Γράφει:

Η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και ο Αμερικανός ατζέντης

Όταν μιλά κανείς για το μέλλον της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και γενικότερα για Ευρωτουρκικά θέματα, οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε να έχουν κανένα ιδιαίτερο ρόλο στις εξελίξεις (όπως για παράδειγμα δεν έχουν η Κίνα ή η Ρωσία). Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως αυτό είναι περισσότερο ευσεβείς πόθοι παρά αντικειμενική πραγματικότητα. Έχουμε, φυσικά, κάθε δικαίωμα να εξαφανίζουμε τον ρόλο των ΗΠΑ από τα άρθρα μας, τις αναλύσεις μας, ή αν θέλετε από τις προτάσεις πολιτικής, και να προσπαθούμε να μελετήσουμε τις ενταξιακές εξελίξεις της Τουρκίας μόνο εντός των ευρωπαϊκών πλαισίων ή αν προτιμάτε εντός μιας (ευρωπαϊκής) φούσκας. Εξάλλου, είναι με αυτό το σκεπτικό που η πολιτική μας ελίτ ζητά ή και απαιτεί ακόμη από την ΕΕ να λάβει τα μέτρα της εναντίον της Τουρκίας, χωρίς όμως πολλές φορές να λαμβάνει υπόψη τον ρόλο του υπερατλαντικού γίγαντα στην όλη ευρωτουρκική εξίσωση.

Αφενός είναι λογικό αυτό, αφού ο ρόλος των ΗΠΑ δεν είναι (νομικά) θεσμοθετημένος με οποιοδήποτε τρόπο στην ΕΕ. Αφετέρου όμως θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα αδαείς να πιστεύουμε ότι επειδή τα αμερικανικά συμφέροντα δεν είναι θεσμοθετημένα πρέπει ή μπορούμε να τα αγνοήσουμε. Αντιθέτως, αν θέλουμε πραγματικά να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από τα αμερικανικά (αλλά και αυτά κάποιων ευρωπαίων εταίρων) κίνητρα όσο αφορά στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, πρέπει να εξετάζουμε σε συνεχή βάση τις διεθνείς εξελίξεις που αφορούν στην τελευταία και πιο συγκεκριμένα τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στις διεθνείς εξελίξεις είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι η σημερινή κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, κυρίως λόγω της αλλαγής στρατηγικής από πλευράς της Τουρκίας, αλλά και του «ανοίγματος» της Δύσης προς τις Αραβικές και Μουσουλμανικές χώρες. Αυτές οι αλλαγές, όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε πολλές φορές, αναγκάζουν τις ΗΠΑ να γίνονται όλο και πιο ένθερμοι υποστηρικτές της Τουρκίας, εντείνοντας ταυτόχρονα και τις πιέσεις τους προς τα διάφορα Κράτη Μέλη της Ένωσης.

Η Τουρκία διαχρονικά ήταν σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ. Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου πρόσφερε στις ΗΠΑ έδαφος για στρατιωτικές βάσεις (π.χ. βάση Ιντσιρλίκ μέχρι το 1975) και επέτρεψε την εγκατάσταση των πυραύλων Jupiter (που αποτέλεσαν και διαπραγματευτικό χαρτί την περίοδο της κρίσης των πυραύλων της Κούβας). Ακόμη όμως και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Τουρκία παρέμεινε ως στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ λόγω των εξελίξεων στην Μέση Ανατολή και του γεγονότος ότι, αν και μουσουλμανική χώρα, είχε στενές (στρατιωτικές και όχι μόνο) σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με το Ισραήλ. Όσο σημαντικές όμως και να είναι οι ιστορικές σχέσεις, σίγουρα δεν είναι ο κύριος λόγος που οι ΗΠΑ θα ήθελαν να δουν την Τουρκία μέλος της ΕΕ.

Είναι αδύνατο να αναλύσουμε σε ένα άρθρο όλα τα πιθανά κίνητρα. Ως εκ τούτου θα καταπιαστούμε με μόνο τρία από αυτά, τα οποία χωρίζονται στις εξής τρεις κατηγορίες:

1.Η Τουρκία ως παράδειγμα προς μίμηση, και η Τουρκία ως απόδειξη ότι οι ΗΠΑ (και η Δύση γενικότερα) δεν είναι σε πόλεμο με τα Μουσουλμανικά /Αραβικά κράτη.

2.Η αλλαγή πλεύσης της Τουρκίας προς τα κράτη της Μέσης Ανατολής.

3.Η έμμεση αποδυνάμωση της ΕΕ και ο μεγαλύτερος (έμμεσος) «έλεγχος».

Η Δύση, το Ισλάμ, η δημοκρατία και το Τουρκικό παράδειγμα

Με την αλλαγή της αμερικανικής ηγεσίας και τα «ανοίγματα» των ΗΠΑ προς τις Μουσουλμανικές χώρες η Τουρκία χρησιμοποιείται ως παράδειγμα, ή απόδειξη, ότι οι ΗΠΑ, αλλά και η «Δύση» γενικότερα, δεν είναι σε πόλεμο με το Ισλάμ. Για να πετύχει αυτό τον στόχο, δηλαδή να πείσει ότι δεν είναι σε πόλεμο με το Ισλάμ, η ύπαρξη μιας χώρας-παράδειγμα είναι άκρως απαραίτητη και η Τουρκία ενδεχομένως να είναι η μόνη πιθανή περίπτωση. Πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι στις πλείστες μουσουλμανικές χώρες το ποσοστό του πληθυσμού που έχει θετική γνώμη για τις ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα χαμηλό, κάτι όμως που δεν αποτελεί έκπληξη. Το γεγονός όμως ότι στην Τουρκία το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 12% σε 14% είναι όντως αξιοπερίεργο. Ως επακόλουθο, με αυτούς τους στόχους που έχει βάλει η κυβέρνηση Ομπάμα, αλλά και με τις υφιστάμενες συνθήκες, οι ΗΠΑ δεν έχουν την δυνατότητα να «χάσουν» την Τουρκία. Μάλλον το αντίθετο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ, όπως και η ΕΕ, χρησιμοποιούν την Τουρκία και ως παράδειγμα προς μίμηση για τις υπόλοιπες μουσουλμανικές χώρες. Ότι δηλαδή το Ισλάμ και ο εκδημοκρατισμός (με την πάντοτε Δυτική έννοια) δεν χρειάζεται να αλληλοα-ποκλείονται.

Η τουρκική αλλαγή πλεύσης

Ένας από τους λόγους που η στάση της Τουρκίας έχει αλλάξει είναι γιατί η ίδια πιστεύει ότι μπορεί να εξελιχθεί από περιφερειακή σε μια παγκόσμια δύναμη. Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους μερικοί εκ των οποίων είναι ο ρόλος της Τουρκίας ως διαμεσολαβητής σε θέματα συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή, η αυξανόμενη συνεργασία σε ενεργειακά θέματα με την Ρωσία, αλλά και το γεγονός ότι είναι η πιο «Δυτική» Μουσουλμανική χώρα. Ως εκ τούτου, αν θέλει να γίνει ο «Alpha Male» της περιοχής αλλά και ευρύτερα, ο ρόλος του «Junior Partner» των Αμερικάνων δεν ταιριάζει στα σχέδια της.

Οι βλέψεις της Τουρκίας δεν θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες για τις ΗΠΑ αν δεν υπήρχε η στροφή που έχει κάνει τον τελευταίο καιρό προς τις Αραβικές χώρες (π.χ. Συρία), την ίδια στιγμή που απομακρύνεται από τον μακροχρόνιο και παραδοσιακά σύμμαχό της, το Ισραήλ. Είναι γνωστό πόσο σημαντικό είναι για την Αμερική το Ισραήλ και γιατί μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ανασφάλειες. Οι φοβίες ενδυναμώνονται ακόμη περισσότερο με την στάση της Τουρκίας προς το Ιράν οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις αμερικανικές προσδοκίες. Ο Ερτογάν επανέλαβε (ή υιοθέτησε καλύτερα) πρόσφατα στην Αγγλική εφημερίδα Guardian την επίσημη θέση του Ιράν λέγοντας ότι το Ιράν δουλεύει στην ανάπτυξη πυρηνικής δυνατότητας αλλά για σκοπούς ενέργειας μόνο, ενώ σε άλλη περίπτωση είπε ότι «αυτοί που ζητούν από το Ιράν να μην αποκτήσει ατομικές βόμβες θα πρέπει πρώτα να αφοπλιστούν οι ίδιοι» (μιλώντας φυσικά όχι μόνο για το Ισραήλ αλλά και για την Αγγλία, Γαλλία και Αμερική).

Οι πιο πάνω αλλαγές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερη εκτίμηση στην Τουρκία, δυσκολεύουν τις προσπάθειες διατήρησης μιας σημαντικής στρατηγικής συμμαχίας για τους Αμερικανούς, αλλά και τις αναγκάζουν να «υπερπροσπαθούν» να το αποδείξει (δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πρώτη προεδρική επίσκεψη του Ομπάμα ήταν στην Τουρκία). Ως επακόλουθο νιώθουν ότι πρέπει να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διατηρούν τους Τούρκους ικανοποιημένους.

Η έμμεση αποδυνάμωση της ΕΕ

Πέραν από τα στρατηγικά συμφέροντα υπάρχουν και άλλοι λόγοι που οι ΗΠΑ θα ήθελαν να δουν την Τουρκία στην μεγάλη Ευρωπαϊκή οικογένεια. Το ότι η Αμερική θα ήθελε μια Ευρώπη οικονομικά δυνατή είναι δεδομένο, αφού κάτι τέτοιο θα βοηθούσε και την δική της οικονομία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα προτιμούσε μια Ευρώπη που να μην ήταν και λίγο… Διχασμένη. Μια λιγότερο ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσε να βρίσκεται πολύ πιο εύκολα υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, με έμμεσο φυσικά τρόπο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί πολύ πιο εύκολα με την Τουρκία ως μέλος της ΕΕ.

Η ένταξη μια χώρας σαν την Τουρκία θα έκανε την ήδη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια τεράστια, κάτι που θα σήμαινε ταυτόχρονα και τεράστιες δυσκολίες στις προσπάθειες εμβάθυνσης και στην δημιουργία μιας κατάστασης όπου θα υπάρχει μόνο μια ευρωπαϊκή φωνή. Γιατί όμως θα είχε αυτό το αποτέλεσμα η ένταξη της Τουρκίας και πως θα επωφελείτο η Αμερική; Η απάντηση βρίσκεται στην απομόνωση της Βρετανίας και στον ισχυρό γαλλογερμανικό άξονα.

Η μόνη ουσιαστικά μεγάλη δύναμη στην ΕΕ που αντιτίθεται στην εμβάθυνση αυτή την στιγμή είναι η Αγγλία (χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλα μικρότερα κράτη που είναι εναντίον, όπως π.χ. η Σουηδία). Δεδομένου όμως ότι οι Άγγλοι είναι χωρίς σημαντικούς (μεγάλους) σύμμαχους, αναγκάζονται να παλεύουν μόνοι τους τον γαλλογερμανικό άξονα που επιζητά την εμβάθυνση της ΕΕ. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η Τουρκία (που επίσης δεν έχει καμία διάθεση να θυσιάσει έστω και μέρος της εθνικής της κυριαρχίας) θα ήταν στο πλευρό της Αγγλίας σε αυτό το θέμα, κάτι που φυσικά θα βόλευε πολύ και τις ΗΠΑ, αφού δύο από τους σημαντικότερους συμμάχους της θα είχαν βαρύνων λόγο στις αποφάσεις της ΕΕ. Με λίγα λόγια οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάζουν έμμεσα τις ευρωπαϊκές εξελίξεις με πολύ μεγαλύτερη ευκολία αν υπήρχε μια ευρωπαϊκή Τουρκία στην Ένωση, ή καλύτερα μια Ευρώπη με μέλος την Τουρκία. Είναι ενδεικτικό ότι ο πρώην Αμερικανός Υφυπουργός Εξωτερικών, Nicholas Burns, είπε ξεκάθαρα ότι «είμαστε από τους πιο δυνατούς υποστηριχτές των Ευρωπαϊκών φιλοδοξιών της Τουρκίας. Καλούμε τους Ευρωπαίους ηγέτες να στείλουν ξεκάθαρα μηνύματα ότι η Τουρκία θα έχει, στο μέλλον, φωνή στην ΕΕ». Μια φωνή που σίγουρα θα μιλά λίγο τουρκικά και λίγο… αμερικανικά…

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>