Μια Λέξη του 1989 για την Κύπρο (Μέρος Β’)

Αντώνης Σαμαράκης

(Το κείμενο είναι από την αυτοβιογραφία του συγγραφέα)

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Αν αγαπάς με όλη σου την ψυχή και θέλεις να μιλήσεις για την αγάπη σου αυτή, μπορείς βέβαια να πεις πολλά εξηγώντας και αναλύοντας ό,τι αισθάνεσαι. Από τα παιδικά μου χρόνια μου συμβαίνει να μην έχω εμπιστοσύνη σε μια τέτοια διαδικασία. Γιατί νομίζω ότι με την απαρίθμηση των λόγων για τους οποίους αγαπάς, δίνεις μεν ένα λογικό σχήμα αλλά τελικά δεν αποδεικνύεις τίποτα, είναι κάτι το μάταιο. Είναι αδύνατον έτσι να διεισδύσεις στον μυστικό, τον μαγικό ξώρο του έρωτα, να ανακαλύψεις και να αποκαλύψεις το φίλτρο που συγκλονίζει το σώμα σου, το νου σου, την καρδιά σου. Φτάνει και περισσεύει να πεις «σ’αγαπώ», τα λέει όλα. Θα ήθελα λοιπόν να πω εδώ: «Σ’αγαπώ Κύπρος».

Πάνε πολλά χρόνια, δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια από την πρώτη μου γνωριμία με την Κύπρο. Από τότε το ελληνικό τούτο νησί πλέει μέσα μου, σχεδία αγωνιστικότητας και ελπίδας και ομορφιάς για μένα, το ναυαγό στη σκληρή θάλασσα μικρότητας που λίγο-πολύ μας έχει όλους αιχμαλωτίσει. Έχω γευτεί τη γοητεία της Κύπρου πολλές ως τώρα φορές. Αλλά έχω ζήσει και τον πόνο της και το λυγμό της για τον άδικο, τον άτιμο σφαγιασμό της από τον Τούρκο εισβολέα.

Από το 1974 που η μαρτυρική νήσος Κύπρος μαχαιρώθηκε με την επιδρομή του Αττίλα έχουν κυλήσει είκοσι δύο χρόνια. Η πρώτη εισβολή των τουρκικών δυνάμεων ήταν στις 20 Ιουλίου 1974, κατέλαβαν το 3.63% του εδάφους της Κύπρου. Ακολούθησε η δεύτερη εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974 -Αττίλας 2- και η τουρκική κατοχή απλώθηκε στο 36.4% συνολικά της κυπριακής γης, 200,000 περίπου Έλληνες πρόσφυγες, το 40% του ελληνικού πληθυσμού. Νεκροί Ελληνοκύπριοι, κατά προσέγγιση 4,500. Τραυματίες ων ουκ έστιν αριθμός. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός βεβαιώνει 2,526 αιχμαλώτους. Αγνοούμενοι 1619 μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στα βάθη της Τουρκίας, στην Ανατολία, και από τότε μυστήριο καλύπτει την τύχη τους. Εκατοντάδες χιλιάδες οι ξεριζωμένοι, οι πρόσφυγες μέσα στη δική τους χώρα. Αλλά και αμείλικτη η λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, θησαυρών τέχνης που επί αιώνες κοσμούσαν το νησί.

Ποια ήταν η στάση της διεθνούς κοινότητας αντίκρυ στην τραγωδία της Κύπρου; Ποια ήταν η αντίδραση των υπερδυνάμεων μπροστά στο έγκλημα της Τουρκίας, χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ, που προχώρησε σε αιφνιδιαστική επίθεση και εισβολή εναντίον μιας άλλης χώρας, της Κύπρου, μέλους των Ηνωμένων Εθνών; Και μάλιστα με τα όπλα που είχε δώσει στον γκάνγκστερ εισβολέα το ίδιο το ΝΑΤΟ. Αλλά και με όπλα από τις ΗΠΑ και με την πλήρη απάθεια της Σοβιετικής Ένωσης. Μηδέν ήταν η αντίδρασή τους. Ενώ στην περίπτωση της ανάλογης επίθεσης του Ιρακ στο Κουβέιτ, επειδή εκεί υπάρχει πετρέλαιο και παίζονται τεράστια οικονομικά συμφέροντα, κινητοποιήθηκαν οι πάντες. Αν είχε πετρέλαιο και η Κύπρος… Τι βρώμικη που είναι η διεθνής πολιτική!

Κάθε φορά που έχω τη χαρά αλλά και τον πόνο να πατώ το αγιασμένο χώμα της Κύπρου αισθάνομαι να με σφιχταγκαλιάζουν αιώνες ελληνικού πολιτισμού. Ορφανεμένη από τη μάνα της την Ελλάδα, η Κύπρος εξακολουθεί πάντα να πάσχει αλλά και να αγωνίζεται.

Θέλω ακόμη να πω ότι και πριν από την τουρκική εισβολή, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν, το ελληνικό αίμα χυνόταν ποτάμι, τότε ήταν οι Άγγλοι δυνάστες που ανελέητα τσάκιζαν και την παραμικρή διαμαρτυρία και εξέγερση το λαού της Κύπρου με πρωτοπορία τα νιάτα της. Πλήθος οι Έλληνες πατριώτες που εκτελέστηκαν από τους Άγγλους και με απαγχονισμό από χέρια «χριστιανικά».

9000 χρόνια πολιτισμού αριθμεί η Κύπρος. Ένας Ελληνισμός που και μέσα στις σημερινές σκληρές ώρες δημιουργεί σε μια εκπληκτική νεότητα και ανθεί. Στην Κύπρο είναι η ψυχή μου, την οραματίζομαι ελεύθερη και δικαιωμένη στον αγώνα της. Τη σκέφτομαι πάντα με βαθιά ευγνωμοσύνη για τη χαρά που μου έχει δώσει. Τη σκέφτομαι με όλη μου την αγάπη, τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Αντί για όλα αυτά τα φτωχά λόγια που είπα για την Κύπρο, θα έπρεπε ίσως να γράψω στο χώμα της τις δύο εκείνες λέξεις -σύνθημα και όρκο ιερό απροσκύνητης αντίστασης:

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ πως έχω ακόμα

αδελφούς μες στη σκλαβιά

στης Ηπείρου τα λαγκάδια

και στην Κύπρο τη γλυκιά

Μόνο εύχομαι να ζήσω

να τους δω στη λευτεριά

την Ελλάδα ν” αντικρίσω

πιο μεγάλη, πιο πλατιά.

(Το έγραψε το 1931, όταν συνάντησε τους Κύπριους αγωνιστές

που τους εξόρισαν από το μαρτυρικό νησί οι Άγγλοι)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Πάτροκλος Σταύρου γράφει για τον Καζαντζάκη και την σχέση του με την Κύπρο. Η αναφορά της Κύπρου είναι εγκατασπαρμένη σε όλο το έργο του Καζαντζάκη, αναφορά φυλετική, εθνική, αγωνιστική, ανθρώπινη, που ξεκινά από τα μυθικά και ιστορικά χρόνια και καλύπτει, με λόγο αδρό και ρωμαλέο, και τα χρόνια του αιματηρού εθνικού αγώνα της για ελευθερία στην δεκαετία του 1950. Στους πνευματικούς ανθρώπους που τους επισκέπτονταν στην Αντιμπ μιλούσε πάντοτε με πάθος και συγκίνηση για την Κύπρο και διετύπωνε σκέψεις για την ευόδωση του αγώνας της.

Στο γράμμα του, της 8ης Σεπτεμβρίου 1954, προς τον Χουρμούζιο γράφει: «Πολύ χάρηκα τα άρθρα του Δαμωνίδη για την Κύπρο. Σοβαρά, μελετημένα, ισορ-ροπημένα, ακαταμάχητα. Ποιος είναι ο Δαμωνίδης αυτός; Του σφίγγω με ευγνωμοσύνη το χέρι. Μου μήνυσες με την Αγνή να γράψω άρθρο για την Κύπρο. Από πολλές εβδομάδες έστειλα στη Ν. Εστία ένα άρθρο. Μακάρι να ήθελες να το αναδημοσιέψεις. Τι ατιμία, τι υποκρισία και αναίδεια εγγλέζικη! Κι η φίλη μας η Τουρκία; Ο κόσμος τούτος σάπισε. Delenda Carthago».

Η Κύπρος και το Νόμπελ που χάθηκε

Στην ατελείωτη διελκυστίνδα για Καζαντζάκη και Νομπέλ που οδήγησε στο να χάσει ο συγγραφέας τελικά την τιμή αυτή ίσως να εμπλέκεται και η Κύπρος, με το κυπριακό πρόβλημα, που κορυφώθηκε με τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα από το 1955-1959. Ο Καζαντζάκης παρακολουθούσε εναγωνίως τα δια-δραματιζόμενα στην Κύπρο και έγραψε τα μαχητικότερα κείμενα υπερασπιζόμενος την Κύπρο και τα δίκαιά της, αρχίζοντας τούτο από τότε που την επισκέφθηκε, μία και μοναδική φορά, τον Μάιο του 1926. Ο Βorje Knoss, εκτός από την προηγούμενη αναφορά για τους «Αγγλοσαξονικούς», είπε ειδικά για την Κύπρο σε γράμμα του προς τον Καζαντζάκη στις 18.5.1956: «…Μου φαίνεται απίθανον, μα η ανοησία και η κακοσύνη των ανθρώπων υπερβαίνουν όλα τα όρια και το ζήτημα της Κύπρου σκοτεινιάζει όλα τα πνεύματα. Παντέρμη Ελλάδα, που πάντα είναι καταβολή στο παίξιμο των Μεγάλων Δυνάμεων! Και λυπούμαι απ” όλη την καρδιά μου τους δυστυχείς Κυπριώτες, που οι Εγγλέζοι τόσο τους αδικούν…»

Επίσημη πληροφορία από το Βρετανικό Δημόσιο Αρχείο στο Λονδίνο αναφέρει ότι τα έγγραφα που αφορούν τον Νίκο Καζαντζάκη δεν δημοσιοποιήθηκαν όλα. Μετά την συμπλήρωση της τριακονταετίας από της ημερομηνίας τους μερικά ετέθησαν στην διάθεση του κοινού. Πρόκειται για προγράμματα επισκέψεών του στο Λονδίνο και άλλα σχετικά, ενδιαφέροντα, αλλά όχι και τόσο σπουδαία. Άλλα έγγραφα, είπαν, θα ανοιχτούν 50 χρόνια μετά τον θάνατό του και, αν καλώς ενθυμούμαι, άλλα μετά 100 χρόνια. Αυτή είναι η θεσμική πρακτική των Άγγλων όταν πρόκειται για σημαντικά πράγματα που μπορεί να προκαλέσουν σάλο. Ίσως αυτό το σοβαρό που αποκρύπτεται να είναι η καταπολέμηση της υποψηφιότητάς του για το Νόμπελ, ακριβώς επειδή ο Καζαντζάκης είχε γράψει σκληρά κατηγορητήρια κατά της αγγλικής αποικιοκρατικής κατοχής της Κύπρου.

Το Νόμπελ το παίρνει τελικά ο Albert Camus, ο οποίος γράφει στην χήρα του Καζαντζάκη Ελένη: «Ετρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και, αν το επιτρέπετε, ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας. Είχα τη χαρά να μπορέσω να εκδηλώσω και δημοσία στην Αθήνα αυτό τον θαυμασμό, σε μια εποχή που η επίσημη Ελλάδα έκανε «μούτρα» στον πιο μεγάλο της συγγραφέα. Ο τρόπος που δέχτηκε το φοιτητικό μου ακροατήριο αυτή την μαρτυρία του θαυμασμού μου, αποτελούσε την πιο ωραία αναγνώριση που μπορούσε να λάβει το έργο και η δράση του συζύγου σας. Και ακόμα δεν ξεχνώ ποτέ πως την μέρα που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση, που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, επήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο από όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το μεγάλο κενό που άφησε».

 

Roger Milliex

Ενώ προετοιμαζόμουν στην Αθήνα για την τόσο ποθητή κυπριακή μεταφύτευση, είχα ιδιαίτερα μαγευτεί από την μελέτη στο αφιέρωμα των Κυπριακών Γραμμάτων του Κ. Χατζηιωάννου «Η ελληνικότητα της Κύπρου βάσει των γλωσσικών κριτηρίων», με τους καταλόγους αρχαίων λέξεων που διασώθηκαν στην κυπριακή διάλεκτο. «Κούνος» λοιπόν το λένε κάτω το σκυλί από το κύων και μάλιστα με διατηρημένη την αρχαία προφορά του «υ», το «παίζω» σημαίνει χτυπώ, όπως το παίω, και το «κανά»=φτάνει προέρχεται από την λέξη ικανά. Πολύ γοητευτικοί όλοι αυτοί οι αρχαϊσμοί. Δεν περίμενα όμως μια μέρα να ακούσω ο ίδιος από το στόμα ενός χωρικού μια παρόμοια εύγλωττη απόδειξη της γλωσσικής συνέχειας στην μεγαλόνησο. Ήταν η παραμονή της καθαράς Δευτέρας του 1960 και επειδή ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν τέτοια μέρα στην Κύπρο ήθελα να μάθω αν υπάρχει εκεί κάποιο έθιμο παράλληλα με τα κούλουμα (αχ αλησμόνητε μπάρμπα Σπύρο Βασιλείου…). Είχα πάει εκδρομή στον Μαχαιρά και έκανα μια βόλτα ίσαμε το απέναντι ορεινό χωριό, και μάλλον φτωχό χωριό, Λαζανιάς. Ρώτησα λοιπόν ένα κάτοικο αν την επομένη θα πάνε να φάνε έξω νηστήσιμα και μου απάντησε «Ναι, αν το επιτρέψει η ώρα». Η ώρα δηλαδή με την μετεωρολογική σημασία, ο καιρός, λ.χ. αν δεν βρέξει. Και έμεινα γεμάτος θαυμασμό για αυτό τον αρχαϊσμό γιατί στην υπόλοιπη αστική Κύπρο λένε «καιρός», όπως και στην Ελλάδα- που από στόμα σε στόμα διαδόθηκε από τον Πλάτωνα ίσαμε σήμερα σε ένα απομακρυσμένο χωριουδάκι όπου η ξένη παρουσία δεν τον εκτόπισε.

Στις 15 Αυγούστου του 1960 που ήταν μέρα της επίσημης γέννησής της (Κυπριακής Δημοκρατίας) ανεβασμένος με τους φίλους μου ορειβάτες του «Πάνα» στην κορυφή του Ολύμπου, είχα κάνει μια πρόποση για την προκοπή της νεαρής Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είχαμε λογαριάσει τότε τις συνταγματικές τροχοπέδες και δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε ούτε τις εξωτερικές και εσωτερικές αντιξοότητες, ούτε την παραφροσύνη της ελλαδίτικης στρατοκρατίας, ούτε κυρίως τον τουρκικό επεκτατισμό. Τώρα, πριν να είναι ανεπανόρθωτα αργά, αν υπάρχει ένας Θεός των Ελλήνων, ας τον παρακαλέσουμε να βάλει το χέρι του για να διασωθεί το εξαιρετικό αυτό συμπαγές κομμάτι του Ελληνισμού που λέγεται Κυπριακός Ελληνισμός.

Κυπριώτικα ερωτικά

Τον τόπο ΄που φιλιόμασταν θωρώ τον κ ΄εννά σκάσω

φαίνεσται μώππεσεν φιλίν και σκύβκω να το πιάσω

Γιώργος Γιατρομανωλάκης

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης γράφει: «Καθώς λοιπόν η παρουσία της περιφερειακής λογοτεχνίας έχει υποχωρήσει ενώπιον της εθνικής λογοτεχνίας, κανείς ‘σοβαρός’ υποτίθεται Ελλαδίτης συγγραφέας δεν θα τολμούσε να γράψει ένα βιβλίο στο ιδίωμα της ιδιαίτερης πατρίδας του. […] Αυτή την ευλογημένη δυνατότητα τη διαθέτουν ακόμη και για την ώρα οι Κύπριοι λογοτέχνες και γενικά ο κυπριακός Ελληνισμός. Να είναι άραγε αυτή η ιδιοτυπία τους ένας επιπλέον λόγος για να τους έχουμε στη γωνία; Μήπως δηλαδή μας χαλούν την ευρωπαϊκότητά μας και ντρεπόμαστε να τους διαβάσουμε, όπως θα ντρεπόμαστε ενδεχομένως να δηλώσουμε την ταπεινή και επαρχιακή καταγωγή μας μέσα σε ένα τόσο λαμπρό και υποτίθεται κοσμοπολίτικο κέντρο που νομίζουμε ότι είναι η Αθήνα;

Το 1962 ο Κώστας Μόντης εξέφραζε με ένα γνωστό τετράστιχο αφενός την πίκρα του για το ότι οι Έλληνες συγγραφείς δεν διαβάζονται όπως πρέπει, τόνιζε όμως και την υπερηφάνεια του για τη μοναδικότητα του λόγου μας. Έγραφε λοιπόν:

Ελάχιστοι μας διαβάζουνε

Ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας

Μένουμε αδικαίωτοι και αχειροκρότητοι

Σ’αυτή τη μακρινή γωνιά

Όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.

Αν τούτο αφορά σε όλους τους Έλληνες, τότε τι πρέπει να αισθάνονται οι δύο φορές αδικαίωτοι και αχειροκρότητοι Κύπριοι, με τη γενναία και τρυφερή ελληνική τους γλώσσα και ελληνική τους λογοτεχνία; Να αισθάνονται πρέπει δύο φορές υπερήφανοι που γράφουν και μιλούν μαζί με τα ελληνικά όλων μας και τα δικά τους ελληνικά.

Εσέναν η αγάπη σου εν πλάτανος λυσσιάρης

που χάρος εν τον καταλύει

την μιαν ημέρα κόφκεις τον,

την άλλη να σου τον πολυεί.

Εμέναν η αγάπη μου εν’ τζέδρος αππωμένος,

που μιαν φοράν εβλάστησεν

τζ’ όσον τζιαι να βάστα

άμα τον κόψεις γέρημος μεινίσκει τζιαι καμένος

τζ’ εν ιξαναβλαστά.

Κώστας Μόντης, Εσέναν η αγάπη σου

 

Νικήτας Παρίσης

Με τα «κυπριακά» λοιπόν ποιήματα του Σεφέρη στο χέρι και με αναγνωστική όραση εμπλουτισμένη από τις τραυματικές εμπειρίες της πρόσφατης κυπριακής ιστορίας, ξανακερδίζεται πιο ουσιαστικά η δικαίωση του ποιητικού λόγου. Με μια τέτοια ύστερη και ωριμότερη ανάγνωση, νιώθει κανείς ότι σπάνια ένας τόπος θα μπορούσε να βρει, όπως η Κύπρος, πλουσιότερη ποιητική εύνοια: Ο στενός δηλαδή κυπριακός τόπος να περάσει τόσο μεγαλοδιάστατα και δραματικά και να απλωθεί απεριόριστα μέσα στην ευρυχωρία της ποίησης. Βάζοντας βέβαια τα πράγματα στο νοητό ζυγό μιας όχι τόσο άτυπης δικαιοσύνης, νιώθουμε τη σκέψη να πηγαίνει στο κάπως λοξό και παράδοξο ερώτημα: Ο Σεφέρης χρωστάει πολλά στην Κύπρο ή μήπως η Κύπρος οφείλει πολλά στον Σεφέρη; Δύσκολο να μετρηθούν τα πράγματα, και μάλλον θα ήταν η πιο εύκολη απάντηση, αν λέγαμε ότι η έννοια της οφειλής λειτουργεί αμφίδρομα και αμοιβαία.

Αλλά ας δούμε τα πράγματα από μια πιο νηφάλια οπτική γωνία: Η Κύπρος μίλησε στον ποιητή και μίλησε ως μύθος, ως ιστορία, ως ανθρώπινο δράμα και ως τόπος που μέσα του σώζεται ακόμη και λειτουργεί παρατεινόμενο το θαύμα. Με την σειρά του και πλουτισμένος με τα όσα αντίκρισε, μίλησε ο ποιητής για το νησί. Ο ποιητής, όμως, όταν στα 1955 πρωτοδημοσίευσε το «…Κύπρον, ου μ’εθέσπισεν…» με τον αφιερωματικό του λόγο «Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη», προδήλωνε ότι η ποίησή του λειτουργούσε ως «αντίχαρις», ως ανταπόδοση μεγίστης οφειλής στο νησί της Κύπρου. Στο πράγματι λοιπόν λοξό και κριτικά άγονο ερώτημα «ποιος χρωστάει σε ποιόν, ο ποιητής ή το νησί;» ο ίδιος ο Σεφέρης αναγνωρίζει, και από άλλα στοιχεία, ευγνώμονα την οφειλή του:

…τω δε βασιλεί Iσσακίω κατακλείει εν καστελλίω καλουμένω Mαρκάππω. Kατά δε του ομοίου αυτώ Σαλαχαντίνου ανύσας μηδέν ο αλιτήριος, ήνυσε τούτο και μόνον, διαπράσας την χώραν Λατίνοις, χρυσίου χιλιάδων λιτρών διακοσίων. Διό και πολύς ο ολολυγμός, και αφόρητος ο καπνός, ως προείρηται, ο ελθών εκ του βορρά…

NEOΦYTOY EΓKΛEIΣTOY, ΠEPI TΩN KATA THN XΩPAN KYΠPON ΣKAIΩN

Yπέρογκες αρχιτεκτονικές· Λαρίων Φαμαγκούστα Mπουφαβέντο· σχεδόν σκηνικά. Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το «Iησούς Xριστός Nικά» που είδαμε κάποτε στα τείχη της Bασιλεύουσας, τα φαγωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια, με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Xριστού και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα της Yπερμάχου Στρατηγού, που είχε στα μάτια ψηφιδωτόν τον καημό της Pωμιοσύνης, εκείνου του πελάγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλοσύνης.

Aς παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυροφόρων Λουζινιά κι ας φλομώνουμε με τον καπνό που μας κουβάλησαν από το βοριά. Aσ” τους να τρώγουνται και ν” ανεμοδέρνουνται ωσάν το κάτεργο που δένει μούδες· Kαλώς μας ήρθατε στην Kύπρο, αρχόντοι. Tράγοι και μαϊμούδες!

Γιώργος Σεφέρης, Eγκλείστρα, 21 Nοεμ. ’53

 

Λογοτέχνες από Κάιρο

Μετά τον απαγχωνισμό των Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου από τους Άγγλους αποικιοκράτες, ομάδα Ελλήνων λογοτεχνών από το Κάιρο συνέταξε επιστολή διαμαρτυρίας προς την ελληνική Κυβέρνηση, με την οποία εξέφραζε την αγανάκτησή της για την αδράνεια που επέδειξε:

Προς την Κυβέρνηση της Ελλάδος, Αθήνα

Οι Έλληνες λογοτέχνες του Καΐρου εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους για την δολοφονική εκτέλεση από τους Άγγλους Ιμπεριαλιστές των Κυπρίων πατριωτών Μιχαλάκη Καραολή και Αντρέα Δημητρίου.

Θεωρούν μόνη υπεύθυνη για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών που κατάληξαν σε αιματοκύλισμα στην Ελλάδα την Ελληνική Κυβέρνηση, που προσπαθεί με κάθε μέσο να καταπνίξει το αίσθημα του Ελληνικού λαού και καταδικάζουν:

Α) Την μονόπλευρη εξωτερική πολιτική που στρέφεται εναντίον του αγώνα για άμεση αυτοδιάθεση δίχως όρους του μαρτυρικού λαού της Κύπρου.

Β) Την παραμονή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ που θίγει την αξιοπρέπεια και τα εθνικά μας συμφέροντα και απειλεί την παγκόσμια ειρήνη με πρώτο στόχο τους αδελφούς λαούς της Μέσης Ανατολής.

Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ

Η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ γράφει: «Πρέπει να ξεπεράσω την οδύνη, να γυρίσω πίσω τον χρόνο, ν’αφήσω μόνο ό,τι μου γίνηκε μνήμη ν’απλωθεί πάνω στον χάρτη της Κύπρου και να εντοπίσει μοναχή της ό,τι με ξάφνιασε, με αναστάτωσε, μου έμαθε να ανακαλύπτω τις κρυφές αρετές και ελαττώματα ενός λαού που έχει μάθει από αιώνες ξένης καταπίεσης να μην εξωτερικεύει ούτε να παραδίδει τον πραγματικό εαυατό του. […] Και μόνο η λέξη Λευκωσία με μεταφέρει σε εκείνες τις πρώτες μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια και με μπουχτίζουνε μυρωδιές, χρώματα έντονα, λέξεις ομηρικές, η προφορά της λαλιάς που κρατάει ακόμη τον ήχο των μακρών και των βραχέων, οι σημασίες των τόνων, οξεία ή βαρεία που οι Ελλαδίτες ονομάζουμε βαριά προφορά. Άκουγα ονόματα δρόμων, Ευαγόρα, Νικοδάμου, ακόμα και Μεσαιωνικά όπως Αροδαφνούσα και με έκαναν να ντρέπομαι για την ιστορική μας άγνοια αυτού του ελληνικότατου νησιού, που σε όλο το σχολικό μας βίο δε θυμάμαι αν και γεωγραφικά έστω διδαχθήκαμε. […] Νομίζω πως η μικρή Κύπρος έχει μεγάλες και διεθνείς καλλιτεχνικές αξιώσεις, ίσως γιατί η ρίζα όλων τους ακουμπάει καθημερινά σε αντικείμενα τέχνης, καθώς κάθε σπίτι κοσμείται από αρχαία βάζα, αμφορείς, ξυλόγλυπτα, εικόνες. Μια προαιώνια πολιτιστική κληρονομιά μαζί με τη γλωσσική καθαρότητα ορίζει και καθορίζει τη μοίρα αυτού του λαού, που επέζησε και θα επιζήσει».

Κυριάκος Χαραλαμπίδης – Από τα τείχη της Λευκωσίας

 

ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (2)

Αυτή “ναι η μοίρα των αγνοουμένων

τέκνων της δυστυχούς πατρίδας, να τους βλέπεις

ωσάν σε πανελλήνιους αγώνες πίσω

από τ” άρματα μέρες εννιά και χρόνια εννιά

μες στο Δημόσιο Κήπο, στα κομμένα

δέντρα του Απόλλωνα, στα αίματα λουσμένους

και να κατατροπώνουν την ψυχή τους

σκοτάδια, η ψυχή τους στραγγισμένη

απ” τ” ανελέητο μίσος των αλόγων

κι η μαύρη ράχη του βουνού θλίψη ζωσμένη

κι οι ολόδικοί τους ν” απελευθερώνουν

εικόνες απ” το Σύμπαν ο νεκρός του είναι

ο Κόσμος όλος, το κλειδί και το θεμέλιο,

το πιο αγαπητερό περπάτημα και διώμα,

το πρόσωπο κι η λάμψη του μες στα λουλούδια,

θέλουν να του φωνάξουν ν” ανεβεί

μαζί τους πάνω στων τειχών τη ντάπια

πλην δεν ακούει κανείς, όλα είναι μαύρα

ωσάν την πρώτη μέρα της δημιουργίας,

τα σύγνεφα τα γέρικα βαραίνουν

στον ανελέητο χτύπο της καρδιάς.

 

 

Σωκράτης Σκαρτσής

Ο Σωκράτης Σκαρτσής γράφει για τους ανθρώπους: «Έτσι ήταν και η τελευταία φωτεινή νύχτα, μπροστά στη θάλασσα της Λάρνακας, στη νυχτερινή ψύχρα. […]

Ήμουνα με αυτά τα παιδιά, μαζί τους και ίδιός τους και μπορώ να πω τώρα, εδώ που είμαι και τα γράφω αυτά, πως η ατονία τους, η ηρεμία τους, είναι μια αίσθηση ακραίας πραγματικότητας, που ο χωρισμός σου γεννάει, που σε γεννάει από αυτήν, και δικαιούσαι λοιπόν να τη ζήσεις. Μια αίσθηση κοντινού αλλά ακατόρθωτου, για παράδοξους λόγους αίσθηση θαύματος εύκολου και δικαιω-ματικού απ’την ίδια την πράξη της ζωής, που όμως το στερείσαι, γιατί σε ζώσανε καταστάσεις εμποδιστικές. Και γίνεται πιο έντονη η ατονία, πιεστική και απτή, ψυχή ολόκληρη, γιατί νιώθεις το πράγμα δίπλα σου, πως το μπορείς μα δεν σε αφήνουν να το ζήσεις, να το πράξεις. […] Αργά τη νύχτα αποχαιρετήσαμε τους φίλους και τα παιδιά στην παραλία της Λάρνακας. Δεν υπήρχε πια η Κύπρος της γνώσης, ήταν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Ήταν μια ολόκληρη παιδεία. Και λέω πως ήταν μια παιδεία, εμάς των δασκάλων, ή ποιητών, από τα παιδιά. Τα γλυκά παιδιά της Κύπρου, τα παιδιά της παλιάς, γλυκείας χώρας Κύπρου, σε εικόνες ωραίες, όπως ήταν, ελεύθερα, με ξεκάθαρες προσωπικές φωνές, μάτια και ζωές τραγούδαγαν, τόσο μα τόσο ωραία πραγματικά, το δίστιχο που ως τότε ήξερα από τραγούδι του Βιολάρη, μα που τώρα είναι ωραίο μάθημα:

Τα μελισσιά τα μμάθκια σου της μέλισσας ημοιάζουν,

φόντας που κρούζουσιν τη μμιάν, την άλλην μέλι στάσσουν».

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>