνυπάρχει με την οικονομική άνθιση της Κίνας, σε μια νέα ισορροπία οικονομικής ισχύος. Αυτή όμως η δομή ενδεχομένως να μην είναι βιώσιμη επί μακρόν και να μην ευνοεί ένα ισορροπημένο και ασφαλές διεθνές σύστημα. Και αυτό γιατί τα διεθνή συστήματα τείνουν, αργά ή γρήγορα, προς την ταύτιση της στρατιωτικής ισχύος με τα οικονομικά δεδομένα και στην προσαρμογή του γοήτρου των μεγάλων δυνάμεων στην πραγματική ισχύ τους. Αυτό, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη δογματική προσκόλληση των δύο μεγάλων του διεθνούς συστήματος στην προάσπιση των υλικών τους συμφερόντων, αλλά και στην υπεράσπιση του γοήτρου τους, ίσως οδηγήσει σε ανεπιθύμητες καταστάσεις και σε αντιλήψεις του τύπου «ο νικητής τα παίρνει όλα». Εάν δε απουσιάσουν σοβαρές θεσμικές διαδικασίες ελέγχου και εξισορροπήσεων, ίσως οδηγηθούμε και σε επικίνδυνα διλήμματα ασφαλείας, τα οποία μπορεί ακόμη και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για θερμή σύγκρουση μεταξύ των δύο.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>