Γράφει:

Πανεπιστήμια και κοινωνική ανανέωση

Ο μήνας που παρήλθε χαρακτηρίστηκε από τιμητικές εκδηλώσεις για ορισμένους από τους πλέον αξιόλογους επιστήμονες που ανέδειξε η Κυπριακή Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια. Η Κοινότητα Λυθροδόντα τίμησε τον εξέχοντα ιδιωτικό διεθνολόγο Σίμο Συμεωνίδη, ο οποίος διαπρέπει εδώ και αρκετά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου τίμησε τον Μιχαλάκη Μαραθεύτη, μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της κυπριακής εκπαίδευσης, το ΚΥΚΕΜ τίμησε τον γλωσσολόγο Μενέλαο Χριστοδούλου, ενώ η Εταιρία Κυπρίων Λογοτεχνών τίμησε τον φιλόλογο Ανδρέα Παστελλά.

Η απόδοση τιμών σε πρόσωπα που συνεισφέρουν επιστημονικά στην ανάδειξη της Κύπρου είναι οπωσδήποτε απαραίτητη σε οποιοδήποτε κράτος σέβε-ται τον εαυτό του. Εντούτοις κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων παρόμοιων εκδηλώσεων, όπως και γενικά των περισσότερων δραστηριοτήτων που άπτονται επιστημονικών ενδιαφερόντων, είναι η απουσία της πολιτείας και των κομμάτων. Η κυπριακή κοινωνία, σε βαθμό εξόχως περισσότερο από αντίστοιχες πολιτείες του δυτικού κόσμου, είναι κομματοκρατούμενη. Ως αρμόδιοι για να μιλούν για οποιοδήποτε ζήτημα θεωρούνται οι εκπρόσωποι των κομμάτων, ανεξάρτητα αν αυτοί κατέχουν ή όχι το αντικείμενο. Οι τεχνοκράτες στην Κύπρο και οι επιστήμονες θεωρούνται συχνά ότι έχουν λόγο μόνο εφόσον κατέλθουν ως υποψήφιοι βουλευτές ή πολιτικοποιηθούν.

Σε αυτό συνέτεινε οπωσδήποτε η μακρόχρονη απουσία κυπριακού πανεπιστημίου. Σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει με την παρουσία έξι κυπριακών πανεπιστημίων, τριών κρατικών (Πανεπιστήμιο Κύπρου, ΤΕΠΑΚ και Ανοικτό) και τριών ιδιωτικών (Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και Πανεπιστήμιο Frederick) και συνεπακόλουθα της ύπαρξης πληθώρας ακαδημαϊκών, επιστημόνων και ερευνητών πανεπιστημιακού επιπέδου. Εντούτοις, η αντίληψη της κυπριακής πολιτείας και κοινωνίας ως προς τον ρόλο των πανεπιστημίων, παραμένει εξόχως προβληματική και αυτό εμποδίζει την ομαλή ανάπτυξη του κυπριακού κοινωνικού διαλόγου.

Την ίδια βέβαια στιγμή η πολιτεία και τα κόμματα επιδιώκουν τον έλεγχο των πανεπιστημίων και του πανεπιστημιακού λόγου. Δεν είναι άσχετη η πρόσφατη ατυχής παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου κατά την τελετή αποφοίτησης του Ανοικτού Πανεπιστημίου που ουσιαστικά εξήγγειλε την ανάγκη για κυβερνητική έγκριση της πανεπιστημιακής έρευνας προτού δίδονται ερευνητικά κονδύλια!!!

Με την παρούσα παρέμβαση σκοπεύω να καταθέσω ορισμένες μόνο παραμέτρους ενός πολύ ευρύτερου προβληματισμού:

Α.Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου αποτέλεσε την εκπλήρωση ενός ουσιαστικού στόχου για την μετεξέλιξη της κυπριακής κοινωνίας. Οι προσδοκίες όμως ότι το Πανεπιστήμιο θα ενεργούσε καταλυτικά προς τον τομέα αυτό, κατά τρόπο αντί-στοιχο όπως για παράδειγμα το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για την κοινωνική μετεξέλιξη της Θεσσαλονίκης, δεν υλοποιήθηκαν. Τα αίτια είναι πολυποίκιλα. Πρωτίστως όμως οφείλονται στο γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίστηκε εξ αρχής ως συνέχιση του σχολείου, αντί ως ερευνητικό και πολιτιστικό κέντρο. Βασικός δηλαδή στόχος υπήρξε η παροχή ενός ακαδημαϊκού τίτλου στον φοιτητή, κατά τρόπο ώστε αυτός να αποκατασταθεί επαγγελματικά (οπωσδήποτε μια από τις σημαντικές λειτουργίες ενός Πανεπιστημίου, αλλά πάντως όχι η σημαντικότερη) και όχι η προσπάθεια για ενσωμάτωση του Πανεπιστημίου ως κεντρικού πνεύμονα της λειτουργίας της κυπριακής κοινωνίας.

Β.Η κουλτούρα που επικράτησε ερευνητικά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου από την ίδρυσή του, ήταν του διεθνούς χαρακτήρα και της έρευνας εντός των στενών πλαισίων αυτού που αποκαλούμε ακαδημαϊκή κοινότητα. Ελάχιστοι συγκριτικά ακαδημαϊκοί ενδιαφέρθηκαν να εντρυφήσουν ουσιαστικά στις κυπριακές ιδιαιτερότητες, να αναπτύξουν την έρευνα για την Κύπρο και να μεταλαμπαδεύσουν την γνώση στην κυπριακή κοινωνία. Ανεπίσημα, προτάχθηκε η γραμμή ότι ο ρόλος του ακαδημαϊκού πρέπει να διεξάγεται μέσα στα πλαίσια της διδασκαλίας και των επιστημονικών περιοδικών και όχι μέσα στην κοινωνική μάζα. Ο ακαδημαϊκός που ασχολείται με τα κοινά θεωρήθηκε ως παρέκκλιση (συχνά ανεπιθύμητη), αντί ως κανόνας.

Γ.Η κουλτούρα αυτή βέβαια, υπάρχει όντως σε ορισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία έχουν την πολυτέλεια λόγω της πληθώρας των πανεπιστημίων και των πανεπιστημιακών, να το πράττουν. Όταν στην Αμερική ή στην Αγγλία υπάρχει τριψήφιος αριθμός πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, είναι λογικό πως αρκετοί πανεπιστημιακοί είναι θεμιτό να επικεντρώνονται στην έρευνά τους χωρίς οποιαδήποτε διαδραστική συνύπαρξη με την κοινωνική πραγματικότητα. Όταν όμως είσαι το μοναδικό Πανεπιστήμιο (όπως ήταν το Πανεπιστήμιο Κύπρου για αρκετά χρόνια), τότε ο ρόλος σου αναμένεται να είναι καθοδηγητικός και κοινωνικά καθοριστικός. Σε αυτό του τον ρόλο το Πανεπιστήμιο Κύπρου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ορισμένων από τους εκπροσώπους του, απέτυχε ως θεσμός παταγωδώς.

Δ.Το Πανεπιστήμιο στηρίχθηκε εξ αρχής σε συγκεκριμένα πρότυπα οργάνωσης, όμοια με εκείνα που υποχρέωσαν τον Ράσελ Τζάκομπυ («Οι Τελευταίοι Διανοούμενοι. Η Αμερικανική Πνευματική Ζωή σε μια Εποχή Ακαδημαϊκότητας», Νησίδες, 2008) να καταλήξει ότι: «Ένα φάντασμα στοιχειώνει τα αμερικάνικα πανεπιστήμια ή τουλάχιστον το διδακτικό προσωπικό τους: Η ανία». Ο ρόλος του δημόσιου διανοουμένου θεωρήθηκε ως ανεπιθύμητος και τα πρόσωπα που ασκούσαν ή προσπάθησαν να ασκήσουν τον ρόλο αυτό μέσα στο Πανεπιστήμιο, βρήκαν αντιμέτωπη την εκάστοτε ηγεσία και συλλογική συνείδηση του Πανεπιστημίου, η οποία επέμενε στον ρόλο του πανεπιστημιακού ως απευθυνόμενου αποκλειστικά σε άλλους πανεπιστημιακούς, με ξύλινη και τεχνική γλώσσα. Όταν όμως τις κοινωνικές αναζητήσεις αντικαθιστούν αποκλειστικά οι ανακοινώσεις σε συνέδρια και όταν ο πανεπιστημιακός θεωρεί το μορφωμένο κοινό ως μύθευμα και την ενασχόληση με αυτό ως ανάξια λόγου, τότε δεν απομένει μεγάλη ελπίδα για ανάπτυξη του ρόλου του δημόσιου διανοουμένου ή για κοινωνική μετάπλαση της κυπριακής κοινωνικής και πολιτιστικής κουλτούρας.

Ε.Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Πανεπιστήμιο Κύπρου στιγματίστηκε από την γένεσή του από την πολιτική και κομματική παρέμβαση. Από τις πρώιμες συγκρούσεις ως προς τον ιδεολογικό και πολιτικό χαρακτήρα του Πανεπιστημίου Κύπρου επί Προεδρίας Γιώργου Βασιλείου, μέχρι και σήμερα, τα κόμματα έχουν ενεργό ρόλο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ακόμα και σε διορισμούς ή ανέλιξη ακαδημαϊκού προσωπικού. Το πρόσφατο σκάνδαλο που αφορούσε στον λέκτορα του Τμήματος Ιστορίας και η αψυχολόγητη, για κομματικούς λόγους, επίθεση κυβερνητικής εφημερίδας εναντίον ορισμένων από τους πλέον αξιόλογους, από πλευράς επιστημονικού λόγου και παρουσίας, πανεπιστημιακών του τόπου, επιβεβαίωσε απλώς την έλλειψη αντοχής της εκάστοτε εξουσίας απέναντι στην αυτονομία που φυσιολογικά θα έπρεπε να διακρίνει ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα. Παρόμοιες προσπάθειες πολιτικού ελέγχου καθίστανται εμφανείς τις μέρες αυτές και με την συνεχιζόμενη προσπάθεια για αντικατάσταση της, κατά γενική ομολογία επιτυχημένης, Διοικούσας Επιτροπής του Ανοικτού Πανεπιστημίου, με μοναδική σκοπιμότητα τον διορισμό κυβερνητικών ημετέρων. Δυστυχώς, όπως καλά γνωρίζουν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, οι κομματικές παρεμβάσεις παραμένουν καθημερινό φαινόμενο.

Στ.Επιπρόσθετα προς τα πιο πάνω οι φοιτητικές παρατάξεις παραμένουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία κομματικές και μάλιστα το Πανεπιστήμιο θεωρείται και ως χώρος σύγκρουσης της ισχύος των κομμάτων σε έκαστες φοιτητικές εκλογές. Συνεπακόλουθα, η ανάπτυξη πραγματικά αυτόνομου οργανικά και ιδεολογικά φοιτητικού κινήματος δεν έχει επιτευχθεί. Η μοναδική υπάρχουσα αυτόνομη φοιτητική παράταξη εκφράζει και συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα. Το νόημα της αυτονομίας όμως είναι η ύπαρξη εναλλακτικών αυτόνομων φωνών που να εκφράζουν διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα και να επιτρέπουν την προώθηση της φοιτητικής διαφορετικότητας. Με φοιτητοπατέρες που επιδιώκουν να μετατραπούν σε αυριανούς καρεκλοκένταυρους της καθεστηκυίας τάξης δεν μπορεί να υπάρξει διακριτός ρόλος του φοιτητικού κινήματος στην ανανέωση της κοινωνίας. Κατά συνέπεια το φοιτητικό κίνημα παραμένει εκ των πραγμάτων άβουλο και άνευρο, θλιβερό αντίγραφο της κοινωνίας που κανονικά θα έπρεπε να στοχεύει να μεταβάλει.

Ζ.Η, μετά από αρκετά χρόνια αναμονής, αναγνώριση ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρείχε μια ελπίδα για μεταβολή της κατάστασης, μέσα από την αύξηση της δυνατότητας για ανταγωνισμό και την είσοδο του, συνήθως υγιέστερου σε σχέση με τον κρατικό, ιδιωτικού τομέα. Η μέχρι τώρα κυβερνητική στάση όμως απέναντι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια φανερώνει ότι αυτά αντιμετωπίζονται με εχθρότητα και ότι καταβάλλεται προσπάθεια για να παρεμποδιστεί η τόσο απαιτούμενη ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Η αναγωγή των διδάκτρων των ιδιωτικών πανεπιστημίων σε ζήτημα μικροπολιτικής εκμετάλλευσης, η απροθυμία της πολιτείας να αναγνωρίσει κλάδους μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά και η ουσιαστική εχθρότητα με την οποία η ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων αντιμετωπίζεται από το κυβερνητικό κόμμα, όντας ιδεολογικά μη φιλικό προς την έννοια της ιδιωτικής εκπαίδευσης, δυσχεραίνει, αντί να ευνοεί, την ομαλή ανάπτυξη του ανταγωνισμού και της συνεπακόλουθης αύξησης της ερευνητικής παραγωγής και της δυνατότητας κοινωνικής ανανέωσης.

Η.Το κράτος δεν υπάρχει για να καταπολεμά τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, αλλά για να τις ενθαρρύνει και να τις ελέγχει. Όπως ανέφερα και σε ένα άρθρο μου πριν μερικούς μήνες σε σχέση με την πάταξη του ρουσφετιού: «Και η δυνατότητα ανταγωνισμού στους τομείς του εμπορίου, της έρευνας, του πολιτισμού, της διαφώτισης προϋποθέτει όραμα και πρόγραμμα. Δεν είναι αρκετές ούτε οι μεγαλόστομες πολιτικές διακηρύξεις, ούτε οι ατομικές πρωτοβουλίες. Σε τελική ανάλυση ίσως η μοναδική επιλογή για πάταξη του ρουσφετιού να είναι η ισχυ-ροποίηση του ιδιωτικού τομέα ή η αποσύνδεση του κράτους από την Κυβέρνηση, όσο οξύμωρο και αν φαίνεται αυτό». Ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο τα κρατικά πανεπιστήμια μπορούν να ξεφύγουν από τον βραχνά της πολιτικής και κομματικής επέμβασης στην αυτονομία τους, είναι η ανάπτυξη της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κατά τρόπο ώστε πλέον η κομματική επέμβαση να μην είναι επιλογή για λόγους ανταγωνισμού.

Θ.Η ανανέωση της έννοιας του δημόσιου διανοουμένου και η ανάπτυξη της αυτονομίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, είναι η μοναδική που μπορεί να θέσει τις βάσεις μιας ουσιαστικής πολιτιστικής ανανέωσης της κυπριακής κοινωνίας. Η αύξηση των επιστημόνων και το υψηλό μορφωτικό επίπεδο από μόνο του δεν επαρκεί για να μεταβάλει την έλλειψη πολιτικών και κοινωνικών ενασχολήσεων του πολίτη, τον πολιτικά ξύλινο λόγο, την σήψη και το ρουσφέτι στο δημόσιο βίο, την ανυπαρξία εξειδικευμένων βιβλιοθηκών ή την απουσία ουσιαστικών αναλύσεων. Ο καλός φοιτητής είναι μια έννοια διαφορετική από αυτήν του καλού μαθητή: Καλός φοιτητής δεν είναι απλώς εκείνος που μελετά τα μαθήματά του, αλλά εκείνος που αγωνίζεται εσωτερικά για να γίνει χρηστός πολίτης, προβληματίζεται και διαμορφώνεται και κατά συνέπεια διαμορφώνει. Παρομοίως χρήσιμο πανεπιστήμιο δεν είναι εκείνο που (απλώς) δίδει πτυχία ή διεξάγει έρευνα, αλλά εκείνο που κατορθώνει να καταστεί κέντρο του πολιτιστικού και κοινωνικού διαλόγου και να θέσει τις βάσεις για αναθεώρηση των εκάστοτε κοινωνικών δομών.

Ι.Τα πανεπιστήμια είναι κέντρο αυτονομίας, ανατροπής και ανάπλασης ιδεών, είναι κέντρο διαλόγου, έρευνας και ελεύθερης σκέψης. Και κυρίως είναι κέντρο της κοινωνικής πραγματικότητας και του κοινωνικού διαλόγου. Δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να είναι κλειστά και αποκομμένα από την κοινωνία, ούτε και κομματικά ελεγχόμενα.

One Comment

  1. Pingback

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>