Γράφει:

Απαιτείται νέα προσέγγιση στην οικονομία

Ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου είναι πρώην Υπουργός Οικονομικών και Εσωτερικών και τέως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου

Η κυπριακή οικονομία πρέπει, έστω και τώρα, να τεθεί κάτω από το μικροσκόπιο. Να γίνει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των σημερινών δεδομένων που την συνθέτουν. Και μια αντικειμενική αξιολόγησή τους. Αλλά και μια διάγνωση των αιτίων που την έχουν επηρεάσει, ιδιαίτερα τoυς τελευταίους είκοσι μήνες, ώστε να περιέλθει στην σημερινή κατάσταση της υποχώρησης, με την επιβράδυνση πρώτα και την ύφεση ύστερα.

Είναι πολύ σημαντικό να εντοπίσουμε τους κύριους παράγοντες που διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο στην ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας και να σταθμίσουμε την προσκαιρότητα ή τη μονιμότητά τους ή έστω την κατά προσέγγιση διάρκειά τους. Και, ταυτόχρονα, με δυναμική οπτική, να εκτιμήσουμε τις μελλοντικές προοπτικές. Υπό το φως πάντοτε και την επήρεια των διεθνών οικονομικών εξελίξεων, υφιστάμενων και διαγραφόμενων.

Η κυπριακή οικονομία μάς έκανε πάντοτε περήφανους για την δυνατότητά της να αντεπεξέρχεται με επιτυχία στις εσωτερικές και εξωτερικές δοκιμασίες της. Και στις έξωθεν ή έσωθεν προερχόμενες κρίσεις που την έπλητταν. Να μνημονεύσουμε την πετρελαϊκή κρίση του 1971 και την ολοκληρωτική της καταστροφή από την βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974, αλλά και την κρίση του κόλπου του 1991 και τις επιπτώσεις από την πρόσφατη εισβολή στο Ιράκ, ακόμη δε και το ισχυρό ράπισμα της πρόσφατης σοβαρής κρίσης από την θεαματική εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου που ακόμη δεν έχουν σταθεροποιηθεί.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η οικονομία της Κύπρου αντεπεξήλθε χωρίς να κλονισθεί η υποδομή ή να ταραχθούν τα θεμέλιά της. Η απάντηση στο μεγάλο γιατί, στο κρίσιμο ερώτημα που αφορά τις δυνατότητες της επιβίωσης και της επιτυχούς αντιμετώπισης των δεινών δοκιμασιών της, δεν είναι ούτε απλή, ούτε μονοσήμαντη, ούτε μονοδιάστατη. Είναι πολυσήμαντη και πολύπτυχη και πολυδιάστατη. Και συναρτάται με τους θεμελιακούς παράγοντες που την υποδομούν και την επιστηρίζουν.

Είναι προφανής ο λόγος της εισαγωγικής αυτής τοποθέτησης. Η οποία στοχεύει στην υπόμνηση προς όλους, κυβερνώντες και κυβερνώμενους, εργοδότες και εργοδοτούμενους, ότι στην παρούσα οικονομική δυσμενή συγκυρία οφείλουμε να αντλήσουμε από το παρελθόν. Κυρίως το σχετικά πρόσφατο των σαράντα και πλέον χρόνων για να διδαχθούμε, να σχεδιάσουμε, να αναδιατάξουμε και να δράσουμε.

Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μερικές βασικές παραδοχές και αξιολογικές διαπιστώσεις:

Πρώτον, η ιδιωτική πρωτοβουλία υπήρξε κατά κανόνα ο κινητήριος μοχλός και η αδιάλειπτη δυναμική που κινούσε ανελικτικά την οικονομική μας δραστηριότητα.

Τούτο θα πρέπει να κατανοήσουν και να αποδεχθούν και οι κυβερνώντες, έστω και αν οι πολιτικά ελέγχοντες την εξουσία αφορμούνται από κρατικοποιητικές αντιλήψεις και σύνδρομα. Και να αξιοποιήσουν τον δυναμισμό, την δημιουργική φαντασία, την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα του ιδιωτικού τομέα.

Δεύτερον, ο δημόσιος τομέας ήταν ανέκαθεν ο σχεδιαστής, ο προγραμματιστής, ο συντονιστής, ο υποκινητής της ανάπτυξης. Ήταν εκείνος που αξιολογούσε τα δεδομένα, πρότασσε και προωθούσε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα και υποκινούσε την αξιοποίησή τους. Με όραμα και ρεαλισμό, με στόχευση και συνέπεια, με συγκεκριμένη στρατηγική και επιλεγμένη τακτική. Τίθεται και αυτό το σημαντικό στοιχείο υπόψη των κυβερνώντων, οι οποίοι εδώ και είκοσι μήνες άγονται και φέρονται από τις εξελίξεις, «ώσπερ σκάφος ακυβέρνητον τήδε κακείσε περιφερόμενον». Και ας μην εκληφθεί από αυτούς η προηγηθείσα υπόδειξη ως ερεσχελία. Γιατί δεν είναι απότοκη προκατάληψης ή πολιτικής εναντίωσης. Στα θέματα της οικονομίας οι μικρότητες είναι εξοβελιστέες.

Τρίτον, το ανθρώπινό μας δυναμικό αποτέλεσε διαχρονικά τον άξονα αλλά και κινητήριο μοχλό της δημιουργίας του κυπριακού οικονομικού θαύματος. Σε μια οικονομία υπηρεσιών όπως η δική μας, όπου ο τριτογενής τομέας συνεισφέρει γύρω στο 72% – 75% στην διαμόρφωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ο ανθρώπινος παράγοντας προεξάρχει, πρωταγωνιστεί και πρωτοκαθιδρεύει. Αρκεί να ενθαρρύνεται, να αξιοποιείται και να επιστρατεύεται. Ας έχουν τούτο υπόψη οι σημερινοί κυβερνώντες. Ο κομματισμός, ο νεποτισμός και η αναξιοκρατία ποτέ δεν υπήρξαν σύμμαχοι ή υποστηριχτές της ανάπτυξης, της προόδου και της ευημερίας.

Τέταρτον, η οικονομική πολιτική, χωρίς να χάνει τον βασικό προσανατολισμό της που έγκειται στην διαρκή, μεσομακροπρόθεσμα, εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου και της κοινωνικής ευημερίας του, βραχυπρόθεσμα ποτέ δεν υπέκυπτε στους πειρασμούς των εύηχων συνθημάτων και των ευτελών πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ας έχουν και τούτο υπόψη τόσον οι κυβερνώντες όσον και οι συμπολιτευόμενοι και οι αντιπολιτευόμενοι.

Οι πιο πάνω υπομνήσεις, διαπιστώσεις και υποδείξεις αφορμούνται από αγαθά ελατήρια, αλλά και επικυριαρχούνται από το στοιχείο της επικαιρότητας. Και έχουν ως αποδέκτες όλους μας. Γιατί η οικονομία είναι καθολική υπόθεση μιας συλλογικής και συγχρονισμένης λειτουργίας.

Ιδιαίτερα οι κυβερνώντες οφείλουν, έστω και τώρα, να αναλάβουν τις πρωτοβουλιακές ευθύνες και υποχρεώσεις τους. Την ώρα τούτη που οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις διαμορφώνονται επί το θετικότερον. Τώρα που τα οικονομικά μεγαθήρια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχίζουν να ανακάμπτουν και να στέλνουν μηνύματα σταδιακής εξόδου από την ύφεση, η δική μας οικονομία στέλνει μηνύματα σταδιακής εισόδου σε ύφεση. Οι λόγοι έχουν πολλάκις εκτεθεί και επεξηγηθεί. Και δεν θα τους επαναλάβουμε στο παρόν σημείωμα.

Θα υποδείξουμε, όμως, έντονα και επίμονα, ότι οι αρμοδίως διαχειριζόμενοι την οικονομία μας οφείλουν να εγκαταλείψουν την λογιστική και αριθμητική στατική τους τακτική και προσέγγιση. Να αντιληφθούν και να κατανοήσουν ότι το πρόβλημα δεν είναι να βρουν ακόμη 200 ή 300 εκατομμύρια εφάπαξ εσόδων από την πολεοδομική αμνηστία και την άμεση φορολόγηση. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός της ανυπαρξίας ολοκληρωμένης στρατηγικής και συγκεκριμένης στόχευσης. Με αποτέλεσμα να παραπαίουμε. Και να μεταπίπτουμε και να παλινδρομούμε.

Και την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση εξαγγέλλει αυστηρή περισυλλογή στις αντιπαραγωγικές δημόσιες δαπάνες χωρίς οποιοδήποτε χειροπιαστό αποτέλεσμα μέχρι της στιγμής προβαίνει ταυτόχρονα σε σημαντική αύξηση τωρινών και μελλοντικών μόνιμων ανελαστικών δαπανών, όπως η αύξηση κατά 10% περίπου των μόνιμων θέσεων της δημόσιας υπηρεσίας.

Και ενώ την μια μέρα διαλαλεί ότι υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι για περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω του 3%, την επόμενη μέρα μας εφησυχάζει, υπογραμμίζοντας ότι «δεν χάθηκε ο κόσμος» αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μας θέσει κάτω από δημοσιονομική επιτήρηση.

Αυτά και άλλα πολλά δεν αποτελούν συγκεκριμένη, σταθερή και στοχευμένη οικονομική και δημοσιονομική πολιτική. Ιδιαίτερα σε δύσκολες ώρες όπως αυτές που διερχόμαστε σήμερα. Που η οικονομία μας βιώνει, καθυστερημένα οπωσδήποτε, τις δυσμενείς επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Αποτελούν δείγματα προχειρότητας και ανεπάρκειας, ακόμη και αντίφασης και σύγχυσης.

Καιρός, συνεπώς, για νέα προσέγγιση στην οικονομία. Με όραμα και πρόγραμμα. Με στόχευση και ουσία. Με συγκεκριμένο προσανατολισμό. Για να ξαναβρούμε το δρόμο μας. Και να αποφύγουμε τα χειρότερα. Που δεν είναι αναπόδραστα.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>