Γράφει:

Τα χανούτια της Κύπρου

Οι ταβέρνες και γενικά οι χώροι όπου πωλούνταν διάφορα είδη τροφίμων κατά την φραγκοκρατία και βενετοκρατία αναφέρονται από τους Κύπριους χρονογράφους, Λεόντιο Μαχαιρά και Γεώργιο Βουστρώνιο, με τη λέξη «χανούτια». Πρόκειται για λέξη περσικής αρχής που διαδόθηκε στην αραβική, αρμενική και ελληνική. Το όλο θέμα σχετικά με την λέξη «χανούτι» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί η λέξη διασώθηκε και επικράτησε στην Κύπρο. Τουλάχιστον έως το 1974 οι λέξεις «χανούτιν» και «χανουτάρης» χρησιμοποιούνταν στην Καρπασία από άτομα κάποιας προχωρημένης ηλικίας. Στον ελλαδικό χώρο είναι εντελώς άγνωστη η λέξη και η έννοιά της και ούτε απαντά σε κείμενα του 15ου και 16ου αιώνα, όπως συμβαίνει αντίστοιχα στον κυπριακό χώρο. Η μόνη σχετική είδηση που έχουμε για μια λέξη που φαίνεται να έχει σχέση με τη λέξη «χανούτι» από τον ελλαδικό χώρο, είναι η λέξη «χανακάς». Σύμφωνα με στοιχεία που διαθέτουμε, απαντά σε μεσαιωνικό κείμενο αναφερόμενο στον Πόντο η λέξη «χανακάς» ως συνώνυμη με τη λέξη «χάνι». Είναι πρόδηλο ότι η λέξη «χανούτιν» καθώς και η λέξη «χάνι» αλλά και «χανακάς» προέρχονται ακριβώς από την ίδια ρίζα.

Η λέξη «χανούτιν» πολλές φορές στους Κύπριους χρονογράφους όπως επίσης στις Ασσίζες και στα Ανθη Χαρίτων, έχει την έννοια πανδοχείου, εργαστηρίου, καταστήματος, παντοπωλείου, οινοπωλείου, κρεοπωλείου, καπηλειού κ.ά. Η δε λέξη «χανουτάρης» έχει την έννοια του ταβερνιάρη ή ταβερνάρη, κρεοπώλη, καταστηματάρχη, οινοπώλη, κάπελα ή πανδοχέα. Αντίθετα η λέξη «χάνι», η οποία επικράτησε αργότερα, αποτελεί σταθμό για τα καραβάνια, κατάλυμα για ανθρώπους και ζώα, χώρο επίσης όπου μπορούσε κάποιος να φάει, να πιει κρασί ή ακόμη να αγοράσει ή να πωλήσει προϊόντα. Σε μερικές περιπτώσεις αναφέρεται ότι στα χάνια λειτουργούσαν ακόμη και χαμαιτυπεία.

Τα χανούτια στους Κύπριους χρονογράφους

Ο Λεόντιος Μαχαιράς, μνημονεύοντας την ανανέωση των προνομίων, την οποία είχε κάνει ο Πέτρος Α΄ στην παροικία των Γενουατών στην Κύπρο, αναφέρεται και σε σχετικό προνόμιο που αφορούσε στα χανούτιά τους: «τα ζυγία τους Γενουβίσους και τα μέτρη τους όπου έχουν χανουτία να ήνε εις την αφεντιάν τους, τουτέστιν του ποδεστά τους, καθώς το λαλεί το προβιλίτζιν (προνόμιο)» Πρόκειται για προνόμιο το οποίο τους είχε ήδη παραχωρηθεί από τον Φράγκο βασιλιά Ούγο, τον Ιανουάριο του 1232. Επίσης ο Μαχαιράς σε μια άλλη περίπτωση αναφέρεται στο χανούτιν του Γιαφούνη στην Λευκωσία, μέλους της τότε πολύ γνωστής αλλά και έως τον 17ο αιώνα κυπριακής οικογένειας. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά για τα χανούτια από τον ίδιο χρονογράφο, η οποία σχετίζεται με τον βασιλιά Πέτρο Α΄: «και ο βαχλιώτης του εζήτησε λάδι να βάλει εις τ” αγρελλία (σπαράγγια), και ελησμονήσα ν” αγοράσουν, και τα χανουτία εσφαλίσαν ότι ήτον αργά». Ο οικονόμος του ανακτόρου είχε λησμονήσει να αγοράσει λάδι και επειδή ήταν ήδη αργά είχαν κλείσει τα «χανουτία», γεγονός που εξόργισε τον Ρήγα. Το περιστατικό αυτό είχε λάβει χώρα την παραμονή της δολοφονίας του ανδρείου Ρήγα το έτος 1369.

Από έγγραφα της περιόδου της φραγκοκρατίας, και ειδικά των ετών 1468-1469, παρατηρούμε ότι η λέξη χανούτιν έχει την σημασία που προαναφέραμε. Το 1468 ο Φράγκος βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ απάλλασσε τον Μάρκο Γαβριήλ από την καταβολή κάποιου φόρου για πέντε χανούτια, τα οποία είχε στην Αμμόχωστο ένεκα των καλών υπηρεσιών τις οποίες είχε προσφέρει. Κατά το ίδιο έτος και κατά τον ίδιο τρόπο είχε απαλλαγεί από το φόρο και το μοναστήρι του Αγίου Συμεών στην Αμμόχωστο, το οποίο είχε στην ιδιοκτησία του τέσσερα χανούτια που ήταν ακριβώς δίπλα από το βασιλικό ανάκτορο. Επιπρόσθετα σε έγγραφο επίσης του 1468 παραχωρούνταν στον Jean Perez Fabrices, μετέπειτα κόμη Καρπασίας, τα χωριά Κνώδαρα, Κουκάς και Μονιάτης καθώς και τα χανούτια, τα οποία βρίσκονταν σε αυτά. Η ύπαρξη χανουτίων στα χωριά της Κύπρου επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές της φραγκοκρατίας, στις οποίες καταδεικνύεται ότι σε κάθε οικισμό, μεγάλο ή μικρό, της μεγαλονήσου, υπήρχε ένα χανούτι για εξυπηρέτηση των κατοίκων.

Ο χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος αναφέρεται σε ένα χανούτι, έξω από την Λευκωσία, το οποίο παραχωρήθηκε σε ευνοούμενο του βασιλιά Ιακώβου Β΄, τον Καρτσία Τεναβάρρον. «Και είχεν έναν χανούτιν έξω της Χώρας, του σιρ Γιλιάμ Στράμπαλη, και, έχοντα και ο Ρήγας άρμασέν τον με την γυναίκαν του, επήρεν και το χανούτιν. Και δεν είχεν πογέριν (δικαίωμα) να σφάξει έξω». Το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει την ύπαρξη χανουτίων έξω από την Λευκωσία, κοντά στην Πύλη του Φόρου, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω και ότι τα χανούτια μπορεί να ήταν ακόμη και κρεοπωλεία. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι η λέξη «χανούτιν» επεκράτησε τόσο στα επίσημα έγγραφα της φραγκοκρατίας ως canutes όσο και στα έγγραφα της βενετοκρατίας ως canute ενώ οι ιδιοκτήτες των χανουτίων, οι χανουτάρηδες, αναφέρονται σε βενετικό έγγραφο της τελευταίας δεκαετίας της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο ως chanutari.

Τα χανούτια της Λευκωσίας

Η ύπαρξη ταβερνών ή χανουτίων, όπως αναφέρονται, έξω από την πρωτεύουσα και κυρίως στην περιοχή εκεί που αργότερα, δηλαδή το 1567, οικοδομήθηκαν οι προμαχώνες της βενετικής οχύρωσης της Λευκωσίας Caraffa, Flatro και Podocattaro μαρτυρούνται από την εποχή των Λουζινιάν. Εκεί, στη νοτιοανατολική πλευρά της πρωτεύουσας, όταν ακόμη υφίστατο η μεσαιωνική οχύρωση της πόλης υπήρχε η λεγόμενη Πύλη του Φόρου, η οποία και μνημονεύεται από τους χρονογράφους Λεόντιο Μαχαιρά, Γεώργιο Βουστρώνιο αλλά και από άλλους Κύπριους χρονογράφους. Οι Γενουάτες, όπως σημειώνει ο Λεόντιος Μαχαιράς, το 1373 είχαν κουρσέψει την Λευκωσία και: «εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ως τον πύργον του Αγίου Ανδρέα». Κοντά στην Πόρτα του Φόρου ήταν και το μέγαρο των εμπόρων( palazzo dei mercanti), η δημοτική αγορά, θα μπορούσαμε να πούμε. Εκεί έφθαναν καθημερινώς εμπορεύματα από την Αμμόχωστο και προϊόντα από την Μεσαορία και τα περίχωρα της Λευκωσίας για προμήθεια και εφοδιασμό της πρωτεύουσας. Υπήρχε βέβαια και ένας δασμός, τον οποίο όφειλαν να πληρώσουν οι έμποροι και οποιοσδήποτε άλλος μετέφερε προϊόντα μέσα στην πόλη. Ακριβώς γι” αυτό το λόγο η πύλη αυτή ονομαζόταν Πύλη του Φόρου. Τα διαπύλια αυτά, όπως θα μπορούσαμε να πούμε, απαντώνται πολλές φορές στις πηγές με τη λέξη cambele ή cambella από την αραβική λέξη al-qabala, δηλαδή φόρος που καταβαλλόταν όπως εξηγήσαμε παραπάνω για τα προϊόντα που μεταφέρονταν μέσα στην πρωτεύουσα. Σε έγγραφα της φραγκοκρατίας ο φόρος αυτός αναφέρεται ως μεγάλη gabella της πύλης της Λευκωσίας (grande gabelle de la porte a Nicosie) και ο ίδιος φόρος συνέχισε να υφίσταται και επί βενετοκρατίας, όπως έχουμε διαπιστώσει σε έγγραφο του 1538.

Με την οικοδόμηση της νέας οχύρωσης της Λευκωσίας, το 1567, κατεδαφίστηκαν 100 κατοικίες, μερικά μέγαρα πλουσίων, 80 εκκλησίες και σπουδαία μοναστήρια αλλά και τα χανούτια, τα καταστήματα δηλαδή και οι ταβέρνες της Λευκωσίας, που βρίσκονταν στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης. Την πληροφορία αυτή διασώζει βενετική πηγή του 1567. Επίσης αναφορά γίνεται και από τον τελευταίο βισκούντη Αμμοχώστου Πέτρο Βαλτέριο. Μάλιστα, όπως σημειώνει ο ίδιος, τα ερείπια των χανουτίων αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως χαρακώματα το καλοκαίρι του 1570, όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Λευκωσία και έβαλλαν κυρίως κατά του προμαχώνα Podacattaro.

Σύμφωνα με μια επιστολή του Βενετού τοποτηρητή Κύπρου Φραγκίσκου Bragadin, με ημερομηνία 9 Μαΐου 1531, πληροφορούμαστε ότι κατά την εποχή των Λουζινιάν είχε δοθεί άδεια για την λειτουργία πέντε χανουτίων έξω από την πόλη και αργότερα οι Βενετοί τοποτηρητές επέτρεψαν να λειτουργήσουν συνολικά δώδεκα χανούτια. Κάθε χανούτιο όφειλε να καταβάλλει ετησίως στο Δημόσιο Ταμείο ως φόρο ένα δουκάτο. Σύμφωνα με τον ανωτέρω τοποτηρητή τα χανούτια αυτά ήταν πολύ χρήσιμα στους κατοίκους της πρωτεύουσας. Το εμπόριο του κρέατος καθώς και άλλων τροφίμων που διεξαγόταν στα χανούτια έξω από την πρωτεύουσα, απαλλασσόταν από τον δασμό των διαπυλίων.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>