Γράφει: ,

Συνέντευξη Μ. Β. Χατζόπουλου: Ἐν μέρει ἑλληνίζων (Εστία, 2009)

Ἐν μέρει ἑλληνίζων (Εστία, 2009)

Συνέντευξη

Μ. Β. Χατζόπουλος, συγγραφέας

στην Άννα Γεωργιάδου

Η Κύπρος για τους ανθρώπους της γενιάς μου ήταν «το τελευταίο σύνορο» της εθνικής ολοκληρώσεως.

Τίτλος που στην πρώτη του ανάγνωση προκαλεί απορία. Το πρώτο μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Χατζόπουλου – πρώτο έργο μιας τριλογίας – καθιστά σαφές ήδη από την περιγραφή στο οπισθόφυλλο ότι τοποθετείται «στην Κύπρο, κατά την ταραγμένη περίοδο του αντιβρετανικού αγώνα». Ποιος θα μπορούσε τότε να χαρακτηριστεί «ἐν μέρει ἑλληνίζων»;

Ο συγγραφέας προδιαθέτει τον αναγνώστη του. Μετατρέπει την απορία του ή – ενδεχομένως – την καχυποψία του σε πραγματικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τα «γεγονότα», αλλά κυρίως για τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός του. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου, παραθέτει το καβαφικό απόσπασμα που ενέπνευσε τον τίτλο:

Εἶπε ὁ Μυρτίας (Σύρος σπουδαστὴς
στὴν Ἀλεξάνδρεια· ἐπὶ βασιλείας
αὐγούστου Κώνσταντος καὶ αὐγούστου Κωνσταντίνου·
ἐν μέρει ἐθνικός, κ’ ἐν μέρει χριστιανίζων)·
«Δυναμωμένος μὲ θεωρία καὶ μελέτη,
ἐγὼ τὰ πάθη μου δὲν θὰ φοβοῦμαι σὰ δειλός…

Κ. Π. Καβάφης, «Τὰ ἐπικίνδυνα»

Ο μερικώς «ελληνίζων» του μυθιστορήματος είναι ο έφηβος Δημήτρης Δωρίδης, γόνος αστικής οικογένειας της εποχής. Και οι δύο ιδιότητές του – αυτή του εφήβου και αυτή του αστού – επιτείνουν την – και εκ φύσεως – αμφιταλάντευσή του ανάμεσα σε αντιφατικές ιδέες και ενέργειες. Μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου, μετεγγράφεται από τον πατέρα του στην Αγγλική Σχολή για να μην επηρεαστεί από τους «ταραξίες» μαθητές του Παγκυπρίου και την ΕΟΚΑ. Ο Δημήτρης απεχθάνεται την βία, αλλά συμπαθεί τον αγώνα. Δεν συμμετέχει σ’ αυτόν, παρόλο που η αδικία τον ενοχλεί· γοητεύεται από τα γοτθικά μνημεία της Κύπρου, μυείται με πάθος στην μεσαιωνική γαλλική ποίηση και στην ποίηση του Έλιοτ. Αγαπά τους παλιούς του φίλους από το Παγκύπριο, αλλά συναναστρέφεται με τους νέους συμμαθητές του στην Αγγλική Σχολή και με άλλους νέους της ίδιας κοινωνικής τάξης: Λίγους Ελληνοκύπριους, έναν Τουρκοκύπριο και κυρίως Άγγλους. Γνωρίζει τον έρωτα με τις Αγγλίδες φίλες του, αλλά και με την Φροσού, την Κύπρια «κοπελλούδα» του σπιτιού του.

Μέσα από παραστατικές περιγραφές που μόνο μετά από προσωπική έρευνα και in situ παρατηρήσεις μπορεί να πετύχει κανείς, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το ταλέντο του έμπειρου ιστορικού-αρχαιολόγου και καταφέρνει να ζωντανέψει την Κύπρο της δεκαετίας του ’50, κυρίως την Λευκωσία, την Αμμόχωστο και την Κερύνεια, με τα μνημεία και τους δρόμους τους. Η χρήση του πολυτονικού «δένει» αρμονικά με την ιδιαίτερη λόγια γλώσσα που υιοθετεί ο συγγραφέας τόσο για την τριτοπρόσωπη αφήγησή του όσο και για τους ήρωές του.

Η Κυπριακή ομιλείται μόνο από την Φροσού· η «κοπελλούδα» από τη Λύση είναι και η μόνη από τους βασικούς ήρωες του έργου που εκφράζεται απόλυτα και ένθερμα υπέρ του αγώνα.

Ο Δημήτρης οδεύει προς την ενηλικίωση και τα γεγονότα της εποχής του δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Η κρίσιμη στιγμή έρχεται και ο Δημήτρης πρέπει ν’ αφήσει την παθητική στάση του… Αν τα διλήμματα του Δημήτρη «δεν είναι λιγότερο επίκαιρα σήμερα από όσο πριν από πενήντα χρόνια», η αρχική απορία και το μετέπειτα ενδιαφέρον για τον «ἑλληνίζοντα» νέο δεν μπορούν παρά να γίνουν προβληματισμός.

Ο συγγραφέας

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος (γενν. 1944) είναι ιστορικός, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (Inscriptions et Belles Letters), διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και αντιπρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Έχει εκδώσει είκοσι τόμους επιγραφικών συλλογών, μονογραφιών και συλλογικών έργων, καθώς και άνω των εκατό μικρότερων επιστημονικών συμβολών. Τελευταίο βιβλίο του: La Macédoine: Géographie historique, langue, cultes et croyances, institutions (H Μακεδονία: Ιστορική γεωγραφία, γλώσσα, λατρείες και δοξασίες, θεσμοί. Εκδόσεις De Boccard, Παρίσι 2006). Για το σύνολο του έργου του έχει τιμηθεί με το χαλκό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Το «Ἐν μέρει ἑλληνίζων» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Το «Ἐν μέρει ἑλληνίζων» είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα και αφορά την Κύπρο του’55-‘59. Τι έπαιξε πιο καθοριστικό ρόλο στην απόφαση για συγγραφή ενός τέτοιου μυθιστορήματος, το ενδιαφέρον σας για την ιστορική έρευνα ή η επιθυμία για λογοτεχνική δημιουργία;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το 2003, όταν εγύρισα λίγο την Κύπρο, ελεύθερες περιοχές και την κατεχόμενη Λευκωσία, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, μου γεννήθηκε επιτακτική η ανάγκη να κατανοήσω πώς εφθάσαμε στην εἰσβολή και την συνεχιζόμενη τραγική κατάσταση. Η ιστορία της Κύπρου των τελευταίων πενήντα ετών δεν μπορεί να γραφεί επιστημονικά, διότι τα σχετικά ελληνικά (και όχι μόνον) αρχεία είναι απρόσιτα, οπωσδήποτε δε δεν είμαι ἱστορικός των νεώτερων χρόνων για να αναλάβω τέτοιο εγχείρημα. Γι’ αυτό επέλεξα την λύση να εφεύρω έναν παρατηρητή και να παρακολουθήσω την γένεση της σύγχρονης φάσεως του Κυπριακού μέσα από τα μάτια του. Σκοπός μου δεν ήταν ούτε η ιστορική έρευνα ούτε η λογοτεχνία. Έγραψα πρώτιστα από την ανάγκη να καταλάβω εγώ ο ίδιος τι συνέβη.

Γιατί η Κύπρος;

Διότι η Κύπρος για τους ανθρώπους της γενιάς μου ήταν «το τελευταίο σύνορο» της εθνικής ολοκληρώσεως. Διότι την ερωτεύθηκα μόλις την εγνώρισα το 1973. Διότι η εισβολή και η γελοία επιστράτευση του 1974 αφήκαν αθεράπευτη πληγή, αλησμόνητη ντροπή και απαράγραπτο χρέος.

Είναι φανερό ότι της συγγραφής προηγήθηκε ενδελεχής έρευνα γύρω από την Κύπρο. Υπήρξε κάτι που κατά την διάρκεια της έρευνας αυτής σάς προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον;

Εκμεταλλεύθηκα τις εκδόσεις για την πεντηκονταετία από την έναρξη του ένοπλου αγώνος για να γνωρίσω τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ που έχασαν την ελευθερία ή και την ζωή τους κατά τα χρόνια εκείνα και εντυπωσιάσθηκα από την καθολική σχεδόν απουσία της ανώτερης αστικής τάξεως.

Πόσο αντιπροσωπευτικές της ευρύτερης κυπριακής αστικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’50 θεωρείτε ότι είναι η οικογένεια του Δημήτρη και η οικογένεια Νεοφύτου;

Δεν μπορώ να απαντήσω εγώ στο ερώτημα αυτό, διότι δεν ήμουν τότε στην Κύπρο, ώστε να συγκρίνω την μυθοπλασία μου με την πραγματικότητα. Φίλοι μου όμως που ανήκαν σ’ αυτήν την τάξη μου είπαν, ελπίζω όχι απλώς από ευγένεια, ότι η περιγραφή μου δεν απέχει από την πραγματικότητα εκείνης της εποχής.

Ο τίτλος «Ἐν μέρει ἑλληνίζων», παράφραση ενός καβαφικού στίχου, εμπεριέχει και κάποιο σαρκασμό;

Ασφαλώς. Όπως ακριβώς και το ποίημα του Καβάφη. Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι ο σαρκασμός δεν είναι κακεντρεχής. Παρά τα μεγάλα του ελαττώματα, ο Δημήτρης δεν είναι «του πεταξιμάτου», όπως θα έλεγε η Φροσού.

Στο «Ἐν μέρει ἑλληνίζων» δεν υπάρχει ο έντονος συναισθηματισμός που συναντούμε στη «Χάλκινη Εποχή» του Ρ. Ρούφου και στα «Πικρολέμονα» του L. Durrell. Πού οφείλεται αυτό;

Δεν ξέρω πώς εννοείτε τον συναισθηματισμό. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος γνωρίζουν ασφαλώς συναισθήματα και μάλιστα έντονα. Αυτό που λείπει από τον κεντρικό ήρωα (αλλά όχι από όλα τα εμφανιζόμενα πρόσωπα) είναι ο ηρωισμός και η εθνική έξαρση. Αλλά αυτά είναι εξ ορισμού ασύμβατα με τον «καβαφικό» χαρακτήρα του Δημήτρη/Μυρτία.

Εξ όσων γνωρίζουμε, έπεται και συνέχεια.

Η συνέχεια, Περατικός, δημοσιεύεται την άνοιξη.

Ἐκάθισαν σ’ ἕνα τραπεζάκι καὶ συνέχισαν τὴν συζήτηση ποὺ εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἀχμέτ, ἐνόσῳ ἀκόμη ἐβάδιζαν, ἐρωτώντας τὸν Δημήτρη γιατί εἶχε ἀλλάξει σχολεῖο. «Καὶ ὁ δικός μου ὁ πατέρας μὲ ἄλλαξε σχολεῖο, γιατὶ καὶ ἐκεῖνος φοβήθηκε μὴ βρεθώ μπλεγμένος μὲ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα. Φίλε Δημήτρη, στὴν ἀρχὴ εὕρισκα τὸν πατέρα μου ὑπερβολικό, ἀλλὰ τώρα ἄρχισα καὶ ἐγὼ νὰ φοβοῦμαι. Οἱ παλιοί μου συμμαθηταί, ποὺ συναντῶ τυχαῖα στὴν γειτονιά, μόνον τὴν Βολκὰν ἔχουν στὸ στόμα. […] Ἐγὼ εἶμαι ἕνας Κύπριος μουσουλμάνος, ἀλλὰ μητρική μου γλῶσσα εἶναι τὰ ῥωμαίικα. Οὔτε μὲ τοὺς ἀσεβεῖς κεμαλιστὲς τῆς Ἄγκυρας οὔτε μὲ τοὺς ἐθνικιστὲς τῶν Ἀθηνῶν ἔχω σχέση. Οὔτε κὰν μὲ τοὺς ἄλλους Τουρκοκυπρίους μπορῶ νὰ ταυτισθῶ. Ἡ σύντομη ἱστορία μας δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ μὲ κάνει ἰδιαίτερα ὑπερήφανο: οὔτε ὁ μέθυσος σουλτάνος Σελὶμ οὔτε ὁ χασάπης Λαλᾶ Μουσταφᾶς, ποὺ δώσαμε τὰ ὀνόματά τους στὰ ὠραιότερα τζαμιά μας, καὶ ἀκόμη λιγώτερο ὁ ὕπουλος Κιουτοὺκ Μεχμέτης. Δὲν ξέρω κὰν πῶς ἔτυχε νὰ εἶμαι μουσουλμάνος. Ἦλθε κάποιος πρόγονός μου στὸ νησὶ μὲ το ἀσκέρι τοῦ Λαλᾶ Μουσταφᾶ; Εἶμαι ἀπόγονος κάποιου Ρωμιοῦ ποὺ ἀλλαξοπίστησε; Οὔτε γι’ αυτοὺς εἶμαι ὑπερήφανος, ἀλλὰ οὔτε καὶ τοὺς καταδικάζω.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>