Γράφει: ,

Συνέντευξη Φιόνας Σω: «Δεν έχουμε ποτέ ξεπεράσει τους Έλληνες»

Φιόνα Σω, ηθοποιός

στην Κατερίνα Γκότση

Τι κοινό μπορεί να έχει η Μήδεια με την Αντζελίνα Τζολί; Η Γουίνι με την Κλυταιμνήστρα; Η Ηλέκτρα με την θεία Πετούνια; Η Ιρλανδή ηθοποιός Φιόνα Σω, γνωστή στο ευρύ κοινό μετά την συμμετοχή της σε ταινίες του Χάρρυ Πόττερ, όπου ενσάρκωνε τη θεία του μικρού μάγου έγινε περισσότερο γνωστή στο ελληνικό κοινό ύστερα από την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου του Λονδίνου «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, που ανέβηκε πέρσι και πρόπερσι στην Επίδαυρο. Μια από τις σημαντικότερες θεατρικές παρουσίες της εποχής μας, η Σω έχει πρωταγωνιστήσει σε παραστάσεις σε όλο τον κόσμο και έχει ερμηνεύσει σπουδαίους ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, ανάμεσά τους αυτοί της Ηλέκτρας και της Μήδειας, για τους οποίους έχει επανειλημμένα βραβευτεί. Την συναντήσαμε στο Δουβλίνο, όπου μας μίλησε για τις αλλαγές στην χώρα της τα τελευταία δέκα χρόνια, για την εμπειρία της Επιδαύρου, για συσχετισμούς ηρώων από το αρχαίο δράμα με την σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά και για τις μεταφράσεις του αρχαίου δράματος.

Τι χαρακτηρίζει, για σας, μια καλή μετάφραση ελληνικής τραγωδίας;

Ξέρω ότι, όταν διαβάζω μεταφράσεις, μου αρέσουν αυτές που μένουν πιστές στα βασικά και θεμελιώδη νοήματα, δεν θέλω να επεμβαίνει κανείς πολύ σε αυτά.

Σε πολλές περιπτώσεις όμως, θεατρικοί συγγραφείς δημιουργούν δικές τους εκδοχές μιας τραγωδίας, βασισμένοι σε προηγούμενες μεταφράσεις· σε αυτή την περίπτωση δεν επεμβαίνουν πάρα πολύ;

Συμφωνώ απόλυτα ότι μετάφραση την μετάφραση απομακρύνεσαι όλο και πιο πολύ από την ουσία του έργου. Είναι η ουσία του έργου στην οποία πρέπει να μένει κανείς πιστός, το κέντρο του. Το αρχαίο κείμενο σε μετάφραση επίσης χάνει πολύ από την ποίησή του αλλά το αποτέλεσμα είναι κέρδος, κατά κάποιον τρόπο, για μας: Στην μετάφραση παραλαμβάνουμε κάτι πολύ γυμνό και βασικό, πράγμα το οποίο επιτρέπει σε ανθρώπους όπως ο Σέημους Χήνυ (Seamus Heaney) ή ο Φρανκ Μακ Γκίνες (Frank McGuinness) να συμπληρώσουν τα κενά. Ήρωες όπως η Ηλέκτρα, ο Ορέστης, η Ιφιγένεια είναι κάτι σαν πλαίσια, σαν σκιάχτρα τα οποία μπορείς να ντύσεις με ό,τι ρούχα θες.

Γιατί, όμως, οι άνθρωποι ακόμα και σήμερα χρειάζονται τους ελληνικούς μύθους σαν πλαίσια;

Για μένα είναι οι Έλληνες συγγραφείς αυτοί που εφηύραν τους βασικούς κανόνες πάνω στους οποίους χτίσαμε την ψυχολογία μας, δεν έχουμε ποτέ βρει ένα μοντέλο καλύτερο από τους Έλληνες. Δεν έχουμε ποτέ ξεπεράσει τους Έλληνες και αυτό που είναι αλήθεια τρομακτικό είναι ότι δεν έχουμε πάει ποτέ πέρα από τους Έλληνες. Ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής ιδιαίτερα είναι τόσο εξαιρετικοί στο να παίρνουν ιστορίες παλιότερες από αυτούς και μετά να τις επιτρέπουν να γεμίζουν με νόημα και έννοιες που θυμίζουν την Αθηναϊκή δημοκρατία. Θα μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς ότι είναι υπερβολικοί, ότι ο οίκος των Ατρειδών για παράδειγμα είναι πολύ περίεργος. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι μετά από δύο χιλιετίες είναι όλο και πιο αληθινοί. Με απλά λόγια, επομένως, το δώρο της Ελλάδας ήταν ότι μας έδωσε μέσα σε αυτά τα λίγα έργα το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίσαμε τον πολιτισμό μας.

Προφανώς όμως τα έργα αυτά δεν έχουν χάσει την επαφή τους με τον σύγχρονο πολιτισμό, έχουν;

Σαφέστατα όχι. Για το ανέβασμα της Μήδειας παρακολουθήσαμε σειρές σχετικά με τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και την Βικτώρια, την ενσάρκωση του «επιτυχημένου ζεύγους», μια έννοια αρκετά ενδιαφέρουσα στην εποχή μας. Ποιες είναι οι πιέσεις πάνω σε ένα επιτυχημένο ζευγάρι; Πολύ περισσότερες από ό,τι σε ένα συνηθισμένο ζευγάρι και συχνά τραγωδίες έχουν χτιστεί πάνω σε αυτό, έτσι δεν είναι; Έχεις έναν νέο πρίγκιπα, κάποιον για τον οποίο υπάρχουν μεγάλες προσδοκίες, επομένως η πτώση είναι πιο δραματική. Μας άρεσε πολύ αυτό με τον Μπέκαμ και την Βικτώρια, ένα ζευγάρι που περνάει καλά, αλλά τι γίνεται όταν κάτι δεν πάει καλά, κάτι που στην ζωή συμβαίνει όλη την ώρα;

Δεν είναι θλιβερό, το ότι πολλές φορές το κοινό θέλει να βλέπει την πτώση των «επιτυχημένων ζευγαριών»;

Σαφώς, αλλά είναι αλήθεια. Αρκετοί αδημονούν να δουν την πτώση της Αντζελίνα Τζολί και του Μπραντ Πιτ, ανθρώπων που είναι σαν τον Ιάσονα και την Μήδεια. Φαντάσου το, πάνε για ύπνο κάθε βράδυ με τα παιδιά τους και κάπου παραέξω υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να τους κάνουν να δυστυχήσουν. Και είναι πολύ πιθανό να συμβεί, όχι επειδή το θέλουν, αλλά εξ’αιτίας όλης αυτής της πίεσης. Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να το αντέξει κανείς.

Ίσως αυτό συμβαίνει γιατί αισθανόμαστε ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι τόσο πολύ πάνω από εμάς και θέλουμε να πέσουν, έτσι ώστε να αισθανθούμε ότι ακόμα κι αυτοί μπορεί να κάνουν λάθη ή να είναι δυστυχισμένοι.

Εμείς τους τοποθετούμε πάνω από μας κι εμείς τους κατεβάζουμε. Είναι πολύ δύσκολο για αυτούς. Η Μήδεια είναι έτσι, οι άνθρωποι την θαυμάζουν, αλλά και την φοβούνται, και έτσι είναι και η Αντζελίνα Τζολί, είναι το ίδιο, ακριβώς το ίδιο. Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στην φήμη, λάτρευαν την δόξα. Ήταν σπουδαίο να είναι κάποιος φημισμένος αθλητής, ή φημισμένος συγγραφέας και είναι ακόμα έτσι: Όταν είμαι στην Αθήνα αγαπούν τους φημισμένους ανθρώπους, είναι πολύ σπουδαίο πράγμα για την Ελλάδα. Συναντώ πολλούς σκηνοθέτες που τονίζεται ότι είναι φημισμένοι, ή διάσημους τραγουδιστές, γενικά επιμένουν πολύ στην αξία της φήμης, της διάκρισης.

Πιστεύετε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στην τραγωδία υπάρχουν βασιλιάδες και βασίλισσες, άνθρωποι που είναι πραγματικά πάνω από τους συνηθισμένους;

Ναι, αλλά αντιπροσωπεύουν εμάς. Το έχουμε και στα παραμύθια επίσης: Έχουμε τον πρίγκιπα και την πριγκίπισσα, αλλά στην πραγματικότητα εμείς είμαστε ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα παντρεύεται τον βασιλιά και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, με ευτυχία και πλούτο. Ίσως οι άνθρωποι παρουσιάζουν ενδιαφέρον επίσης όταν είναι πλούσιοι και δεν χρειάζεται να καλλιεργούν πατάτες για να ζήσουν. Οι αγρότες δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον απλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ασχολούνται με την γη. Αλλά οι άνθρωποι που είναι πλούσιοι έχουν και πολύ χρόνο για ανθρώπινη επικοινωνία. Κάθε χώρα, η Αμερική για παράδειγμα, είναι γεμάτη από ποπ σταρς, ή άλλους αστέρες τους οποίους έχουμε αναγάγει σε εκπροσώπους της ελπίδας. Ποιος δεν θα ήθελε να είναι ένας από τη οικογένεια των Κένεντυ ή ο Ωνάσης; Ο Ωνάσης παντρεύτηκε άλλη μια βασίλισσα, αργότερα σκοτώθηκε ο γιος του, μετά αρρώστησε ο ίδιος και η ιστορία συνεχίζεται. Και στους πλούσιους βλέπεις την τραγωδία πιο έντονα γιατί ακριβώς δεν τους απασχολεί η επιβίωση.

Κάποιες φορές το κοινό ελκύεται από αστέρες, διάσημους συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς…

Νομίζω ότι επίσης έχει να κάνει με την αναγνωρισιμότητα. Εγώ είμαι πολύ γνωστή για την συμμετοχή μου σε ταινίες του Χάρρυ Πόττερ (Harry Potter), και όπου πάω συναντάω αγόρια και κορίτσια και η συζήτηση είναι πάντα η ακόλουθη: «Είσασταν στον Χάρρυ Πόττερ;», λέω «ναι». Κι εκεί σταματάει, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να πεις. Αλλά σε αναγνωρίζουν, κάτι από το πρόσωπό σου είναι στο κεφάλι τους και σε αναγνωρίζουν και αυτό είναι κάτι που υπήρχε από τα αρχαία χρόνια. Στις μέρες μας, θέλουμε τις ελληνικές τραγωδίες. Αποφεύγω την χρήση της λέξης «σταρ», αλλά χρειάζεσαι ανθρώπους που έχουν την υποκριτική ικανότητα για να σηκώσουν τους ρόλους στις πλάτες τους. Υπάρχουν όμως και πάρα πολλοί ανώνυμοι ηθοποιοί που παίζουν τραγωδία. Οι σπουδαστές το κάνουν όλη την ώρα, τους αρέσει να παίζουν γιατί η εμπειρία των χαρακτήρων στην ελληνική τραγωδία είναι τόσο μακριά από τις καθημερινές εμπειρίες, κάτι που την κάνει εξαιρετική.

Πιστεύετε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι νέοι άνθρωποι ελκύονται από αυτούς τους ρόλους;

Νομίζω επειδή προσπαθούν να δουν τα όριά τους. Αν παίξεις μόνο με σένα και με μένα, με δύο ανθρώπους που πίνουν τον καφέ τους ή το τσάι τους, δεν υπάρχει τίποτα να παίξεις. Την στιγμή όμως που λες «α, και παρεμπιπτόντως…», ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια εμπειρία ζωής, θανάτου και αιωνιότητας, αντιμέτωπος με μεγάλα ερωτήματα κι εκεί είναι που στην πραγματικότητα ξεκινά το δράμα, την στιγμή που ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε, τι συμβαίνει εκεί έξω. Εδώ δεν ανακαλύπτουμε τίποτα, δόξα τω θεώ δηλαδή, γιατί δεν θέλω να ανακαλύψω τίποτα, θέλω να πιω το τσάι μου και να συζητήσω. Αλλά είναι σημαντικό όταν τα πράγματα γίνονται ακραία και το θέατρο είναι μοναδικό για αυτή την δουλειά. Η άνθιση της ελληνικής τραγωδίας είναι η άνθιση του ίδιου του θεάτρου, το οποίο στο βάθος του είναι ελληνικό, παντελώς ελληνικό. Να γιατί λάτρεψα την εμπειρία της Επιδαύρου. Ήμουν σε ένα μέρος όπου 2.400 χρόνια πριν οι άνθρωποι έκαναν το ίδιο πράγμα.

Διαχωρίζετε δηλαδή αυτή την συγκεκριμένη εμπειρία από άλλες θεατρικές εμπειριές;

Σαφέστατα. Βρισκόμουν μέσα στο παρελθόν, βρισκόμουν μέσα σε αυτό. Ήταν φανταστικό. Έκανα κάτι 2.400 χρόνια αργότερα από έναν άλλο ηθοποιό, ο οποίος μπορεί να βρισκόταν εκεί, αγχωμένος επίσης. Ήταν ό,τι καλύτερο. Και αισθάνομαι ότι οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ συνδέονται ιδιαίτερα με την αρχαία τραγωδία. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Γουίνι είναι η σύγχρονη απάντηση στην Κλυταιμνήστρα, δεν υπάρχει τέλος στην ιστορία της, είναι ουσιαστικά η βασίλισσα του τίποτα. Μεταξύ τους δεν μοιάζουν καθόλου, δεν έχουν καμία ομοιότητα, αλλά συνδέονται γιατί και οι δύο έχουν μέσα τους την τραγωδία, έχουν και οι δύο άλυτα ζητήματα, ζουν σε ένα σύμπαν όπου δεν έχουν αρκετή δύναμη ώστε να προχωρήσουν κι εκεί υπάρχει μεγάλη σύνδεση. Αισθανόμουν ότι η Γουίνι νιώθει άνετα στην Επίδαυρο.

Αντίστοιχα, πώς ένιωσε η Μήδεια ή η Ηλέκτρα στο Άμπεϋ Θήατερ, το Εθνικό Θέατρο του Δουβλίνου;

Η Μήδεια ανέβηκε το 2000, αρχικά στο Άμπεϋ, κι εκεί βρέθηκα προ εκπλήξεως: Οι Ιρλανδές γυναίκες, μέλη του Χορού – βαθύτατα Καθολικές καθώς ήταν – δυσκολεύτηκαν πραγματικά πάρα πολύ να συμμετέχουν σε ένα έργο όπου θα έπρεπε να δικαιολογήσουν ή να κατανοήσουν την συμπεριφορά της Μήδειας και πράγματι χρειάζεται κανείς να έχει ένα πολύ ανοιχτό μυαλό για να κατανοήσει την αιτιολογία. Δεν χρειάζεται να το αποδεχτείς ηθικά ή να συμφωνήσεις με την απόφαση του χαρακτήρα, αλλά πρέπει να καταλάβεις την απόφαση του χαρακτήρα και η Ιρλανδία δεν είναι καθόλου καλή σε αυτό. Ο Καθολικισμός στην Ιρλανδία υπήρξε μια θρησκεία, η οποία χωρίς καμία υπερβολή επέβαλε στους Ιρλανδούς τι να σκέφτονται και τι να αισθάνονται.

Έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε;

Τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν αλλάξει δραματικά. Βρισκόμαστε σήμερα σε ένα σημείο όπου στην πραγματικότητα δεν υπάρχει Θεός σε αυτή την χώρα, είναι ακόμα εκεί δηλαδή αλλά όχι ιδιαίτερα, υπάρχει πολύ λίγη πίστη. Δεν υπάρχει πνευματικότητα, αισθάνομαι ότι αγοράσαμε το «αμερικάνικο όνειρο» ίσως είναι μια αναπόφευκτη μετάβαση για τη χώρα, ίσως η επόμενη γενιά να ξεκινήσει ηθικά ξανά από την αρχή, είναι απίστευτο πόσο έχουν αλλάξει οι αξίες σε αυτή την χώρα μέσα σε δέκα χρόνια.

Γιατί αυτό;

Το οικονομικό θαύμα της Ιρλανδίας, γνωστό και ως «Κέλτικη Τίγρης». Έχουμε τα περισσότερα χρήματα από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη, ήμασταν η δεύτερη φτωχότερη χώρα μετά την Ελλάδα, με την οποία έχουμε πολλά κοινά στον 20ο αιώνα: Και οι δύο ήμασταν φτωχές χώρες, με μικρές δυνατότητες στην γεωργία, πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση και με τον ίδιο τρόπο που η Τουρκία αποτελούσε πάντα μια ενόχληση για τους Έλληνες, έτσι και η Βρετανία αποτελούσε μια ενόχληση για τους Ιρλανδούς. Όλα αυτά τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια. Η Ιρλανδία έχει ξαφνικά περισσότερα χρήματα από οποιαδήποτε άλλη χώρα και έτσι τα χρήματα ήρθαν στην χώρα την ίδια στιγμή που η πνευματικότητα αποχωρούσε.

Συνδέεται το ένα με το άλλο, ή είναι απλά μια σύμπτωση;

Δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω είναι ότι και τα δύο συνέβησαν την ίδια στιγμή…

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>