Γράφει:

Βυζαντινά Ανάλεκτα: Μόρφου, η κατεχόμενη κωμόπολη

Η κωμόπολη της Μόρφου είναι κτισμένη στην δυτική κεντρική πεδιάδα της Κύπρου, πλησίον της δυτικής όχθης του ποταμού Σερράχη σε υψόμετρο 65 μέτρων και σε κοντινή απόσταση από την θάλασσα. Η Μόρφου βρίσκεται γύρω στα 36 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας Λευκωσίας. Μέχρι τον Αύγουστο του 1974, οπότε και κατελήφθη από τα τουρκικά στρατεύματα, η Μόρφου ήταν το εμπορικό, βιομηχανικό, εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό κέντρο της ομώνυμης δυτικής κεντρικής πεδιάδας. Εξυπηρετείτο δε από ένα πυκνό οδικό δίκτυο και αποτελούσε τον κύριο συγκοινωνιακό κόμβο μεταξύ Λευκωσίας-Τηλλυρίας-Πάφου, καθώς και μεταξύ της Λευκωσίας και της μεταλλευτικής περιοχής Ξερού Μαυροβουνίου.

Οι πηγές για την ιστορία του οικισμού κατά την αρχαιότητα μέχρι και την περίοδο των Λουζινιανών, οπόταν και εθεωρείτο αξιόλογο τιμάριο, είναι ελάχιστες. Κατά την αρχαιότητα η περιοχή ανήκε στο βασίλειο των Σόλων. Στην βυζαντινή περίοδο η περιοχή της Μόρφου υπαγόταν στην δικαιοδοσία της Επισκοπής Σόλων. Στην περιγραφή της βυζαντινής Μονής του Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη (Ρηγάτη) αυτή αναφέρεται ότι βρισκόταν παρά την «πολιτείαν Θεομόρφου». Αναφορά στον οικισμό κάνει και ο μεσαιωνικός χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικόν του, ο οποίος μνημονεύει δύο τοπικούς αγίους: «… Και εις του Μόρφου ο άγιος Θεοδόσιος, και ο άγιος Πολέμιος…». Ο Μαχαιράς, αναφερόμενος στον άγιο Μάμα, δίνει την πληροφορία ότι «οι γονείς του έβαλαν τον εις κιβούριν και διά χάριτος κυρίου επέσωσεν εις την Κύπρον, εις τον γιαλόν της τε Μόρφου» (και οι γονείς τον έβαλαν σε μία σαρκοφάγο και με την χάρη του Κυρίου, ήρθε στην Κύπρο, στις ακτές της Μόρφου). Κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν οι απέραντοι πορτοκαλεώνες που υπάρχουν σήμερα στην Μόρφου. Υπήρχαν όμως φυτείες ζαχαροκάλαμου για το άλεσμα του οποίου υπήρχε ένας ζαχαρόμυλος στο Συριανοχώρι και άλλος ένας στα βόρεια της Μόρφου, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δημοτικό Γυμναστήριο, θέση που φέρει την ονομασία Ζαχαρόμυλος.

Είναι επίσης γνωστή η σκανδαλώδης ανάμιξη στα οικογενειακά του βασιλιά Πέτρου Α΄ (1359-1369) του κόμη της Μόρφου Τζουάν δε Ρουχά και η ενεργός ανάμιξη στα διοικητικά του επί Ιωάννου Β΄, Καρλόττης, Ιακώβου του Νόθου και Αικατερίνης Κορνάρου, του συνετού κόμη του Μόρφου δε Γρινίερ, ο οποίος σύμφωνα με την διαθήκη του Ιακώβου του Νόθου διορίσθηκε ως ένας από τους επιτρόπους του βασιλείου και από την Αικατερίνη επόπτης της διοικήσεως δηλ. κουβερνάρης, για τις σημαντικές υπηρεσίες του προς το βασίλειο, και όταν πέθανε το 1501 αξιώθηκε πάνδημης ταφής.

Κατά την Ενετοκρατία (1489-1571) η περιοχή της κομητείας του Μόρφου λεγόταν Πεντάγυια και διοικείτο από τζιβιτάνο (ή εμπαλή, δηλαδή διοικητή διοικητικού διαμερίσματος ή επαρχίας), που εκλεγόταν από ευγενείς Κυπρίους και διοριζόταν από το συμβούλιο των Ρεκτώρων και είχε εξουσία να δικάζει κάθε υπόθεση εκτός από εγκληματικές και διαφορές μεταξύ των ευγενών.

Κατά την Τουρκοκρατία (1571-1878) αποτέλεσε σουλτανικό τσιφλίκι και οι κάτοικοί της πλήρωναν φόρο δύο φλουριά ετησίως. Η Μόρφου ήταν και έδρα κατηλλικίου.

Τα εύφορα εδάφη της κωμόπολης, οι μεγάλες αρδευόμενες εκτάσεις με τις προσοδοφόρες καλλιέργειες των εσπεριδοειδών και των λαχανικών και το πολύ καλό οδικό δίκτυο, υπήρξαν οι κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν στην αύξηση του πληθυσμού από το 1881 μέχρι το 1973. Το 1960 οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοί της ανέρχονταν στους 5.267, οι Τουρκοκύπριοι στους 179 και υπήρχαν 39 άλλων εθνικο-τήτων.

Το 1973 η Μόρφου, η οποία υπαγόταν τότε στην δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας, απέκτησε για πρώτη φορά την δική της Μητρόπολη, με πρώτο Μητροπολίτη τον Χρύσανθο Σαρηγιάννη. Ο περικαλλής ναός του Αγίου Μάμαντος, καθολικό της ομώνυμης μονής, έγινε ο καθεδρικός ναός της νέας Μητρoπόλεως. Δυτικά του ναού βρίσκεται το διώροφο μητροπολιτικό μέγαρο, που κτίστηκε το 1952-53 και του οποίου ο ρυθμός είναι επηρεασμένος από την βυζαντινή αρχιτεκτονική. Μετά την κατάληψη της Μόρφου από τους Τούρκους το 1974, η έδρα της Μητροπόλεως μεταφέρθηκε προσωρινά στην Ευρύχου.

Η κωμόπολη της Μόρφου ήταν χωρισμένη σε τρεις ενορίες: Του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Παρασκευής. Ο ναός του Αγίου Μάμαντος μετά το 1974 έχει μετατραπεί σε «μουσείο εικόνων», το μητροπολιτικό μέγαρο σε «μουσείο αρχαιοτήτων και ταριχευμένων ζώων και πουλιών» (Συλλογή Σολέα), ο ναός του Αγίου Γεωργίου σε «πολιτιστικό κέντρο» και της Αγίας Παρασκευής σε «μουσουλμανικό τέμενος».

Στο παλαιό κοιμητήριο εντός της Μόρφου υπάρχει ο ναός του Γενεσίου της Θεοτόκου, γνωστός ως Παναγία Θεοτόκος, ο οποίος πανηγύριζε στις 8 Σεπτεμβρίου. Ο ναός χρησιμοποιείται σήμερα ως αποθήκη και γραφεία, ενώ ο χώρος του κοιμητηρίου, που έχει καταστραφεί, μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης απορριμματοφόρων του «δήμου».

Σε κοντινή απόσταση από τον Άγιο Μάμα βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Παναγίας της Χρυσορρογιάτισσας, «της Χρυσοζώνισσας» κατά τον ποιητή Κώστα Μόντη, το οποίο σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο. Το παρεκκλήσιο αυτό υπάγεται στην δικαιοδοσία της Μονής της Παναγίας Χρυσορρογιάτισσας στην Πά-φο.

Σε αυλή οικίας βρίσκεται το βεβηλωμένο ιδιωτικό παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος και όχι πολύ μακριά από τον Άγιο Γεώργιο το παρεκκλήσιο του Αγίου Νεομάρτυρος Σταματίου, το οποίο κτίστηκε από Τουρκοκύπριους. Πλησίον της Μόρφου βρίσκεται το μικρό χωριό Χρυσηλιού με την παλαιά εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, το οποίο θεωρείτο σαν η τέταρτη ενορία της Μόρφου. Ο ναός έχει μετατραπεί σε νεκροτομείο και πίσω από το Ιερό δημιουργήθηκε μεγάλο μουσουλμανικό νεκροταφείο. Στην ενορία του Αγίου Γεωργίου ανήκει το μεσαιωνικό εξωκλήσι της Παναγίας του Μνασή.

Από το 2004, όποτε και επετράπη από τις κατοχικές αρχές, τελείται εσπερινός και θεία λειτουργία την 1η και 2α Σεπτεμβρίου, εορτή του Αγίου Μάμαντος, με συρροή προσφύγων και πιστών από όλη την Κύπρο. Των ακολουθιών προεξάρχει ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>